Στο παρόν άρθρο εξετάζονται οι διάφορες μαρξιστικές προσεγγίσεις της εξουσίας. Ο συγγραφέας αναδεικνύει τα σημεία οριοθέτησης του μαρξισμού από τις άλλες προσεγγίσεις, αλλά και την ποικιλότητα εντός του μαρξιστικού ρεύματος. Παρουσιάζονται μαρξιστικές προσεγγίσεις που εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και αναλύουν διαφορετικά πεδία της κυριαρχίας, με κοινό σημείο εκκίνησης την αναγωγή της εξουσίας στην ταξική αντίθεση. Στη συνέχεια, ο συγγραφέας αναφέρεται στις μαρξιστικές θεωρήσεις του κράτους και καταδείκνύει κρίσιμα ζητήματα στρατηγικής-τακτικής που χαρακτηρίζουν την αντιπαράθεση με την ταξική μεροληψία του κράτους και τον πολιτικό αγώνα για την ηγεμονία.

Εισαγωγή

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε ως «Κεφάλαιο 1: Εξελίξεις στη μαρξιστική θεωρία» στο Κ. Nash και A. Scott (επιμ.), Blackwell Companion to Political Sociology, Oxford: Blackwell, 8-16. Ανατυπώθηκε σε μια ελαφρώς αναθεωρημένη μορφή στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου με νέο τίτλο βιβλίου και επιμέλεια: E. Amenta, K. Nash, A. Scott (επιμ.), The Wiley-Blackwell Companion to Political Sociology, Oxford: Blackwell, 3 -14.

Οι μαρξιστές έχουν αναλύσει με πολλούς τρόπους τις σχέσεις εξουσίας. Η συνολική τους προσέγγιση, όμως, αποτυπώνεται σε τέσσερα αλληλένδετα μοτίβα. Το πρώτο από αυτά είναι μία ενασχόληση με τις σχέσεις εξουσίας ως εκδηλώσεις ενός συγκεκριμένου τρόπου διαμόρφωσης της ταξικής κυριαρχίας και όχι σαν ένα καθαρά διαπροσωπικό φαινόμενο χωρίς βαθύτερα θεμέλια στην κοινωνική δομή. Η σημασία που αποδίδεται έτσι στην ταξική κυριαρχία με κανέναν τρόπο δεν υπονοεί ότι κάθε μορφή εξουσίας ασκείται από κοινωνικούς παράγοντες με ξεκάθαρες ταξικές ταυτότητες και συμφέροντα. Σημαίνει μόνο ότι οι μαρξιστές ενδιαφέρονται κατά βάση για τις αιτιακές συνδέσεις μεταξύ της άσκησης της κοινωνικής εξουσίας και της αναπαραγωγής ή του μετασχηματισμού της ταξικής κυριαρχίας. Πράγματι, οι μαρξιστές συνήθως αναγνωρίζουν και άλλες μορφές υποκειμένων, ταυτοτήτων, ανταγωνισμού και κυριαρχίας. Αντιλαμβάνονται ωστόσο αυτά τα φαινόμενα κυρίως ως προς τη σχέση τους με –και με δεδομένη την επικυριαρχία τους από– την ταξική κυριαρχία.

Δεύτερον, οι μαρξιστές ασχολούνται με τις συνδέσεις –τόσο με τις συνέχειες όσο και με τις ασυνέχειες– ανάμεσα στην οικονομική, την πολιτική και την ιδεολογική ταξική κυριαρχίας. Παρά την προφανή κομβική σημασία του ζητήματος, δεν λείπουν οι εκτενείς θεωρητικές και εμπειρικές διαφωνίες. Αυτό συμβαίνει διότι οι διαφορετικές μαρξιστικές προσεγγίσεις εντοπίζουν τις βάσεις της ταξικής κυριαρχίας πρωτίστως είτε στις κοινωνικές σχέσεις της παραγωγής και στον έλεγχο επί του κράτους, είτε στη διανοητική ηγεμονία. Θα ασχοληθώ με αυτές τις εναλλακτικές παρακάτω.

Τρίτον, οι μαρξιστές σημειώνουν τους περιορισμούς που είναι έμφυτοι σε κάθε άσκηση εξουσίας, στη μία ή στην άλλη μορφή ταξικής κυριαρχίας, και προσπαθούν να ερμηνεύσουν αυτούς του περιορισμούς με όρους δομικών αντιφάσεων και ανταγωνισμών που ενυπάρχουν εντός της κυριαρχίας. Άρα, οι μαρξιστές τείνουν να υποθέτουν ότι όλες οι μορφές κοινωνικής εξουσίας που συνδέονται με την ταξική κυριαρχία είναι εγγενώς εύθραυστες, ασταθείς, πρόχειρες και εφήμερες και ότι απαιτείται συνεχής πάλη για να αναπαραχθούν οι όροι της ταξικής κυριαρχίας, να υπερνικηθεί η αντίσταση και να κανονικοποιείται ή να αποκρύπτεται η ταξική κυριαρχία.

Τέταρτον, οι μαρξιστές θέτουν επί τάπητος ζητήματα στρατηγικής και τακτικής. Παρέχουν εμπειρικές αναλύσεις πραγματικών στρατηγικών που είχαν σκοπό την αναπαραγωγή, την αντίσταση στην ταξική εξουσία, ή την ανατροπή της σε δεδομένες περιόδους και συγκυρίες· συχνά ασχολούνται με πολιτικές συζητήσεις για τις πιο κατάλληλες ταυτότητες, συμφέροντα, στρατηγικές και τακτικές, που οι κατώτερες τάξεις και άλλες καταπιεσμένες ομάδες πρέπει να υιοθετήσουν, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά την υποτελή τους θέση.

1. Η εξουσία ως κοινωνική σχέση

Στην πρώτη περίπτωση, οι μαρξιστές ενδιαφέρονται για την εξουσία ως φάσμα δυνατοτήτων και όχι για την πραγματοποίηση αυτών των δυνατοτήτων. Δεν θεωρούν αυτές τις δυνατότητες κοινωνικά άμορφες (ή τυχαίες) αλλά τις συσχετίζουν με την κοινωνική δομή. Έτσι, οι μαρξιστές ασχολούνται με τις δυνατότητες που είναι θεμελιωμένες σε δομημένες κοινωνικές σχέσεις και όχι στις ιδιότητες των επιμέρους φορέων, αν ληφθούν υπόψη μεμονωμένα. Επιπλέον, καθώς αυτές οι δομημένες κοινωνικές σχέσεις συνεπάγονται διαρκείς σχέσεις, υπάρχουν αμοιβαίες, αν και συχνά ασύμμετρες, δυνατότητες και αδυναμίες. Ένα συνηθισμένο παράδειγμα είναι η διαλεκτική του κυρίου-σκλάβου του Χέγκελ (Hegel), όπου ο κύριος εξαρτάται από τον σκλάβο και ο σκλάβος από τον κύριο. Το ισοδύναμο παράδειγμα του Μαρξ (Marx) είναι, φυσικά, η υλική αλληλεξάρτηση του κεφαλαίου και της εργασίας. Και στις δύο περιπτώσεις διακυβεύονται διαρκείς σχέσεις αναπαραγόμενων, αμοιβαίων πρακτικών και όχι μονομερείς επιβολές βούλησης.

Αυτό έχει την ενδιαφέρουσα συνέπεια, η εξουσία να συμμετέχει επίσης στη διασφάλιση της συνέχειας των κοινωνικών σχέσεων και όχι στην παραγωγή ριζικών αλλαγών. Έτσι, όπως σημειώνει ο Isaac, «αντί ο Α να υποχρεώσει τον Β να κάνει κάτι που ο Β δεν θα έκανε αλλιώς, οι κοινωνικές σχέσεις εξουσίας συνήθως περιλαμβάνουν και τον Α και τον Β να κάνουν αυτό που συνήθως κάνουν» (1987: 96). Η καπιταλιστική μισθωτή σχέση είναι εδώ ένα ιδιαίτερα χρήσιμο παράδειγμα. Γιατί με την εκούσια πώληση της εργατικής τους δύναμης για μισθό, οι εργαζόμενοι μεταβιβάζουν τον έλεγχό της και το δικαίωμα προς οποιοδήποτε πλεόνασμα στον καπιταλιστή. Μια τυπικά ελεύθερη ανταλλαγή γίνεται έτσι η βάση του δεσποτισμού του εργοστασίου και της οικονομικής εκμετάλλευσης.

Παρ’ όλα αυτά, όπως η ανθεκτικότητα της εργατικής τάξης στην αγορά εργασίας και η εργασιακή διαδικασία υποδεικνύουν, όπως σημειώνουν οι μαρξιστές, η επιτυχημένη άσκηση εξουσίας είναι επίσης ένα συγκυριακό φαινόμενο, και όχι παντοτινά εγγυημένο από τις άνισες κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Η θεώρηση αυτή προσεγγίζει την πραγματοποίηση των δυνατοτήτων για άσκηση εξουσίας και τις επιπτώσεις της, αν υπάρχουν ως παντού και πάντα εξαρτώμενες από τις περιστάσεις. Επιπλέον, καθώς οι δυνατότητες άσκησης της εξουσίας συνδέονται πάντοτε με συγκεκριμένα σύνολα κοινωνικών σχέσεων και εξαρτώνται για την πραγματοποίησή τους από συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν υπάρχει εξουσία γενικά ή γενική εξουσία – μόνο ειδικές εξουσίες και το άθροισμα των ιδιαίτερων ασκήσεων εξουσίας.

2. Γενικές επισημάνσεις για την ταξική κυριαρχία

Ο μαρξισμός διαφέρει από τις άλλες αναλύσεις της εξουσίας λόγω του πρωταρχικού ενδιαφέροντος του για την ταξική κυριαρχία. Αντιθέτως, για παράδειγμα οι βεμπεριανές αναλύσεις δίνουν ίση βαρύτητα αναλυτικά σε άλλες μορφές κυριαρχίας (θέση, ομάδα)˙ ή, πάλι, οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες δίνουν προτεραιότητα στις μεταβαλλόμενες μορφές της πατριαρχίας. Αλλά το διακριτό ενδιαφέρον των μαρξιστών για την ταξική κυριαρχία δεν περιορίζεται στην οικονομική ταξική κυριαρχία μέσα στην παραγωγική διαδικασία (αν και αυτό είναι σημαντικό), ούτε καν στις οικονομικές βάσεις της ταξικής κυριαρχίας στην ευρύτερη οικονομία (όπως ο έλεγχος της κατανομής κεφαλαίου σε εναλλακτικές παραγωγικές δραστηριότητες). Οι ταξικές δυνάμεις είναι διασκορπισμένες σε όλη την κοινωνία για τους μαρξιστές οι οποίοι συνεπώς διερευνούν την πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία. Ωστόσο, ενώ ορισμένοι μαρξιστές πιστεύουν ότι η πολιτική ή και ιδεολογική κυριαρχία προκύπτει λίγο-πολύ από την οικονομική κυριαρχία, άλλοι τονίζουν την πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ αυτών των τριών τόπων ή τρόπων ταξικής κυριαρχίας.

Ακόμη και μαρξιστές που τονίζουν τις οικονομικές βάσεις της ταξικής κυριαρχίας αναγνωρίζουν επίσης ότι στην πράξη η πολιτική είναι πρωταρχική. Γιατί μόνο με την πολιτική επανάσταση πρόκειται να ανατραπούν τα υφιστάμενα πρότυπα ταξικής κυριαρχίας. Άλλοι μαρξιστές δίνουν προτεραιότητα στο πολιτικό υπέρ του οικονομικού όχι μόνο (αν όχι καθόλου) όσον αφορά τους επαναστατικούς αγώνες αλλά και στην τυπική αναπαραγωγή της ταξικής κυριαρχίας σε κανονικές συνθήκες. Αυτό καθιστά το κράτος κεντρικό στις μαρξιστικές αναλύσεις όχι μόνο όσον αφορά την πολιτική εξουσία σε στενούς όρους αλλά και ως προς την ταξική εξουσία γενικότερα. Γιατί το κράτος θεωρείται υπεύθυνο για τη διατήρηση της συνολικής δομικής αναπαραγωγής και της κοινωνικής συνοχής μιας «κοινωνίας χωρισμένης σε τάξεις»˙ μιας δομικής αναπαραγωγής και κοινωνικής συνοχής χωρίς τις οποίες οι αντιφάσεις και οι ανταγωνισμοί του καπιταλισμού θα μπορούσαν να προκαλέσουν επαναστατικές κρίσεις ή ακόμα και με την «αμοιβαία καταστροφή των αντιμαχόμενων τάξεων», σύμφωνα με την αποκαλυπτική φράση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, το 1848.

3. Οικονομική ταξική κυριαρχία

Ο μαρξισμός βασίζεται στην ύπαρξη ανταγωνιστικών τρόπων παραγωγής. Η παραγωγή συνεπάγεται την υλική ιδιοποίηση και τον μετασχηματισμό της φύσης. Ένας τρόπος παραγωγής περιλαμβάνει με τη σειρά του έναν συγκεκριμένο συνδυασμό των παραγωγικών και των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Οι παραγωγικές δυνάμεις περιλαμβάνουν τις πρώτες ύλες, τα μέσα παραγωγής, τον τεχνικό καταμερισμό εργασίας που αντιστοιχεί σε αυτές τις πρώτες ύλες και τα δοσμένα μέσα παραγωγής, καθώς και τις σχέσεις αλληλεξάρτησης και συνεργασίας μεταξύ των άμεσων παραγωγών για να μπουν σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής.

Οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής περιλαμβάνουν: (α) τον κοινωνικό έλεγχο της κατανομής των πόρων σε διάφορες παραγωγικές δραστηριότητες και την ιδιοποίηση κάθε πλεονάσματος που προκύπτει· (β) τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας (ή την κατανομή των εργαζομένων στις διαφορετικές δραστηριότητες των διάφορων μονάδων παραγωγής) και (γ) τις ταξικές σχέσεις που βασίζονται στις σχέσεις ιδιοκτησίας, την ίδια την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τη μορφή της οικονομικής εκμετάλλευσης. Κάποιοι μαρξιστές δίνουν έμφαση στην καθοριστικότητα των παραγωγικών δυνάμεων στην παραγωγή της κοινωνικής αλλαγής, αλλά η άποψη της πλειοψηφίας (και της σύγχρονης γνώσης) είναι ότι πρωταρχικές είναι οι κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις. Έτσι, οι περισσότεροι μαρξιστές θεωρούν τώρα τις κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις και όχι τις παραγωγικές δυνάμεις ως βάση της οικονομικής ταξικής κυριαρχίας. Πράγματι, είναι αυτές οι κοινωνικές σχέσεις που πλαισιώνουν την επιλογή μεταξύ των διαθέσιμων παραγωγικών δυνάμεων και του τρόπου με τον οποίο υλοποιούνται στην παραγωγή.

Δεδομένης της καθοριστικότητας των σχέσεων παραγωγής στην οικονομική ταξική κυριαρχία, κάποιοι μαρξιστές δίνουν έμφαση στις σχέσεις εξουσίας που θεμελιώνονται στην οργάνωση της εργασιακής διαδικασίας. Αυτό θεωρείται ο πρωταρχικός χώρος του ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστών και των εργαζομένων και είναι ο κρίσιμος τόπος για την εξασφάλιση της αξιοποίησης του κεφαλαίου μέσω του άμεσου ελέγχου της εργατικής δύναμης. Διακρίνονται διάφορες μορφές ελέγχου (π.χ. γραφειοκρατικές, τεχνικές και δεσποτικές), η καθεμιά με τις δικές της επιπτώσεις για τις μορφές της ταξικής πάλης και την κατανομή της εξουσίας μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Άλλοι μαρξιστές μελετούν τη συνολική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας και τη συνάρθρωσή της με άλλες πτυχές της κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Έτσι, δίνεται έμφαση στη σχετική σημασία του βιομηχανικού ή χρηματοοικονομικού κεφαλαίου, του μονοπωλιακού κεφαλαίου ή των μικρών και μεσαίων καπιταλιστών, των πολυεθνικών ή εθνικών επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων εγχώριας ανάπτυξης ή εξαγωγικών. Οι διαφορετικοί τρόποι οικονομικής ανάπτυξης συνδέονται με διαφορετικά πρότυπα εξουσίας. Ο αμερικανικός φορντισμός, για παράδειγμα, βασισμένος σε έναν ενάρετο κύκλο μαζικής παραγωγής και μαζικής κατανάλωσης σε σχετικά κλειστές οικονομίες, ήταν για ένα χρονικό διάστημα συμβατός με έναν θεσμοθετημένο συμβιβασμό μεταξύ του βιομηχανικού κεφαλαίου και της συνδικαλισμένης εργασίας. Αυτός [ο συμβιβασμός] αποτέλεσε τη βάση για το κεϊνσιανό εθνικό κράτος πρόνοιας με τις διακριτές του μορφές οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αναδιανομής. Ωστόσο, η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση σε συνδυασμό με τις προσπάθειες του κεφαλαίου να αυξήσει την ευελιξία της αγοράς εργασίας υπονόμευσε αυτές τις συνθήκες και ενθάρρυνε μια νεοφιλελεύθερη επίθεση στον μεταπολεμικό ταξικό συμβιβασμό σε αρκετές χώρες.

4. Πολιτική ταξική κυριαρχία

Οι μαρξιστικές θεωρήσεις της πολιτικής ταξικής κυριαρχίας ξεκινούν με το κράτος και τις άμεσες και έμμεσες αρμοδιότητές του στην εξασφάλιση των όρων οικονομικής κυριαρχίας. Δίδεται έμφαση στο κράτος για διάφορους λόγους: πρώτον, δεδομένου ότι οι ίδιες οι δυνάμεις της αγοράς δεν μπορούν να εξασφαλίσουν από μόνες τους όλους τους όρους που απαιτούνται για τη συσσώρευση κεφαλαίου και είναι επιρρεπείς στην αποτυχία της αγοράς, υπάρχει ανάγκη για κάποιο μηχανισμό που να στέκεται έξω και πάνω από την αγορά για να διασφαλίσει και να αντισταθμίσει τις αποτυχίες της. Δεύτερον, ο οικονομικός και πολιτικός ανταγωνισμός μεταξύ των κεφαλαίων απαιτεί μια δύναμη ικανή να οργανώσει τα συλλογικά συμφέροντά τους. Τρίτον, το κράτος χρειάζεται ώστε να διαχειριστεί τις πολλές και ποικίλες επιπτώσεις της οικονομικής εκμετάλλευσης στην ευρύτερη κοινωνία. Οι μαρξιστές υποστηρίζουν ότι μόνον αν το κράτος εξασφαλίσει επαρκή θεσμική ολοκλήρωση και κοινωνική συνοχή, δημιουργούνται οι εξωοικονομικές συνθήκες για «ορθολογικούς οικονομικούς σχεδιασμούς» και, κατά μείζονα λόγο, για τη συσσώρευση κεφαλαίου. Τα παραπάνω απαιτούν ένα κυρίαρχο κράτος που να είναι σχετικά αυτόνομο από επιμέρους ταξικά συμφέροντα και να μπορεί να διατυπώσει και να προωθήσει ένα ευρύτερο, εθνικό-λαϊκό συμφέρον. Όπου αυτό το πολιτικό σχέδιο σέβεται τον καθοριστικό οικονομικό πυρήνα της κοινωνίας, τότε το κράτος βοηθά στην εξασφάλιση οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας. Αυτό συχνά θεωρείται πιο πιθανό στα αστικά δημοκρατικά πολιτικά καθεστώτα από τα δικτατορικά καθεστώτα (βλ. Moore [1957], Barrow [1993], Gramsci [1971], Offe [1984], Πουλαντζάς [1978] και Jessop [1990]).

5. Τρεις μαρξιστικές προσεγγίσεις για το κράτος

Υπάρχουν τρεις κύριες μαρξιστικές προσεγγίσεις για το κράτος: Η εργαλειακή, η δομιστική, και «στρατηγική-σχεσιακή». Οι οπαδοί της εργαλειακής προσέγγισης βλέπουν το κράτος κυρίως ως ένα ουδέτερο εργαλείο για την άσκηση της πολιτικής εξουσίας: όποια τάξη ελέγχει αυτό το εργαλείο μπορεί να το χρησιμοποιήσει για να προωθήσει τα συμφέροντά της. Οι δομιστές υποστηρίζουν ότι το ποιος ελέγχει το κράτος δεν έχει σημασία, διότι αυτό ενσωματώνει εκ των προτέρων μια μεροληψία υπέρ του κεφαλαίου και κατά των κατώτερων τάξεων. Τέλος, οι στρατηγικοί-σχεσιακοί θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι η κρατική εξουσία είναι μια καθορισμένης μορφής συμπύκνωση της ισορροπίας των ταξικών δυνάμεων που συγκρούονται. Θα παρουσιάσω τώρα τις τρεις αυτές απόψεις για το καπιταλιστικό κράτος. Διαφορετικά παραδείγματα θα είναι απαραίτητα για τα κράτη και τους τρόπους παραγωγής με τους οποίους σχετίζεται το καθένα.

Οι οπαδοί της εργαλειακής προσέγγισης θεωρούν το σύγχρονο κράτος ως ένα κράτος στην καπιταλιστική κοινωνία. Ο Ραλφ Μίλιμπαντ εκφράζει καλά την άποψη αυτή γράφοντας ότι «η άρχουσα τάξη της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι εκείνη η τάξη που κατέχει και ελέγχει τα μέσα παραγωγής και η οποία, χάρη στην οικονομική δύναμη που της έχει δοθεί έτσι, μπορεί να χρησιμοποιήσει το κράτος ως ένα μέσο για την κυριαρχία επί της κοινωνίας» (1969: 22). Γενικότερα, όσοι μιλούν για το «κράτος στην καπιταλιστική κοινωνία» υπογραμμίζουν τις σχέσεις κράτους-οικονομίας, διότι, παρά την κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην αστική κοινωνία, το ίδιο το κράτος δεν έχει εγγενώς καπιταλιστική μορφή και δεν εκτελεί απαραίτητα καπιταλιστικές λειτουργίες. Οποιεσδήποτε λειτουργίες εκτελεί για το κεφάλαιο συμβαίνουν επειδή οι φιλοκαπιταλιστικές δυνάμεις τυχαίνει να ελέγχουν το κράτος ή και επειδή η διασφάλιση της κοινωνικής τάξης τυχαίνει επίσης να εξασφαλίζει βασικές προϋποθέσεις για έναν ορθολογικό οικονομικό σχεδιασμό. Αν ωστόσο ο ίδιος κρατικός μηχανισμός βρισκόταν σε ένα άλλο είδος συστήματος, θα μπορούσε εξίσου καλά να ελεγχθεί από άλλες δυνάμεις και να εκτελεί διαφορετικές λειτουργίες.

Οι δομιστές θεωρούν το κράτος ως ένα καπιταλιστικό κράτος επειδή έχει μια εγγενώς καπιταλιστική μορφή και επομένως λειτουργεί για λογαριασμό του κεφαλαίου. Αυτή η άποψη συνεπάγεται μια αντιστοιχία μεταξύ μορφής και λειτουργίας, ώστε το κράτος να είναι οπωσδήποτε καπιταλιστικό. Αλλά τι κάνει ένα κράτος καπιταλιστικό και τι εγγυάται τη λειτουργικότητά του για το κεφάλαιο; Οι δομιστές υποστηρίζουν ότι η ίδια η δομή του σύγχρονου κράτους συμπυκνώνει το ότι οργανώνει το κεφάλαιο και αποδιοργανώνει την εργατική τάξη. Ο Claus Offe (1972, 1984) έχει αναπτύξει την άποψη αυτή ως εξής: ο αποκλεισμός του κράτους από τον άμεσο έλεγχο των μέσων παραγωγής (τα οποία είναι ιδιωτικά) σημαίνει ότι τα έσοδά του εξαρτώνται από έναν υγιή ιδιωτικό τομέα. Ως εκ τούτου, πρέπει, ως προϋπόθεση της δικής του αναπαραγωγής ως κρατικού μηχανισμού, να εξασφαλίσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Οι υποτελείς τάξεις μπορούν να εξασφαλίσουν υλικές παραχωρήσεις μόνο εντός των ορίων της λογικής του κεφαλαίου˙ αν παραβιάσουν αυτά τα όρια, οι παραχωρήσεις αυτές θα πρέπει να αποσυρθούν.

Το κεφάλαιο με τη σειρά του δεν είναι σε θέση να αξιοποιήσει τα οικονομικά του πλεονεκτήματα υπερβολικά πολύ, χωρίς να υπονομεύσει την πολιτική νομιμοποίηση του καπιταλιστικού κράτους. Γιατί, σε αντίθεση με προηγούμενες μορφές της πολιτικής ταξικής κυριαρχίας, η οικονομικά κυρίαρχη τάξη δεν απολαμβάνει το τυπικό μονοπώλιο πολιτικής εξουσίας. Αντίθετα, η τυπική μορφή του αστικού κράτους είναι ένα συνταγματικό κράτος και, αργότερα, ένα εθνικό-λαϊκό δημοκρατικό κράτος. Αυτό προϋποθέτει τον σεβασμό για το κράτος δικαίου και τις απόψεις των πολιτών του.

Η στρατηγική-σχεσιακή προσέγγιση προτάθηκε αρχικά από τον Έλληνα κομμουνιστή θεωρητικό Νίκο Πουλαντζά και στη συνέχεια έγινε αντικείμενο επεξεργασίας από τον Βρετανό θεωρητικό του κράτους, Bob Jessop. Ο Πουλαντζάς επέκτεινε τη διαπίστωση του Μαρξ ότι το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα αλλά μια κοινωνική σχέση, υποστηρίζοντας ότι το και κράτος είναι μια κοινωνική σχέση. Ο Μαρξ κατέδειξε ότι η συνεχιζόμενη αναπαραγωγή των υλικών και θεσμικών μορφών της κεφαλαιοκρατικής σχέσης διαμόρφωσε τη δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης κεφαλαίου και τον οικονομικό ταξικό αγώνα˙ αλλά η κυριαρχία αυτών των μορφών δεν θα μπορούσε από μόνη της να εγγυηθεί την καπιταλιστική συσσώρευση. Αυτό εξαρτιόταν από την επιτυχία του κεφαλαίου στο να διατηρήσει την κυριαρχία του πάνω στην εργατική τάξη στην παραγωγή, στην πολιτική και στην ευρύτερη κοινωνία. Στο μεταγενέστερο έργο του ο Πουλαντζάς εφάρμοσε την ιδέα αυτή στο καπιταλιστικό κράτος. Θεώρησε ότι η σύγχρονη μορφή του κράτους έχει ορισμένες ενσωματωμένες μεροληψίες, αλλά ισχυρίστηκε ότι αυτές οι ίδιες από μόνες τους ήταν ανεπαρκείς για να εξασφαλίσουν την καπιταλιστική κυριαρχία. Πράγματι, χρησίμευσαν ακόμη και στο να αναπαράγουν τις ταξικές συγκρούσεις και αντιφάσεις εντός του ίδιου του κράτους, έτσι ώστε η επιρροή της κρατικής εξουσίας να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη μεταβαλλόμενη ισορροπία των δυνάμεων και τις στρατηγικές και τις τακτικές που ακολουθούνταν τόσο από ταξικές όσο και από τις μη ταξικές δυνάμεις (Πουλαντζάς, 1978).

Η πρόταση ότι το κράτος είναι μια κοινωνική σχέση είναι σημαντική θεωρητικά και πολιτικά. Θεωρούμενο ως θεσμική ολότητα ή πύκνωση πολιτικών δυνατοτήτων και πόρων, το κράτος δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα ταξικά ουδέτερο όργανο. Είναι αναπόφευκτα ταξικά μεροληπτικό λόγω της δομικής επιλεκτικότητάς του, που καθιστά τους κρατικούς θεσμούς, τις δυνατότητες και τους πόρους πιο προσβάσιμα σε κάποιες πολιτικές δυνάμεις και πιο ταιριαστά για ορισμένους σκοπούς από όσο για κάποιους άλλους. Αυτή η μεροληψία έχει τις ρίζες της στη γενική μορφή του καπιταλιστικού κράτους αλλά ποικίλλει ανάλογα με την ιδιαίτερη θεσμική του μήτρα. Ομοίως, δεδομένου ότι δεν είναι υποκείμενο, το καπιταλιστικό κράτος δεν ασκεί και πράγματι δεν μπορεί να ασκήσει εξουσία. Αντ’ αυτού, οι εξουσίες του (στον πληθυντικό αριθμό) ενεργοποιούνται μέσω μεταβαλλόμενων συνόλων πολιτικών και κρατικών αξιωματούχων που βρίσκονται σε συγκεκριμένα τμήματα του κρατικού μηχανισμού σε συγκεκριμένες συγκυρίες. Εάν μια γενική στρατηγική γραμμή είναι κάποιες φορές διακριτή στην άσκηση αυτών των εξουσιών, αυτό προκύπτει από έναν στρατηγικό συντονισμό που επιτρέπει η επιλεκτικότητα/μεροληπτικότητα του κρατικού συστήματος και ο οργανωτικός ρόλος των δικτύων παράλληλης εξουσίας που διασχίζουν, ενοποιώντας έτσι, τις επίσημες δομές του κράτους.

Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Πουλαντζάς, αυτό δεν είναι τόσο πιθανό επίτευγμα. Και αυτό γιατί το ίδιο το κρατικό σύστημα αναγκαστικά διατρέχεται από αντιφάσεις και ταξικούς αγώνες και οι πολιτικοί παράγοντες που δρουν στο εσωτερικό του συναντούν πάντα αντιστάσεις από συγκεκριμένες δυνάμεις πέρα από το κράτος, οι οποίες κινητοποιούνται σε αγώνες για να το μετασχηματίσουν, να καθορίσουν τις πολιτικές του ή απλώς να το επηρεάσουν από κάποια απόσταση. Αν γίνει αποδεκτή αυτή η ανάλυση, τότε συμπεραίνουμε ότι δεν υπάρχει τέλος στον αγώνα της ταξικής-πολιτικής πάλης. Ένα αστικό μπλοκ εξουσίας μπορεί να διατηρήσει τη σχετική ενότητά του ενάντια στις εσωτερικές αντιπαλότητες και τους φραξιονισμούς και να εξασφαλίσει την ηγεμονία του (ή, τουλάχιστον, την κυριαρχία του) στις λαϊκές μάζες, μόνο μέσω της συνεχούς ανανέωσης.

6. Ιδεολογική ταξική κυριαρχία

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς μίλησαν για πρώτη φορά για την ιδεολογική κυριαρχία, όταν σημείωσαν στη Γερμανική ιδεολογία (1845-6) ότι «οι κυρίαρχες ιδέες σε κάθε εποχή είναι οι ιδέες της άρχουσας τάξης» και συσχέτισαν αυτό το φαινόμενο με τον έλεγχο της τελευταίας πάνω στα μέσα της πνευματικής παραγωγής. Το έργο τους ανέπτυξε αρκετές προσεγγίσεις σχετικά με την ιδεολογική κυριαρχία, ξεκινώντας από τις επιπτώσεις του φετιχισμού του εμπορεύματος μέχρι τον ατομικισμό που δημιουργείται από πολιτικές μορφές της αστικής κοινωνίας (πολίτης-υπηκοότητα) και ως τους αγώνες για την ηγεμονία στην κοινωνία των πολιτών.11Με τον όρο κοινωνία των πολιτών μεταφράζεται συνήθως ο γερμανικό όρος bürgerliche Gesellschaft, στα αγγλικά civil society για να περιγραφεί η σφαίρα των μη πολιτικών, με τη στενή έννοια, κοινωνικών σχέσεων. Αυτή η μετάφραση έχει επιλεγεί και εδώ, αν και ο όρος αστική κοινωνία ή κοινωνία των ιδιωτών αποδίδουν καλύτερα το περιεχόμενο της έννοιας στη μαρξική θεωρία (ΣτΕ). Το μαρξιστικό ενδιαφέρον για τις μορφές της ιδεολογικής ταξικής κυριαρχίας έγινε ακόμα ισχυρότερο με την άνοδο της δημοκρατικής διακυβέρνησης και της μαζικής πολιτικής στα τέλη του 19ου αιώνα και την αυξημένη σημασία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του μαζικού πολιτισμού στον 20ό αιώνα. Διάφορα ρεύματα στον αποκαλούμενο «δυτικό μαρξισμό» έχουν ενδιαφερθεί έντονα για την ιδεολογική κυριαρχία, ειδικά όταν δεν έχει συμβεί μια ριζοσπαστική σοσιαλιστική ή κομμουνιστική επανάσταση παρά τη σοβαρή οικονομική κρίση ή κατά τη διάρκεια γενικότερων περιόδων παθητικότητας της εργατικής τάξης. Διαδοχικές γενιές της Σχολής της Φρανκφούρτης υπήρξαν σημαντικές εδώ, υπάρχουν όμως και πολλές άλλες προσεγγίσεις που λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο. Μια κορυφαία φυσιογνωμία που ενέπνευσε πολλή δουλειά στον τομέα αυτό είναι ο Γκράμσι (Antonio Gramsci), Ιταλός κομμουνιστής που δραστηριοποιήθηκε στον Μεσοπόλεμο. Ο Γκράμσι ανέπτυξε μια ιδιαίτερη προσέγγιση στην ανάλυση της ταξικής εξουσίας. Το κύριο μέλημά του ήταν να αναπτύξει μια αυτόνομη μαρξιστική επιστήμη της πολιτικής στις καπιταλιστικές κοινωνίες, να διακρίνει τους διαφορετικούς τύπους κράτους και πολιτικής και να καθορίσει έτσι τις πιο πιθανές συνθήκες κάτω από τις οποίες οι επαναστατικές δυνάμεις θα μπορούσαν ενδεχομένως να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό. Ασχολήθηκε ενδελεχώς με τις ιδιαιτερότητες της πολιτικής κατάστασης και τις επαναστατικές προοπτικές στη «Δύση» (Δυτική Ευρώπη, ΗΠΑ) σε αντίθεση με την «Ανατολή» (δηλαδή τη τσαρική Ρωσία), πιστεύοντας ότι ένα λενινιστικό κόμμα πρωτοπορίας και ένα επαναστατικό πραξικόπημα ήταν ακατάλληλα για τη «Δύση».

Ο Γκράμσι ταύτισε το κράτος, στη στενή του έννοια, με τον πολιτικο-νομικό μηχανισμό, τα συνταγματικά και θεσμικά χαρακτηριστικά της κυβέρνησης, τις επίσημες διαδικασίες λήψης αποφάσεων και τις γενικές πολιτικές του. Όμως, το δικό του έργο επικεντρώθηκε περισσότερο στους τρόπους και τα μέσα βάσει των οποίων η πολιτική, η πνευματική και η ηθική ηγεσία διαμεσολαβούνται από ένα σύνθετο συνόλο θεσμών, οργανισμών και δυνάμεων που λειτουργούν μέσα, προσανατολίζονται προς ή βρίσκονται σε απόσταση από το κράτος με τη στενή έννοια. Αυτή η προσέγγιση αντικατοπτρίζεται στον αμφιλεγόμενο ορισμό του κράτους ως «πολιτική κοινωνία+κοινωνία των πολιτών» και στους σχετικούς ισχυρισμούς του ότι η κρατική εξουσία στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες βασίζεται στην «ηγεμονία που θωρακίζεται με εξαναγκασμό». Ο Γκράμσι όρισε επίσης το κράτος ως «ολόκληρο το σύμπλεγμα των πρακτικών και θεωρητικών δραστηριοτήτων με τις οποίες η άρχουσα τάξη όχι μόνο δικαιολογεί και διατηρεί την κυριαρχία της, αλλά καταφέρνει να κερδίσει την ενεργή συγκατάθεση των ατόμων τα οποία κυβερνά» (1971: 244). Υποστήριξε ότι τα κράτη βασίζονταν πάντοτε σε μεταβλητούς συνδυασμούς εξαναγκασμού και συναίνεσης (ή ισχύος και ηγεμονίας). Για τον Γκράμσι, η ισχύς περιλαμβάνει τη χρήση ενός μηχανισμού εξαναγκασμού, ώστε η μάζα των ανθρώπων να συμμορφώνεται και να τηρεί τις απαιτήσεις ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Αντίθετα, η ηγεμονία συνεπάγεται την επιτυχή κινητοποίηση και αναπαραγωγή της «ενεργού συγκατάθεσης» των κυριαρχούμενων ομάδων από την άρχουσα τάξη μέσω της άσκησης πολιτικής, πνευματικής και ηθικής ηγεσίας.

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο Γκράμσι δεν ταύτισε την ισχύ αποκλειστικά με το κράτος (π.χ. αναφέρθηκε σε ιδιωτικές φασιστικές ομάδες τρομοκρατίας) ούτε εντόπισε την ηγεμονία αποκλειστικά εντός της κοινωνίας των πολιτών (καθώς το κράτος έχει επίσης σημαντικές ηθικοπολιτικές λειτουργίες). Όμως, το γενικό επιχείρημά του ήταν ότι το καπιταλιστικό κράτος δεν πρέπει να θεωρείται ως ένας βασικός μηχανισμός εξαναγκασμού αλλά ως θεσμική ολότητα που χαρακτηρίζεται από ένα μεταβλητό μείγμα εξαναγκασμού, διαφθοράς, απάτης και ενεργητικής συναίνεσης. Επιπλέον, αντί να αντιμετωπίσει συγκεκριμένους θεσμούς και μηχανισμούς ως καθαρά τεχνικά μέσα διακυβέρνησης, ο Γκράμσι ασχολήθηκε με τις κοινωνικές τους βάσεις. Τόνισε ότι οι λειτουργίες και τα αποτελέσματα των κρατικών μηχανισμών/θεσμών διαμορφώνονται από τους δεσμούς τους με το οικονομικό σύστημα και την αστική κοινωνία.

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα του Γκράμσι είναι η αναγκαιότητα, στις προχωρημένες καπιταλιστικές δημοκρατίες, ενός μακροπρόθεσμου πολέμου θέσεων στον οποίο οι υποτελείς τάξεις θα αναπτύξουν μια ηγεμονική «συλλογική βούληση», που θα συνθέσει δημιουργικά ένα επαναστατικό σχέδιο βασισμένο στις καθημερινές εμπειρίες και την «κοινή λογική» των λαϊκών δυνάμεων. Παρ’ ότι ορισμένοι σχολιαστές ερμηνεύουν αυτή την έμφαση στον πολιτικοϊδεολογικό αγώνα, συνάγοντας ότι ένας κοινοβουλευτικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό είναι εφικτός, ο Γκράμσι κατά βάση τόνιζε την πιθανότητα τελικά ενός πολέμου κινήσεων με στρατιωτικοπολιτική κατάληξη. Αυτή όμως η κατάληξη θα ήταν μικρότερη, πιο σαφής και λιγότερο αιματηρή αν είχε κερδηθεί η ηγεμονία εξαρχής.

7. Η συνάρθρωση της οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας

Οι σχέσεις μεταξύ οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας μπορούν να εξεταστούν από τη σκοπιά της διαρθρωτικά εγγεγραμμένης επιλεκτικότητας συγκεκριμένων μορφών κυριαρχίας και των στρατηγικών που συμβάλλουν στην εδραίωση (ή υπονόμευση) αυτών των επιλεκτικοτήτων.

Η μεροληψία, που είναι εγγεγραμμένη στο έδαφος του κράτους σαν τόπο στρατηγικής δράσης, μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ως μεροληψία σε σχέση με συγκεκριμένες στρατηγικές που επιδιώκουν συγκεκριμένες δυνάμεις για την προώθηση συγκεκριμένων συμφερόντων σε ένα συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα αντί ενός συγκεκριμένου συνόλου άλλων δυνάμεων, που προωθούν τα δικά τους συμφέροντά μέσω συγκεκριμένων στρατηγικών.

Συγκεκριμένες μορφές του κράτους ευνοούν κάποιες στρατηγικές έναντι άλλων, ευνοούν την πρόσβαση ορισμένων δυνάμεων έναντι άλλων, μερικών συμφερόντων έναντι άλλων, ορισμένους χρονικούς ορίζοντες έναντι άλλων, κάποιες δυνατότητες συνασπισμού έναντι άλλων. Ένας δεδομένος τύπος κράτους, μια δεδομένη κρατική μορφή, μια δεδομένη μορφή καθεστώτος θα είναι πιο προσβάσιμες σε ορισμένες δυνάμεις απ’ ό,τι σε άλλες, σύμφωνα με τις στρατηγικές που υιοθετούν για να κατακτήσουν την κρατική εξουσία. Και θα είναι πιο κατάλληλη για την επιδίωξη ορισμένων τύπων οικονομικής ή πολιτικής στρατηγικής από άλλες, λόγω των τρόπων παρέμβασης και των πόρων που χαρακτηρίζουν αυτό το σύστημα. Όλα αυτά υποδηλώνουν την ανάγκη να εξεταστούν οι διαφορές μεταξύ των τύπων κράτους (π.χ. φεουδαρχικό έναντι του καπιταλισμικού), των κρατικών μορφών (π.χ. η απολυταρχική, η φιλελεύθερη, η παρεμβατική), των τρόπων πολιτικής αντιπροσώπευσης (π.χ. η δημοκρατική έναντι της δεσποτικής), των επιμέρους πολιτικών καθεστώτων (γραφειοκρατικά αυταρχικά, φασιστικά, στρατιωτικά ή κοινοβουλευτικά, προεδρικά, μαζικά δημοψηφισματικά κ.λπ.), συγκεκριμένων εργαλείων πολιτικής (π.χ. κεϊνσιανή διαχείριση της ζήτησης έναντι της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της προσφοράς) και ούτω καθεξής (βλ. Jessop, 1982˙ 1990).

Ενώ ο Jessop, βασιζόμενος στον Πουλαντζά (Poulantzas, 1978), τείνει να τονίσει τη δομική στιγμή της «στρατηγικής επιλεκτικότητας», ο Γκράμσι επικεντρώθηκε στη στρατηγική στιγμή της. Ειδικότερα, ενάντια στην τότε επικρατούσα άποψη ότι η οικονομική βάση καθορίζει μονομερώς το νομικο-πολιτική υπερδομή και τις επικρατούσες μορφές κοινωνικής συνείδησης, ο Γκράμσι υποστήριξε ότι υπήρχε μια αμοιβαία σχέση μεταξύ της οικονομικής «βάσης» και του πολιτικο-ιδεολογικού «εποικοδομήματός» της. Μελέτησε αυτό το πρόβλημα με το πρίσμα του πώς «η αναγκαία αμοιβαιότητα μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος» εξασφαλίζεται μέσω συγκεκριμένων πνευματικών, ηθικών και πολιτικών πρακτικών που μεταφράζουν στενά τομεακά, επαγγελματικά ή τοπικά συμφέροντα σε ευρύτερα «ηθικοπολιτικά». Μόνο έτσι, έγραψε, παύει η οικονομική δομή να είναι μια εξωτερική, περιοριστική δύναμη και γίνεται πηγή πρωτοβουλίας και υποκειμενικής ελευθερίας (1971: 366-7). Αυτό σημαίνει ότι η ηθικοπολιτική πρακτική όχι μόνο συγκροτεί οικονομικές δομές, αλλά τους δίνει τη λογική και τη νομιμοποίησή τους. Όταν υπάρχει τέτοια αμοιβαία σχέση μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος, ο Γκράμσι μιλούσε για ένα «ιστορικό μπλοκ». Εισήγαγε επίσης τις έννοιες του μπλοκ εξουσίας και του ηγεμονικού μπλοκ για να αναλύσει αντίστοιχα τις συμμαχίες των κυρίαρχων τάξεων και το ευρύτερο σύνολο των δυνάμεων ενός έθνους-κράτους που κινητοποιούνται πίσω από ένα συγκεκριμένο ηγεμονικό έργο. Η έννοια του ηγεμονικού μπλοκ αναφέρεται στην ιστορική ενότητα όχι των δομών (όπως στην περίπτωση του ιστορικού μπλοκ) αλλά των κοινωνικών δυνάμεων (που ο Γκράμσι ανέλυσε με όρους κυρίαρχων τάξεων, υποτελών τάξεων, μαζικών κινημάτων και διανοουμένων). Ένα ηγεμονικό μπλοκ είναι μια βιώσιμη συμμαχία των ταξικών δυνάμεων που οργανώνεται από μια τάξη (ή μερίδα μίας τάξης) που έχει αποδείξει ότι είναι ικανή να ασκεί πολιτική, πνευματική και ηθική ηγεσία επί των κυρίαρχων τάξεων αλλά και επί των λαϊκών μαζών. Ο Γκράμσι επισημαίνει έναν κεντρικό οργανωτικό ρόλο εδώ για τους «οργανικούς διανοούμενους», δηλ. πρόσωπα ικανά να αναπτύξουν ηγεμονικά σχέδια που εκφράζουν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των κυρίαρχων ή των κατώτερων τάξεων με «εθνικο-λαϊκούς» όρους. Ο Γκράμσι τόνισε επίσης την ανάγκη ενός «αποφασιστικού οικονομικού πυρήνα» που θα αποτελέσει τη βάση για μακροπρόθεσμη ηγεμονία και έκανε κριτική στις προσπάθειες για την οικοδόμηση μιας «αυθαίρετης, ορθολογικής και βουλησιαρχικής» ηγεμονίας που αγνοεί την οικονομική πραγματικότητα.

8. Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, η μαρξιστική προσέγγιση της εξουσίας και της άσκησής της περιλαμβάνει τα ακόλουθα τέσσερα πεδία ενδιαφέροντος: (1) εξουσία και ταξική κυριαρχία, (2) τις διαμεσολαβήσεις μεταξύ οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας, (3) τους περιορισμούς και τις αντιφάσεις της εξουσίας που βασίζονται στη φύση του καπιταλισμού ως ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων και (4) τον ρόλο της στρατηγικής και της τακτικής. Αυτά τα πεδία ενδιαφέροντος δείχνουν τόσο τα ισχυρά όσο και τα αδύνατα σημεία της προσέγγισης. Πρώτον, δίνοντας έμφαση στην ταξική κυριαρχία, ο μαρξισμός τείνει να αγνοεί άλλες μορφές κοινωνικής κυριαρχίας – πατριαρχικές, εθνοτικές, «φυλετικές», ηγεμονικές αρρενωπότητες, διακρατικές, περιφερειακές ή εδαφικές κ.λπ. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτοί θεωρούνται παράγοντες που επικαθορίζουν τις μορφές της ταξικής κυριαρχίας ή και τροποποιούνται από αλλαγές στις ταξικές σχέσεις. Δεύτερον, υπάρχει ο κίνδυνος να δοθεί υπερβολική έμφαση στη διαρθρωτική συνοχή της ταξικής κυριαρχίας εις βάρος των ασυνεχειών της, των αντιφάσεών της, των αντισταθμιστικών τάσεων της κ.λπ.

Οι απόψεις μίας ενοποιημένης κυρίαρχης τάξης δεν ανταποκρίνονται στο χαώδες τοπίο των πραγματικών μορφοποιήσεων της ταξικής κυριαρχίας, τις τριβές εντός και κατά μήκος των οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών της διαστάσεων, τις ασυνέχειες ανάμεσα σε διαφορετικές κλίμακες της κοινωνικής οργάνωσης, την αντιφατική φύση και τα αποτελέσματα των στρατηγικών, των τακτικών και των πολιτικών, την πιθανότητα αποτυχιών από το κράτος αλλά και την αγορά και την δυνατότητα των υποτελών ταξικά δυνάμεων να αντιστέκονται. Πολλές συνεκτικές αναλύσεις αποκαλύπτουν αυτή την αντιφατική πολυπλοκότητα˙ όμως, τέτοιες διαπιστώσεις υποτιμώνται στο επίπεδο μιας πιο αφηρημένης μαρξιστικής θεώρησης.

Τρίτον, οι μαρξιστές κινδυνεύουν να ανάγουν τα όρια της πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής κυριαρχίας στο αποτέλεσμα των ταξικών αντιθέσεων, όταν υπάρχουν και άλλοι παράγοντες αποτυχίας.

Τέλος, ενώ η έμφαση στη στρατηγική και την τακτική είναι απαραίτητη για να υπερβούμε τη δομιστική πλάνη ότι το κεφάλαιο μπορεί να αυτοαναπαράγεται δίχως να χρειάζεται ανθρώπινη δράση, υπάρχει ο κίνδυνος του βολονταρισμού, αν η στρατηγική και η τακτική δεν εξεταστούν σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη συγκυρία και το ευρύτερο δομικό κοινωνικό πλαίσιο.

Βιβλιογραφία

Altvater, E. and Hoffman, J. (1990) ‘The West German state derivation debate’, Social Text, 8 (2), 134-55

Barrow, C.W. (1993) Critical Theories of the State: Marxist, neo-Marxist, post-Marxist, Madison: University of Wisconsin Press.

Clarke, S., ed., (1990) The State Debate, Basingstoke: Macmillan.

Gramsci, A. (1971) Selections from the Prison Notebooks, London: Lawrence and Wishart.

Jessop, B. (1982) The Capitalist State: Marxist Theories and Methods, Oxford: Martin Robertson.

Jessop, B. (1990) State Theory: Putting Capitalist States in their place, Cambridge: Polity.

Isaac, J.C. (1987) Power and Marxist Theory: A Realist Approach, Ithaca: Cornell University Press.

Marx, K. (1871) The Civil War in France, in D. Fernbach, ed., Karl Marx: the First International and After, Harmondsworth: Penguin, 1973.

Marx, K. and Engels, F. (1845-6) The German Ideology, in Marx- Engels Collected Works, vol. 5, London: Lawrence & Wishart.

Marx, K. and Engels, F. (1848) The Manifesto of the Communist Party.

Miliband, R. (1969) The State in Capitalist Society, London: Weidenfeld & Nicolson.

Moore, S.W. (1957) The Critique of Capitalist Democracy, New York: Paine-Whitman.

Offe, C. (1972) Strukturprobleme des kapitalistischen Staates, Frankfurt: Suhrkamp.

Offe, C. (1984) Contradictions of the Welfare State, London: Hutchinson.

Poulantzas, N. (1978) State, Power, Socialism, London: Verso.

Notes:
  1. Με τον όρο κοινωνία των πολιτών μεταφράζεται συνήθως ο γερμανικό όρος bürgerliche Gesellschaft, στα αγγλικά civil society για να περιγραφεί η σφαίρα των μη πολιτικών, με τη στενή έννοια, κοινωνικών σχέσεων. Αυτή η μετάφραση έχει επιλεγεί και εδώ, αν και ο όρος αστική κοινωνία ή κοινωνία των ιδιωτών αποδίδουν καλύτερα το περιεχόμενο της έννοιας στη μαρξική θεωρία (ΣτΕ).