Το Σύνταγμα και η Αριστερά, του Χαράλαμπου Κουρουνδή

Από τη «βαθεία τομή» του 1963 στο Σύνταγμα του 1975

Σπανίως η ιστορία ενός νομικού κειμένου μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα για το ευρύ κοινό, αλλά πολύ συχνά ακόμη και για τους νομικούς, που θα επισκεφθούν ιστορικές πηγές συνήθως μόνο για αντλήσουν επιχειρήματα για τον νομικό τους συλλογισμό, στο πλαίσιο μιας ιστορικοβουλητικής ερμηνείας του δικαίου.

Μεγέθυνση

Το Σύνταγμα και η Αριστερά. Από τη «βαθεία τομή» του 1963 στο Σύνταγμα του 1975, του Χαράλαμπου Κουρουνδή
Το Σύνταγμα και η Αριστερά. Από τη «βαθεία τομή» του 1963 στο Σύνταγμα του 1975, του Χαράλαμπου Κουρουνδή

Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα: 2018

Το Σύνταγμα μιας χώρας, ο καταστατικός της χάρτης, αποτυπώνει με τρόπο καθοριστικό βασικές αρχές, αξίες και κατευθύνσεις του πολιτεύματος και του κοινωνικοοικονομικού καθεστώτος, συμπυκνώνει στρατηγικές επιδιώξεις και θεμελιώδεις αρχές, συμβιβασμούς και ήττες, συναρθρώνει προοδευτικές κατακτήσεις και συντηρητικά ιδεολογήματα, σε ένα κατά το δυνατόν συνεκτικό θεσμικό κείμενο που ρυθμίζει τη ζωή ενός τόπου.

Έτσι, όλοι θέλουν να έχουν λόγο για αυτό και να επηρεάσουν κατά το δυνατόν τη μορφή του: οι κυβερνώντες, ώστε να μπορούν να επιτύχουν τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των συμφερόντων τους και την καθυπόταξη των χαμηλών στρωμάτων και οι αριστερές ή εν γένει αντιπολιτευόμενες δυνάμεις, ώστε να κατοχυρώσουν περισσότερα δικαιώματα, μεγαλύτερα πεδία δράσης και αγώνα.

Εξού και το Σύνταγμα έχει και την πιο εμφανή πολιτικά ιστορία και δεν μπορεί παρά να είναι χρήσιμη η μελέτη αυτής, από οποιαδήποτε σκοπιά και να προέρχεται. Το βιβλίο του Χαράλαμπου Κουρουνδή είναι το πρώτο που μελετάει σε σημαντικό βάθος και έκταση την ιστορία του ισχύοντος Συντάγματος από τη σκοπιά της αριστερής κριτικής και δράσης. Αντικείμενο της εστίασής του είναι η συνταγματική ιστορία της Ελλάδας στα ταραγμένα πολιτικά χρόνια της δεκαετίας του 1960, πριν τη δικτατορία του 1967 και αμέσως μετά την πτώση της, με την αναθεώρηση του Συντάγματος και την ψήφιση του ισχύοντος καταστατικού χάρτη. Το βιβλίο έχει μια ιδιαίτερα πρωτότυπη στόχευση: ερευνά την επίδραση της πρότασης αναθεώρησης του Συντάγματος του 1963 (που ονομάστηκε «βαθεία τομή» και δεν υλοποιήθηκε ποτέ) στο Σύνταγμα του 1975, που ισχύει τροποποιημένο μέχρι σήμερα· την εκδίπλωση αυτού του σχεδίου υπό το οικονομικό και πολιτικό όραμα του Καραμανλή που φιλοδοξούσε να γίνει ο Έλληνας ντε Γκολ και την προσπάθεια επαναφοράς του στο προσκήνιο μετά την πτώση της δικτατορίας.

Στα σχέδια αυτά αντιπαρατίθεται η αριστερή κριτική: η στάση μιας Αριστεράς λαβωμένης από τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια και τις εξορίες αλλά και (για το λόγο αυτό ίσως) ενισχυμένης και δυναμικής· μια προσπάθειά της αφενός να αναχαιτίσει μια αντιδημοκρατική τροπή, αλλά και να προτείνει (κατά το δυνατόν, και εκεί έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τη στρατηγική, ή τις στρατηγικές, των κομμάτων της, ως προς το πόσο μακριά θα φτάσουν τον αντιπολιτευτικό λόγο τους με δεδομένο τον φόβο τους για τους κινδύνους του «μαξιμαλισμού») και να παλέψει για κανόνες που θα διευρύνουν τα δικαιώματα και τους τόπους ελευθερίας.

Έτσι, η αναθεωρητική πρόταση του 1963 της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε τα εξής χαρακτηριστικά: προσπαθούσε, πρώτον, να πετύχει μια θεσμοθέτηση της επιτάχυνσης της νομοθετικής διαδικασίας, ώστε να περιοριστεί ο ρόλος του κοινοβουλίου και οι «περιττές» διαβουλεύσεις εντός του, στο πλαίσιο της επιβολής ενός οικονομικού σχεδίου για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας· αναπόφευκτα αυτό επέφερε (ή και προϋπέθετε) μια ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και μια μείωση της λογοδοσίας της στο κοινοβούλιο, για την ανεμπόδιστη επιβολή των στοχεύσεών της· τέλος, σκοπό είχε την ενίσχυση της δυνατότητας (νόμιμης, διότι οι παρακρατικές δράσεις κάθε άλλο παρά εμποδίζονταν) κατασταλτικής αντιμετώπισης των αντιπάλων του καθεστώτος, δηλαδή των σχηματισμών και κομμάτων της Αριστεράς.

Στην ουσία επρόκειτο για μια προσπάθεια αντικοινοβουλευτικής και εν γένει αντιδημοκρατικής αναθεώρησης, για την επιβολή «μιας μαχητικής δημοκρατίας» από μια εκτελεστική εξουσία που ήθελε να αυτονομηθεί περισσότερο και να γίνει εν πολλοίς ανεξέλεγκτη. Ακόμη και αυτή η μικρή εξουσία του κοινοβουλίου –να επηρεάζει στην ουσία τους τα πράγματα και να είναι τόπος δημοκρατίας και ενίσχυσης των δικαιωμάτων– έπρεπε να περιοριστεί. Άλλωστε, και πριν την επιβολή της χούντας, η κατάσταση της (βασιλευόμενης) δημοκρατίας στην Ελλάδα δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητική, χωρίς να χρειάζεται να επεκταθούμε ιδιαίτερα για να τεκμηριώσουμε τις αντιδημοκρατικές τάσεις του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Το πραξικόπημα που επιβλήθηκε το 1967 δεν είναι, προφανώς, ασύνδετο με τις αντικοινοβουλευτικές πρακτικές των κυβερνήσεων της εποχής, τις εκλογές «βίας και νοθείας», τις ωμές παρεμβάσεις του παλατιού, τον διορισμό και την παύση κυβερνήσεων, την αιματηρή καταστολή στο δρόμο.

Η πολωμένη πολιτική περίοδος δεν επέτρεψε να λάβει σάρκα και οστά αυτό το εγχείρημα και η ήττα του Καραμανλή στις εκλογές έθεσε αυτό το σχέδιο στον πάγο, μέχρι την πτώση της χούντας, οπότε βγήκε και πάλι από τα συρτάρια της ΕΡΕ (πλέον ΝΔ) και προσπάθησε να επανεισαχθεί υπό το μανδύα του εκσυγχρονισμού, της μετάβασης στη δημοκρατία και της πορείας προς την Ευρώπη.

Έτσι, οι πρακτικές που ούτως ή άλλως εφαρμόζονταν επιχειρήθηκε να περιβληθούν τον συνταγματικό τύπο για να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση του κράτους δικαίου, όταν το πρότυπο και η έμπνευση για αυτά υπήρξε ο Θεμελιώδης Νόμος της Βόννης, με τις δυνατότητες που αυτός όριζε για τη δικαστική απαγόρευση κομμάτων και εν γένει περιστολή της πολιτικής δράσης που κρινόταν επικίνδυνη για το καθεστώς.

Το αποτέλεσμα, κατά τον Κουρουνδή, είναι ότι το ισχύον Σύνταγμα του 1975 προήλθε από αναγκαίους συμβιβασμούς της κυβέρνησης, υπό την πίεση της Αριστεράς, η οποία διεκδικούσε μεγαλύτερο πεδίο ελεθερίας και μαχόταν για τη μεγαλύτερη κατοχύρωση δικαιωμάτων και ελευθεριών, με διεύρυνση του πεδίου δράσης της, μέσα στο πνεύμα μιας περιόδου που ο συγγραφέας πετυχημένα ονομάζει «διακεκομμένο ελληνικό Μάη», που συνέδεε τα Ιουλιανά του 1965 και την εξέγερση του Πολυτεχνείου με τα διακυβεύματα της πρώιμης μεταπολίτευσης.

Η μεταπολιτευτική κατάσταση, άλλωστε, δεν επέτρεπε την εισαγωγή των αυταρχικών προβλέψεων της βαθείας τομής, οι οποίες, πέραν της κριτικής της αντιπολίτευσης από τα αριστερά, αντιμετωπίστηκαν με επιφυλακτικότητα ακόμη και μέσα στους κόλπους της ΝΔ.

Έτσι, έχουμε ένα τελικό κείμενο το οποίο ενσωματώνει αντιφάσεις και αντινομίες· αυτές μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο υπό το πρίσμα της εκδίπλωσης των συγκρούσεων και των διαφορετικών λόγων και στρατηγικών τόσο της Δεξιάς όσο και του Κέντρου και της Αριστεράς, οι οποίες προφανώς ενσωματώθηκαν/επηρέασαν (σ)το τελικό αποτέλεσμα. Η ίδια η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, που προβλέπει φυσικά εκτενή διαβούλευση και περισσότερες δυνατότητες μελέτης των ζητημάτων, άρθρωσης λόγου και προτάσεων σε σχέση με την τακτική νομοθετική διαδικασία, έδωσε πεδίο δράσης στην Αριστερά, «χωρίς όμως [αυτή] να αμφισβητεί τον πυρήνα της κυρίαρχης στρατηγικής» (σελ. 233).

Η στρατηγική, ή μάλλον οι στρατηγικές και οι λόγοι των κομμάτων της Αριστεράς, δεν μπορούν παρά να είναι πολύτιμες για τη μελέτη της ίδιας της πολιτικής ιστορίας του τόπου. Ο Κουρουνδής είναι ξεκάθαρος ως προς το ότι ένας νομικός αγώνας δεν μπορεί παρά να νομιμοποιεί τελικά το καθεστώς — σε κάθε περίπτωση, βέβαια, τούτο εξαρτάται σημαντικά από τον βαθμό και τον τρόπο οικειοποίησης των εργαλείων του αντιπάλου. Μας λέει, έτσι, στη σελ. 240: «Συνολικά λοιπόν, τα κόμματα της Αριστεράς χρωμάτισαν το Σύνταγμα το 1975, καθώς ο αγώνας τους για την ενίσχυση της εγγυητικής λειτουργίας του απέναντι στις κρατικές αυθαιρεσίες δεν έμεινε άκαρπος. Το “τίμημα” όμως ήταν να συμβάλουν ταυτόχρονα στη νομιμοποιητική λειτουργία του Συντάγματος, δηλαδή στην παγίωση των σχέσεων εξουσίας που καθιέρωνε και στην αποδοχή τους από τις κυριαρχούμενες τάξεις, αλλά και στη συμβολική λειτουργία του, ως θεμελιώδους κώδικα πολιτικής ενότητας και ταυτότητας του ελληνικού λαού ανεξάρτητα από την ταξική διαφοροποίηση στο εσωτερικό του».

Μια τέτοια κριτική ανάγνωση των στρατηγικών και των πρακτικών της Αριστεράς είναι πολύτιμη για το κίνημα, και τα θέματα που θίγει ο Κουρουνδής οφείλουν να μας απασχολήσουν. Το βιβλίο είναι ένα εγχείρημα μοναδικό στη στόχευση και τη δομή του, ιδανικό για την τεκμηριωμένη ανάδειξη της ιστορίας των συγκρούσεων και των διαδρομών ενός νομικού κανόνα στη σκακιέρα της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Αδιαμφισβήτητη αρετή του έργου είναι η άνεση με την οποία κινείται μεταξύ της νομικής ανάλυσης, των εργαλείων της ιστορικής έρευνας και της εκδίπλωσης των πολιτικών και οικονομικών σημάνσεων των κανόνων δικαίου που εξετάζει υπό το πρίσμα της κριτικής ματιάς του.

Το έργο του Κουρουνδή δεν χρησιμεύει αποκλειστικά ως ένα κριτικό ιστορικό δοκίμιο, αλλά λειτουργεί (και) ως στρατηγικός χάρτης για μια πιθανή ετοιμότητα σε ανάλογες καταστάσεις. Η επερχόμενη συνταγματική αναθεώρηση καθιστά τη μελέτη του βιβλίου επιτακτική τόσο για την κατανόηση των μικροκομματικών-μικροπολιτικών κινήσεων, συγκλίσεων και εκπτώσεων στο πλαίσιο μιας εργαλειοποίησης του συντάγματος με σκοπό την πολιτική επικράτηση και την εκμετάλλευση της ισχύος, και τον κατά το δυνατόν περιορισμό (ή και αποκλεισμό) της δυνατότητας για μια εναλλακτική11Που άλλωστε εκφράστηκε και από τα τσεκουράτα λόγια του Βορίδη: «Πρέπει να υπάρξει στρατηγική ήττα των ιδεών της Αριστεράς για να μην ξαναβρεθεί στην εξουσία με οποιαδήποτε μορφή της. Ο Κ. Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία, γιατί οι ιδέες της είναι ελαττωματικές» (iefimerida.gr: https://www.iefimerida.gr/news/438908/voridisadonis-kai-xydakis-kontarohtypioyntai-gia-nazi-kaielattomatikes-idees) , όσο για την ιστορική αυτογνωσία των αγώνων μας, για την εμπέδωση των ορίων των αγώνων στο βαθμό που περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από τη συνταγματική νομιμότητα22Μια «συνέχεια» του Σύνταγμα και Αριστερά θα εμπνεόταν από τις καταλήψεις και τους αγώνες ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, και ενδεχομένως του ξεπεράσματος αυτών.

Notes:
  1. Που άλλωστε εκφράστηκε και από τα τσεκουράτα λόγια του Βορίδη: «Πρέπει να υπάρξει στρατηγική ήττα των ιδεών της Αριστεράς για να μην ξαναβρεθεί στην εξουσία με οποιαδήποτε μορφή της. Ο Κ. Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία, γιατί οι ιδέες της είναι ελαττωματικές» (iefimerida.gr: https://www.iefimerida.gr/news/438908/voridisadonis-kai-xydakis-kontarohtypioyntai-gia-nazi-kaielattomatikes-idees)
  2. Μια «συνέχεια» του Σύνταγμα και Αριστερά θα εμπνεόταν από τις καταλήψεις και τους αγώνες ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων