Η κοινωνικο-ταξική κρίση του 1970 και η βιοπληροφοριακή επανάσταση που ακολούθησε διαμόρφωσαν ένα σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος, για το οποίο η βιοπολιτική αποτελεί την τελευταία λέξη της επιστημολογικής του εξέλιξης. Ορίζοντας τη βιοπολιτική επιστήμη ως την επιστήμη της κρατικής διακυβέρνησης του πληθυσμού και των κοινωνικών αντιστάσεων με γνώμονα το βιοπληροφοριακό παράδειγμα, το παρόν άρθρο θα αφηγηθεί συνοπτικά την ιστορία των τριών κυμάτων της νεωτερικής βιοπολιτικής και θα προτείνει μια γενική ταξινόμηση των βιοπολιτικών τεχνολογιών άμυνας/ασφάλειας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας που επιστρατεύει το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος απέναντι στο τριπλό πρόβλημα της επικράτησης στον εμφύλιο της παραγωγικής εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αναπαραγωγής του πληθυσμού μέσα στο διεθνές καπιταλιστικό περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται αναφορά σε σύγχρονες τεχνολογίες άμυνας/ασφάλειας και ελέγχου του πληθυσμού και των εργαζομένων, σε σύγχρονες στρατηγικές ανάπτυξης του «ανθρώπινου κεφαλαίου» και στη λογική των «ολικών δεικτών ανταγωνιστικότητας» για την αξιολόγηση των χωρών.

Η επιστημολογική εξέλιξη του καπιταλιστικού κράτους

«Είναι εύκολο να αντιστοιχίσουμε σε κάθε κοινωνία τύπους μηχανών, όχι γιατί οι μηχανές είναι προσδιοριστικός παράγων, αλλά γιατί εκφράζουν εκείνες τις κοινωνικές μορφές που είναι ικανές να τις γεννήσουν και να τις χρησιμοποιήσουν. Οι παλιές κοινωνίες της κυριαρχίας χειρίζονταν απλές μηχανές, μοχλούς, τροχαλίες, ρολόγια. Ενώ οι πιο πρόσφατες πειθαρχικές κοινωνίες είχαν για εξοπλισμό τις μηχανές ενέργειας, με τον παθητικό κίνδυνο της εντροπίας και τον ενεργητικό κίνδυνο του σαμποτάζ. Στις κοινωνίες του ελέγχου λειτουργούν μηχανές τρίτου τύπου, μηχανές πληροφορικής και υπολογιστές, στις οποίες ο παθητικός κίνδυνος είναι το θόλωμα του μυαλού και ο ενεργητικός εκείνος της πειρατείας και της εισαγωγής των ιών» (Deleuze, 2001: 13).

Κάθε επιστημονική κατανόηση της κρατικής μορφής οφείλει μάλλον να ξεκινήσει από την εξής υπόθεση εργασίας: Υπάρχει ένας «ισομορφισμός» ανάμεσα στις επιστήμες της φύσης και στις επιστήμες της κοινωνίας, με κοινή αναφορά την κυριαρχία: κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση, κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο. Η νεωτερική επιστήμη του Κράτους, ως επιστήμη της επικράτησης μιας κυρίαρχης ομάδας στον εμφύλιο πόλεμο με στόχο την εκμετάλλευση και την αναπαραγωγή του πληθυσμού μέσα σε ένα ιστορικό περιβάλλον, αντλούσε πάντοτε το επιστημολογικό της πρότυπο από την εκάστοτε ιστορικά κυρίαρχη επιστημολογία καθυπόταξης των φυσικών και κοινωνικών δυνάμεων. Η επιστημονική εξέλιξη του νεωτερικού καπιταλιστικού κράτους δεν ήταν ποτέ ουδέτερη: είχε πάντοτε ως στόχο τη βελτιστοποίηση της επικράτησης της κυρίαρχης τάξης στον κοινωνικό πόλεμο. Κατά την ιστορική περίοδο της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του κεφαλαίου, η κλασική γαλιλαϊκή-νευτώνεια φυσική μηχανική παρέχει το πρότυπο της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως μιας απολυταρχικής, θεοκρατικής μηχανής, με σκοπό την επικράτηση της φεουδαρχικής τάξης πάνω στην αναπτυσσόμενη αστική τάξη, σε έναν κυκεώνα εμφυλιακών, κοινωνικο-ταξικών και πολιτικο-θεολογικών αντιπαραθέσεων. Κατά την περίοδο της Α’ Βιομηχανικής Επανάστασης, η θερμική μηχανή εσωτερικής καύσης και η έννοια της ενέργειας παρέχουν το δυναμικό μηχανικό πρότυπο μιας θερμοδυναμικής επιστήμης της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως φιλελεύθερης, αποδοτικής μηχανής εισροών-εκροών, με σκοπό την επικράτηση της νεαρής αστικής τάξης πάνω στους αριστοκράτες, ευγενείς και γαιοκτήμονες, από τη μία πλευρά, αλλά και πάνω στους αγρότες και τους προλετάριους, από την άλλη. Την περίοδο της Β’ Βιομηχανικής Επανάστασης, η σχεσιακή επιστημολογία του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου και της επιστημονικής χημείας παρέχουν το πρότυπο μιας σχεσιακής επιστήμης της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως κορπορατιστικού συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων, που επιχειρεί την επικράτηση και ενσωμάτωση του αναπτυσσόμενου εργατικού, συνδικαλιστικού κινήματος και των πρώτων σοσιαλιστικών επαναστάσεων.11Η αφήγησή μας εδώ είναι αναγκαστικά σχηματική, απλώς και μόνο εισαγωγική στην εν λόγω προβληματική. Για μια πιο αναλυτική υποστήριξη αυτής της θέσης, βλ. Γιάννης Ευσταθίου, Νίκος Χαραλαμπόπουλος (2016), «Επιστημολογία της Κρατικής μορφήςπέρα από την αντιπαράθεση Althusser-Πουλαντζά», εργασία διαθέσιμη στο www.academia.edu.

Η κεφαλαιοκρατική αναδιάρθρωση που πυροδοτείται με την ιστορική κρίση του κορπορατιστικού «κοινωνικού κράτους» στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ως απάντηση στην παγκόσμια κοινωνικο-ταξική κρίση της περιόδου 19601980, ώθησε προς μια Γ’ Βιομηχανική ή Βιοπληροφοριακή Επανάσταση και στη διαμόρφωση ενός νέου καπιταλιστικού κράτους. Η νέα επιστημονικο-τεχνολογική επανάσταση περιλαμβάνει τόσο τις σύγχρονες επιστήμες της ζωής και της πληροφορίας όσο και τις εφαρμογές τους στην οικονομική παραγωγή, την επιχειρηματική διοίκηση και τη κρατική διακυβέρνηση: η μοριακή βιολογία και η γονιδιωματική, η βιοτεχνολογία, η νευροβιολογία και η νευροψυχολογία, η σύγχρονη ανοσολογία, η εξελικτική οικολογία, η κοινωνιοβιολογία και η «νέα δαρβινική σύνθεση» της θεωρίας της εξέλιξης, η κυβερνητική (cybernetics) και η γενική θεωρία των συστημάτων, η θεωρία της πληροφορίας και η θεωρία των δικτύων, η εξελικτική θεωρία των παιγνίων. Αλλά και τα σύγχρονα ενεργειακά συστήματα των ΑΠΕ με επίκεντρο την έννοια της βιωσιμότητας σε σχέση με το περιβάλλον, τα σύγχρονα συστήματα αυτοματοποίησης της παραγωγής, διοικητικού υπολογισμού και βελτιστοποίησης των αποδόσεων στην αλυσίδα παραγωγής, διανομής, κατανάλωσης (logistics), οι αλγόριθμοι «εξόρυξης δεδομένων» και τα μοντέλα διαλογής, αποθήκευσης, διαχείρισης και αξιοποίησης των Big Data, η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική. Οι εξελίξεις αυτές έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών επικράτησης και ελέγχου, εκμετάλλευσης και αναπαραγωγής του πληθυσμού, καθώς και στην παραγωγή νέων μορφών υποκειμενοποίησης των υπηκόων. Η επιστημονική, τεχνολογική και υποκειμενική αναδιοργάνωση της κεφαλαιοκρατίας, με επίκεντρο τον κοινωνικό ανταγωνισμό στη Γαλλία και την Ιταλία, οδηγεί στην ανάπτυξη του κριτικού ερευνητικού προγράμματος της βιοπολιτικής, με βασικούς εκπροσώπους τους/τις Michel Foucault, Gilles Deleuze, Antonio Negri, Paolo Virno, Giorgio Agamben, Roberto Esposito, Catherine Malabou, αλλά και τις Αμερικανές φεμινίστριες Donna Haraway, Emily Martin κ.ά. Το κριτικό ερευνητικό πρόγραμμα της σύγχρονης βιοπολιτικής άνοιξε το δρόμο για μια αναδρομική κατανόηση της βιοπολιτικής εξέλιξης του νεωτερικού, καπιταλιστικού κράτους.

Τα τρία εξελικτικά κύματα βιοπολιτικής

«Πριν ακόμη κάνει ορμητικώς την εμφάνισή του στο προσκήνιο του αιώνα μας, το ποτάμι της βιοπολιτικής, που σέρνει μαζί του τη ζωή του homo sacer, ρέει υπογείως, αλλά δίχως σταματημό. Ως εάν, αρχίζοντας από ένα ορισμένο σημείο, κάθε αποφασιστικό πολιτικό συμβάν να είχε πάντοτε δύο όψεις: οι χώροι, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που τα άτομα κατακτούν στη σύγκρουσή τους με τις κεντρικές εξουσίες προετοιμάζουν κάθε φορά ταυτοχρόνως μια σιωπηρή, αλλά αυξανόμενη εγγραφή της ζωής τους στην κρατική τάξη, προσφέροντας έτσι ένα νέο και ακόμη πιο τρομακτικό έρεισμα στην κυρίαρχη εξουσία από την οποία επιθυμούσαν να απελευθερωθούν» (Agamben, 2005: 191 και επ.).

Καθώς η φυσική μηχανική, η θερμοδυναμική, το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο και η χημεία διαμορφώνουν επιστημολογικά μοντέλα που αδυνατούν να περιγράψουν αποτελεσματικά τα οργανικά και τα πληθυσμιακά φαινόμενα της ζωής, τα μοντέλα αυτά καθίστανται απρόσφορα για την προσομοίωση της κοινωνικο-πολιτικής ζωής. Για το σκοπό αυτό ανέκαθεν επιστρατεύονταν η βιολογία και ευρύτερα οι επιστήμες της ζωής. Από την αρχαιότητα ήδη η πολιτική φιλοσοφία χρησιμοποίησε τη βιολογική μεταφορά του πολιτικού σώματος για να περιγράψει την πολιτική κοινωνία ως μορφή ζωής, ενώ στη νεωτερικότητα η θεμελιώδης έννοια του Συντάγματος, constitution, σηματοδοτούσε τη σύσταση ή κράση, με τη βιολογική έννοια του όρου, του κοινωνικοπολιτικού σώματος.22Για τον όρο σύνταγμα και την βιολογική έννοια που σηματοδοτεί, βλ. στο Χρυσόγονος, 2012: «Ο όρος constitution φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε αρχικά όχι ως ανανοηματοδότηση του λατινικού constitutio, αλλά με την έννοια της κράσης ή διαμόρφωσης του «πολιτικού σώματος» (constitution of the body (…) Πιο ευδιάκριτη ακόμα είναι η μεταφορική προέλευση του όρου στο ιδρυτικό σύμφωνο (Plantation Covenant) Άγγλων αποίκων στη Βόρεια Αμερική το 1620, με την αμοιβαία δέσμευσή τους ότι ενώνονται σε ένα αστικό πολιτικό σώμα και (θα) συντάσσουν δίκαιους και ίσους νόμους για το γενικό συμφέρον της αποικίας». Στη νεωτερικότητα η βιοπολιτική, δηλαδή η κρατική πολιτική που συλλαμβάνεται, οργανώνεται και ασκείται με βιολογικούς και οικολογικούς-εξελικτικούς όρους, προσλαμβάνει μια νέα δυναμική.

Το πρώτο κύμα ανάπτυξης της νεωτερικής βιοπολιτικής σκιαγραφείται από τον Michel Foucault στις διαλέξεις του Ασφάλεια, επικράτεια, πληθυσμός, σε εκείνες Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και στις πρώτες διαλέξεις της Γέννησης της βιοπολιτικής. Η ανάπτυξη της Raison d’État από τον 15ο μέχρι το 18ο αιώνα κατά την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, η αποκρυστάλλωσή της κατά τον 17ο αιώνα με τη συγκρότηση των πρωτο-νεωτερικών απολυταρχικών κρατών, κυρίως της Γαλλίας και της Αγγλίας, και η γενεαλογία των θεμελιακών νεωτερικών κρατικών μηχανισμών του 18ου αιώνα, εγγράφεται στο ευρύτερο πλαίσιο αυτού που ο Foucault ονομάζει βιοπολιτική: «Η ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα αυτού που αποκλήθηκε υγειονομική αστυνομία, δημόσια υγιεινή, κοινωνική ιατρική, θα πρέπει να επανεισαχθεί στο γενικό πλαίσιο της “βιοπολιτικής”. Η τελευταία στοχεύει στην αντιμετώπιση του “πληθυσμού” ως ενός συνόλου έμβιων όντων που συνυπάρχουν με τα ιδιαίτερα βιολογικά και παθολογικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία εμπίπτουν σε εξειδικευμένες μορφές γνώσης και τεχνικής. H ίδια η “βιοπολιτική” πρέπει να κατανοηθεί στη βάση ενός θέματος που αναπτύχθηκε από τον 17ο αιώνα: της διαχείρισης των κρατικών δυνάμεων» (Foucault, 2009: 474). Βασική θέση του Foucault στις διαλέξεις Ασφάλεια, επικράτεια, πληθυσμός είναι πως το απολυταρχικό Κράτος της εποχής δεν αρκείται πλέον στην υπερβατική, θεολογική του νομιμοποίηση, αλλά θα πρέπει, με όρους φυσικής μηχανικής και ωφελιμιστικής λογικής, να αποδεικνύει την ορθολογικότητα και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησής του υπολογίζοντας στατιστικά και ρυθμίζοντας ορθολογικά τις εσωτερικές και τις εξωτερικές δυνάμεις που το καθορίζουν, από τον πληθυσμό και τους ζωτικούς πόρους μέχρι τους διακρατικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Στις διαλέξεις του Για την υπεράσπιση της κοινωνίας ο Foucault επιστρέφει στα μέσα του 18ου αιώνα, παρατηρώντας πώς αναδύεται ένα νέο είδος, μια νέα τεχνολογία εξουσίας, η βιοπολιτική εξουσία ή βιοεξουσία, η οποία ενσωματώνει την πειθαρχία σε μία ανώτερη κλίμακα. Ενώ η πειθαρχία είναι μια ανατομοπολιτική που δρα στο επίπεδο του ανθρώπου ως ατόμου με αντικείμενο διακυβέρνησης το ατομικό σώμα του και πρότυπα τη φυλακή, το εργοστάσιο, το σχολείο, το νοσοκομείο, η βιοπολιτική δρα στο επίπεδο του ανθρώπου ως είδους, με αντικείμενο διακυβέρνησης το πολυκέφαλο σώμα του πληθυσμού (Foucault, 2002: 297-301). Σε όλη αυτή την ιστορική περίοδο από την «πρωταρχική συσσώρευση» μέχρι τη συγκρότηση των συνταγματικών εθνών-κρατών και τη Α’ Βιομηχανική Επανάσταση, σταδιακά το Κράτος, ως συντεταγμένη μορφή της κοινωνικής ζωής, και ο πληθυσμός, ως αντικείμενο κρατικής διακυβέρνησης, τίθενται στο επίκεντρο του προβλήματος της διακυβέρνησης, με το Κράτος να εξελίσσεται βιοπολιτικά στην κατεύθυνση ενσωμάτωσης των πληθυσμιακών αντιστάσεων. Μολονότι τα επιστημολογικά μοντέλα της Α’ Βιομηχανικής Επανάστασης κυριαρχούν αυτή την πρώτη περίοδο, με αποτέλεσμα, όπως είδαμε, την επικράτηση της σύλληψης του κράτους ως φιλελεύθερης μηχανής, ο Foucault παρατηρεί ορθά σε αυτή τη τροχιά εξέλιξης της κρατικής κυριαρχίας από την κλασική απολυταρχία στον φιλελευθερισμό τον ολοένα και αυξανόμενο βιοπολιτικό εξορθολογισμό της. Όπως συμπεραίνει στο κλείσιμο των διαλέξεων για τη Γέννηση της βιοπολιτικής: «Από τον 16ο με 17ο αιώνα […] η ρύθμιση της άσκησης της εξουσίας δεν μου φαίνεται να γίνεται σύμφωνα με τη σοφία αλλά σύμφωνα με τον υπολογισμό, δηλαδή τον υπολογισμό των δυνάμεων, τον υπολογισμό των σχέσεων, τον υπολογισμό του πλούτου, τον υπολογισμό των παραγόντων ισχύος. Δηλαδή δεν επιδιώκεται πλέον να ρυθμιστεί η διακυβέρνηση σύμφωνα με την αλήθεια, επιδιώκεται να ρυθμιστεί σύμφωνα με την ορθολογικότητα. Ρύθμιση της διακυβέρνησης σύμφωνα με την ορθολογικότητα, αυτό είναι, θαρρώ, ό,τι μπορούσαμε να ονομάσουμε νεωτερικές μορφές της διακυβερνησιακής τεχνολογίας. […] Η ρύθμιση σύμφωνα με την ορθολογικότητα πήρε –κι εδώ, επίσης, απλουστεύω πολύ– διαδοχικά δύο μορφές […] τώρα θα ρυθμίσουμε τη διακυβέρνηση όχι σύμφωνα με την ορθολογικότητα του κυρίαρχου υποκειμένου, που μπορεί να πει ‘’εγώ, το Κράτος’’ [αλλά] σύμφωνα με την ορθολογικότητα αυτών που κυβερνώνται, αυτών που κυβερνώνται ως οικονομικά υποκείμενα και γενικότερα ως υποκείμενα συμφέροντος. […] Αυτό, μου φαίνεται, χαρακτηρίζει τη φιλελεύθερη ορθολογικότητα: πώς να ρυθμίσουμε τη διακυβέρνηση, την τέχνη της διακυβέρνησης, πώς να [θεμελιώσουμε] την αρχή του εξορθολογισμού της τέχνης της διακυβέρνησης σύμφωνα με την ορθολογική συμπεριφορά αυτών που κυβερνώνται» (Foucault, 2012: 286-288).

Το δεύτερο κύμα εξέλιξης της νεωτερικής βιοπολιτικής εμφανίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα κατά την εξέλιξη της Β’ Βιομηχανικής Επανάστασης, με τη κρίση του φιλελεύθερου κράτους και τη στροφή στον κρατικό προστατευτισμό, με αποτέλεσμα μια σειρά έργων να αναπτύσσουν την οργανική, βιταλιστική έννοια του κράτους απέναντι στην περιοριστική φιλελεύθερη, νομικοπολιτική εννοιολόγησή του. Οφείλουμε στον Roberto Esposito τη γενεαλογία αυτού του δεύτερου βιοπολιτικού εξελικτικού κύματος, στο πλαίσιο της ευρύτερης μακρο-ιστορικής «ανοσοποίησης» της νεωτερικής κυριαρχίας απέναντι στη πληθυσμιακή παρέκκλιση και παθολογία (Esposito, 2008). Ξεχωρίζει ο Σουηδός Johan Rudolf Kjellén, ο οποίος εκτιμάται πως εισήγαγε και καθιέρωσε στο πολιτικό λεξιλόγιο τους όρους βιοπολιτική και γεωπολιτική, ενώ ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε τον όρο εθνικοσοσιαλισμός αλλά και τον όρο σπίτι του Λαού (Folkhemmet), αναφερόμενος στη σουηδική και διεθνή τάση στροφής σε ένα κορπορατιστικό κράτος ταξικής συμφιλίωσης, εθνικής ενσωμάτωσης και ιμπεριαλιστικής επέκτασης στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο όρος «βιοπολιτική» προσδιορίζεται στο βιβλίο του Kjellén για τις Μεγάλες Δυνάμεις (1905) ως εξής: «Αυτή η ένταση που είναι χαρακτηριστική της ίδιας της ζωής […] με οδήγησε να ονομάσω αυτό το πεδίο βιοπολιτική, κατ’ αναλογία με την επιστήμη της ζωής, δηλαδή, τη βιολογία. Με αυτό κερδίσαμε πολλά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική λέξη βίος προσδιορίζει όχι μόνο τη φυσική και σωματική ζωή, αλλά ίσως στον ίδιο βαθμό και τη σημαίνουσα πολιτισμική ζωή. Αυτό το όνομα εκφράζει επίσης ότι εκείνη την εξάρτηση της κοινωνίας από τους νόμους της ζωής, η οποία ωθεί, περισσότερο από καθετί, το ίδιο το κράτος στο ρόλο του ρυθμιστή ή του ελάχιστου μεσολαβητή» (ό.π., 17). Στο βιβλίο του Kjellén Το Κράτος ως μορφή ζωής (1916) η ιμπεριαλιστική γεωπολιτική απαίτηση της αποικιοποίησης άλλων εδαφών και πληθυσμών συναρθρώνεται με τη βιοπολιτική σύλληψη του κράτους, το οποίο δεν μπορεί να αναχθεί στη νομικο-πολιτική όψη του, όπως επιτάσσει η φιλελεύθερη ερμηνεία, γιατί είναι μια μορφή συλλογικής ζωής που εμπνέεται από ανθρώπινα ένστικτα και ομαδικές ενορμήσεις, και όχι τεχνητό προϊόν ενός κοινωνικού συμβολαίου. Λίγα χρόνια μετά, ο Jacob von Uexkϋll γράφει το έργο Κρατική βιολογία: Ανατομία, φυσιολογία και παθολογία του κράτους (1920), ενώ ο Morley Roberts δημοσιεύει το έργο του Βιοπολιτική: Ένα δοκίμιο πάνω στη φυσιολογία, τη παθολογία και την πολιτική του κοινωνικού και ενσώματου οργανισμού (1938). Το κράτος αναγνωρίζεται ως οργανισμός του οποίου τα λειτουργικά, οργανικά μέρη πρέπει να βρίσκονται σε αρμονία. Η βιοπολιτική πρέπει να αναγνωρίζει κάθε μορφή οργανικού κινδύνου που απειλεί τη συνοχή του πολιτικού σώματος, οικοδομώντας μηχανισμούς άμυνας απέναντί του. Η φυσιολογία του κράτους είναι η άλλη όψη της παθολογίας του, καθώς κανένας οργανισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τις ασθένειες και τις παθογένειές του. Από το 1930 περίπου, παράλληλα προς την ηπειρωτική, γερμανοκεντρική εννοιολογική ανάπτυξη της κρατικής βιοπολιτικής, στον αγγλοσαξονικό κόσμο και ειδικά στην Αμερική αναπτύσσεται μια αμερικανική βιοπολιτική με την ανάπτυξη του συμπεριφορισμού, της ηθολογίας και του κοινωνικού δαρβινισμού (ό.π., 18-21 και επ.). Η ηπειρωτική και αγγλοσαξονική βιοπολιτική συντείνουν μεταπολεμικά στην ανάπτυξη της κυβερνητικής των βιολογικών και κοινωνικών συστημάτων ανάδρασης. Ωστόσο, όπως είδαμε, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της ιστορικής περιόδου κυριαρχούν ακόμα τα φυσικοχημικά επιστημολογικά μοντέλα της Β’ Βιομηχανικής Επανάστασης τόσο στις θετικές επιστήμες όσο και στις κοινωνικές επιστήμες, άρα και στην επιστήμη του κράτους.

Το τρίτο κύμα ανάπτυξης της νεωτερικής βιοπολιτικής έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του 1930 και στη πρώτη συστηματική πολεμική απέναντι στον κρατικό κοινωνικο-πολιτικό παρεμβατισμό. Στις διαλέξεις του για τη Γέννηση της βιοπολιτικής, ο Foucault αφηγείται γενεαλογικά την ιστορία ανάδυσης της ώριμης βιοπολιτικής του «νεοφιλελευθερισμού». Διατρέχει δύο γενεαλογίες του νεοφιλελευθερισμού, τη γερμανική (ορντοφιλελευθερισμό) και την αμερικάνικη (αμερικανικό νεοφιλελευθερισμό). Η πρώτη έχει αφετηρία τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση, που ακολούθησε μια αλυσίδα κοσμοϊστορικών γεγονότων: Δημοκρατία της Βαϊμάρης, κρίση του 1929, ανάπτυξη του ναζισμού, κριτική και ήττα του ναζισμού. Η δεύτερη, έχει αφετηρία την κριτική στο New Deal και τις πολιτικές του Ρούσβελτ, αλλά και τη κριτική που ασκήθηκε μεταγενέστερα στον κρατικό παρεμβατισμό και τα προγράμματα βοήθειας των Truman, Kennedy, Johnson από τους Hayek, Von Mises, Friedman κ.ά. Μεταξύ των δύο μορφών νεοφιλελευθερισμού, και παρά τις διαφορετικές ιστορικές διαδρομές τους, υπάρχει ως ελάχιστος κοινός παρονομαστής η πολεμική απέναντι στον μείζονα θεωρητικό αντίπαλο, τον Keynes, αλλά και απέναντι σε ό,τι ο Foucault ονομάζει αντιφιλελεύθερη οικονομικο-πολιτική σταθερά, με τέσσερα στοιχεία: προστατευμένη οικονομία, σοσιαλισμός του Κράτους, σχεδιασμένη οικονομία, παρεμβατισμός κεϊνσιανού τύπου (Foucault, 2012: 114 και επ.). Όπως είδαμε, μόνο μετά το 1970 και τη βιοπληροφοριακή επανάσταση ωριμάζει η βιοπολιτική επιστήμη και τεχνολογία του καπιταλιστικού κράτους.

Η βιοπολιτική επιστήμη

Σε ένα από τα τελευταία κείμενα της ζωής του, με τίτλο Ζωή: Εμπειρία και επιστήμη, που αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή μιας εισαγωγής στην αγγλική μετάφραση του Κανονικού και παθολογικού του Canguilhem, ο Foucault εντάσσει τις σύγχρονες επιστήμες της ζωής στο ρεύμα ενός «νέου Διαφωτισμού» που έφεραν κατά κύριο λόγο η ορθολογική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της κρατικής επιστήμης: «Πολλές διαδικασίες που σημαδεύουν το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα έφεραν το ζήτημα του Διαφωτισμού πάλι στο κέντρο της ηπειρωτικής προβληματικής. Η πρώτη είναι η σημασία που αποδόθηκε από την επιστημονική και τεχνική ορθολογικότητα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων» (Foucault, 1998: 469). O Foucault θεωρεί πως το βιοπληροφοριακό παράδειγμα, στην τομή των επιστημών της ζωής και της πληροφορίας, εισάγει νέες, μη αναγώγιμες διαστάσεις σε σχέση με το πεδίο της φυσικής και της χημείας, καθώς τοποθετεί στο κέντρο της προβληματικής του την ασυνέχεια, τη ρήξη και την αντίσταση, τη ζωή και το θάνατο, την παθολογία και τη φυσιολογία, την αναστοχαστικότητα και την πληροφορία, την ασθένεια και την υγεία, το σφάλμα και τη μάθηση (ό.π., 470 και επ.).

Για να κατανοήσουμε τη βιοπολιτική επιστήμη, πρέπει να κατανοήσουμε το θεμελιώδες εννοιολογικό πλαίσιο της εξελικτικής βιολογίας. Η θεωρία της εξέλιξης στηρίζεται σε τρεις γενικές αρχές (Godfrey-Smith, 2016: 52):

  1. Αρχή της ποικιλότητας: υπάρχει ποικιλότητα ως προς τους μορφολογικούς, φυσιολογικούς και συμπεριφορικούς χαρακτήρες ανάμεσα στα μέλη ενός πληθυσμού.
  2. Αρχή της κληρονομικότητας: η ποικιλότητα είναι εν μέρει κληρονομίσιμη, ώστε τα άτομα μοιάζουν με τους συγγενείς τους περισσότερο από όσο μοιάζουν με άτομα με τα οποία δεν έχουν συγγένεια.
  3. Αρχή της διαφορικής αρμοστικότητας: διαφορετικές παραλλαγές αφήνουν διαφορετικό αριθμό απογόνων είτε στην αμέσως επόμενη είτε σε απώτερες γενιές.

Αποτέλεσμα των τριών αυτών αρχών είναι η εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής. Η εξελικτική προσαρμογή μπορεί να διακριθεί σε τρία είδη προσαρμογής (ό.π., 83-108):

  1. Απλή προσαρμογή στο περιβάλλον.
  2. Ενεργητική προσαρμογή ή κατασκευή του περιβάλλοντος.
  3. Διαφορική προσαρμογή μέσα στο περιβάλλον.33Αναπαραγωγική επιτυχία των πιο προσαρμοστικών με τους όρους της φυσικής επιλογής. Εγωισμός και αλτρουισμός, ανταγωνισμός και συνεργασία συνυπάρχουν στην εξέλιξη των ειδών. Επιπλέον, σύγχρονες έρευνες αναδεικνύουν την καθοριστική συμβολή συμβιωτικών σχέσεων στη διαδικασία της εξέλιξης. Ήταν ο Herbert Spencer, και όχι ο Δαρβίνος, που καθιέρωσε τον όρο «επιβίωση του ισχυρότερου» διαβάζοντας το έργο του Δαρβίνου. Ο ίδιος ο Δαρβίνος, ωστόσο, χρησιμοποίησε τον όρο του Spencer στην 5η έκδοση του βιβλίου του για την Καταγωγή των ειδών που κυκλοφόρησε το 1869, με σκοπό την απόδοση της ιδέας «καλύτερα σχεδιασμένος για το άμεσο, τοπικό περιβάλλον», αποστασιοποιούμενος αργότερα από τη χρήση του (Rifkin, 2017: 125-127).

Η βιοπολιτική επιστήμη διέπεται από αντίστοιχες αρχές: ο ποικιλόμορφος πληθυσμός και το αβέβαιο περιβάλλον, οι γενεαλογικές σειρές, η εξελικτική προσαρμογή στο περιβάλλον, είναι ορισμένες βασικές συντεταγμένες του γνωστικού αντικειμένου της βιοπολιτικής επιστήμης. Από το θεμελιώδες μέγεθος της βιοπολιτικής επιστήμης, τον πληθυσμό, απορρέουν όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Η βιοπολιτική επιστήμη μελετά τις βασικές προσδιοριστικές παραμέτρους του πληθυσμού, επιχειρώντας τον κρατικό έλεγχο, μέσω των βιοπολιτικών τεχνολογιών, ενός συνόλου διαδικασιών του ανθρώπινου είδους, τη γεννητικότητα, τη θνησιμότητα και τη σεξουαλικότητα, τη νοσηρότητα και τις ποικίλες σωματικές ανικανότητες, την αμοιβαία σχέση του ανθρώπινου είδους με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, κυρίως της πόλης (Foucault, 2002: 301, 309), τη μαζική ψυχολογία και τη μαζική κατανάλωση. Ο πληθυσμός καθορίζει επίσης και το είδος των φαινομένων που εμπίπτουν στο φάσμα της βιοπολιτικής επιστήμης. Πρόκειται για συλλογικά, πληθυσμιακά, μαζικά, πολυπαραγοντικά φαινόμενα που διέπονται τόσο από σχετική τυχαιότητα όσο και από ορισμένες σταθερές και επαναλαμβανόμενα μοτίβα στη διάρκεια του χρόνου (ό.π.: 301, 302), επομένως η βιοπολιτική επιστήμη βασίζεται σε στατιστικές προβλέψεις και εκτιμήσεις, υποδεικνύοντας συνολικά ρυθμιστικά μέτρα που επιδιώκουν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των παραγόντων και τους ποσοτικοποιημένους δείκτες που καθορίζουν τα γενικά, πληθυσμιακά φαινόμενα.

Η βιοπολιτική τεχνολογία

Η βιοπολιτική επιστήμη του κράτους θέτει ως γνωστικό της αντικείμενο τον πληθυσμό μέσα στο ιστορικό περιβάλλον με στόχο την εξελικτική προσαρμογή της κυρίαρχης εξουσίας στις διακυμάνσεις του, μέσω των βιοπολιτικών τεχνολογιών: «Θα μπορούσαμε να πούμε το εξής: Θα έλεγε κανείς ότι η εξουσία, της οποίας η ιδιότητα, το οργανωτικό σχήμα ήταν η κυριαρχία, αποδείχτηκε αναποτελεσματική όσον αφορά τη διοίκηση μιας κοινωνίας, η οποία είχε ως χαρακτηριστικό της τη δημογραφική έκρηξη αφενός και την εκβιομηχάνιση αφετέρου. Έτσι, από την παλαιά μηχανική της εξουσίας της κυριαρχίας διέφευγαν πάρα πολλά πράγματα, τόσο σε επίπεδο βάσης όσο και κορυφής, τόσο σε επίπεδο λεπτομερειών όσο και σε μαζικό επίπεδο. Η πρώτη προσαρμογή έγινε για να μη διαφύγουν οι λεπτομέρειες: οι μηχανισμοί της εξουσίας προσαρμόστηκαν στο σώμα του ατόμου, με την επιτήρηση και την εκπαίδευση: αυτή ήταν η πειθαρχία. Φυσικά, η συγκεκριμένη προσαρμογή ήταν η ευκολότερη. Γι’ αυτό και έγινε πολύ νωρίς –στον 17ο αιώνα και στις αρχές του 18ου αιώνα ήδη– σε τοπικό επίπεδο, με ενστικτώδεις, εμπειρικές, αποσπασματικές μορφές και στο περιορισμένο πεδίο ορισμένων θεσμών όπως το σχολείο, το νοσοκομείο, το στρατόπεδο, το εργαστήριο, κ.λπ. Και στη συνέχεια, στα τέλη του 18ου αιώνα, έχουμε μια δεύτερη προσαρμογή, που αφορά τα συνολικά φαινόμενα, τα φαινόμενα τα σχετικά με τον πληθυσμό, με τις βιολογικές ή βιοκοινωνικές διεργασίες των ανθρώπινων μαζών. Οι προσαρμογές αυτές ήταν πολύ πιο δύσκολες, διότι συνεπάγονταν, φυσικά, ορισμένα πολύπλοκα όργανα συντονισμό και συγκέντρωσης. […] Από την άλλη, τα δύο αυτά σύνολα μηχανισμών, πειθαρχικό το ένα και ρυθμιστικό το άλλο, δεν είναι του ίδιου επιπέδου. Ως εκ τούτου, δεν αλληλοαποκλείονται και μπορούν να διαρθρωθούν από κοινού. Μπορούμε να πούμε μάλιστα ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι πειθαρχικοί μηχανισμοί και οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί της εξουσίας, οι μηχανισμοί πειθάρχησης του σώματος και οι μηχανισμοί ρύθμισης των πληθυσμών, διαρθρώνονται από κοινού» (Foucault, 2002: 306-308).

H στρατηγική της κυρίαρχης εξουσίας απέναντι στα προβλήματα διακυβέρνησης που θέτει το πληθυσμιακό περιβάλλον υλοποιείται σύμφωνα με τουλάχιστον τρία σύνολα βιοπολιτικών τεχνολογιών:

  1. Τεχνολογίες ανοσοποιητικής προσαρμογής στο περιβάλλον.
  2. Τεχνολογίες αναπτυξιακής προσαρμογής του περιβάλλοντος.
  3. Τεχνολογίες ανταγωνιστικής προσαρμογής μέσα στο περιβάλλον.

Το πρώτο σύνολο βιοπολιτικών τεχνολογιών αφορά τους μηχανισμούς άμυνας/ασφάλειας, το δεύτερο σύνολο τους μηχανισμούς ανάπτυξης, και το τρίτο σύνολο τους μηχανισμούς ανταγωνιστικότητας. Άμυνα/ασφάλεια, ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα αποτελούν έννοιες βιολογικής καταγωγής που μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο εντός του βιοπληροφοριακού επιστημολογικού πλαισίου του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους.

Επιχειρηματικό κράτος και βιοπολιτική τεχνολογία

Τις τελευταίες δεκαετίες, μια αυξανόμενη βιβλιογραφία περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της ανάδυσης μιας νέας κρατικής μορφής, που διαδέχεται το περίφημο κοινωνικό κράτος. Ο Νίκος Πουλαντζάς πυροδότησε στους μαρξιστικούς κόλπους τη σχετική κουβέντα, γράφοντας για τον αυταρχικό κρατισμό (Πουλαντζάς, 1978: κεφ. 4) που έμοιαζε να αναδύεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Από μαρξιστική (Harvey, 2005) ή φουκωϊκή αναλυτική σκοπιά πολύ συχνά διατυπώθηκε η θέση περί «νεοφιλελεύθερου κράτους», ενώ στη θεωρητική γραμμή σκέψης της «σχολής της ρύθμισης» διαμορφώθηκε η έννοια του «μεταφορντικού κράτους» (Bonefeld & Holloway, 1993). Από καπιταλιστική σκοπιά, η μελέτη του κρατικού παρεμβατισμού στην ανατολική Ασία τις δεκαετίες του 1980 και 1990, γέννησε ως αντίβαρο στις «νεοφιλελεύθερες ερμηνείες» του «ασιατικού θαύματος» της Ιαπωνίας, της Ταϊβάν, της Κορέας την έννοια του «αναπτυξιακού κράτους, το οποίο παρεμβαίνει αποφασιστικά στη προώθηση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας του εθνικού κεφαλαίου (Wade, 1990˙ Johnson, 1982), ενώ η μετέπειτα ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδίας ερμηνεύτηκε συχνά μέσα στο ίδιο εννοιολογικό πλαίσιο. To «κράτος ανταγωνισμού» (Cerny, 1997), το συναφές σουμπετεριανό κράτος (Jessop, 2002) και επιχειρηματικό κράτος (Mazuccato, 2015), σύμφωνα με άλλες αναλύσεις, διαδέχεται το κεϊνσιανό κράτος με την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος συσσώρευσης που βασίζεται στη συνέργεια κρατικού-ιδιωτικού τομέα για την προώθηση της επιχειρηματικότητας, της καινοτομίας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Κοινός τόπος στη βιβλιογραφία αυτή είναι η αναγνώριση της τομής που αποτελεί το σύγχρονο «μετακεϊνσιανό» κράτος στην ιστορία της καπιταλιστικής κρατικής μορφής.

Ο οικονομικός ιστορικός Angus Maddison (Maddison, 2007) κατέληξε στο συμπέρασμα, αντιπαραβάλλοντας εργασίες των N.D Kondratieff, S. Kuznets, Ernest Mandel, A. Schumpeter κ.ά με στατιστικά δεδομένα, ότι σημαντικές αλλαγές στην οικονομική συμπεριφορά του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος καταδεικνύουν τέσσερις διακριτές ιστορικές φάσεις του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος, που ακολούθησαν την περίοδο της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του κεφαλαίου: 1820-1913, 1913-1950, 1950-1973, 1973 και επ. Εμείς εκλαμβάνουμε τις περιόδους 1913-1950 και 1950-1973 ως μία κοινή περίοδο, με τη μεσολάβηση των δύο παγκοσμίων πολέμων (1913-1973) και το μετασχηματισμό του ιμπεριαλιστικού κορπορατιστικού κράτους στο μεταπολεμικό «κοινωνικό» κορπορατιστικό κράτος πρόνοιας. Με γνώμονα το γενικό σχήμα μιας ιστορικο-λογικής περιοδολόγησης (Βαζιούλιν, 2013: 299), τα βασικά κύματα εκβιομηχάνισης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και τους βασικούς κοινωνιολογικούς τύπους του καπιταλιστικού έθνους-κράτους, προτείνουμε τον παρακάτω πίνακα περιοδολόγησης:

Πίνακας 1
Λογική ιστορία Περίοδος Παραγωγικές δυνάμεις Καπιταλιστικό έθνος-κράτος Παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα
Πρωταρχική εμφάνιση 15-18ος αιώνας Αγροτική παραγωγή, εκχρηματισμός της γεωργίας και «πρωταρχική συσσώρευση» Απολυταρχικό κράτος Εμποροκρατικός καπιταλισμός
Α’ διαμόρφωση 1820-1913 (19ος αιώνας) Εφαρμογές Α’ Βιομηχανικής Επανάστασης Φιλελεύθερο κράτος Φιλελεύθερος καπιταλισμός
Β’ διαμόρφωση 1913-1973 (20ός αιώνας)
1913-1945 και 1945-1973
Εφαρμογές Β’ Βιομηχανικής Επανάστασης Κορπορατιστικό κράτος Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός
Ωριμότητα 1973
και επ. (21ος αιώνας)
Εφαρμογές Γ’ Βιομηχανικής Επανάστασης Επιχειρηματικό κράτος Σύγχρονος καπιταλισμός 44Για μια μαρξιστική θεώρηση του σύγχρονου καπιταλισμού ως «ολοκληρωτικού καπιταλισμού», βλ. ενδεικτικά Liodakis (2010).

Η τάση εμπέδωσης ενός νέου καπιταλιστικού έθνους-κράτους στο παγκόσμιο καπιταλιστικό πλαίσιο υποδηλώνεται από τη συμπεριφορά όλων των βασικών οικονομικών δεικτών της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής στις χώρες του ΟΟΣΑ αλλά και εκτός ΟΟΣΑ, με αφετηρία την αναντίρρητη, τόσο για μαρξιστές όσο και για μη μαρξιστές, πτωτική τάση της δυναμικής του κεφαλαιοκρατικού συστήματος από τη δεκαετία του 1970: κάμψη του ρυθμού της οικονομικής μεγέθυνσης και του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας (IMF, 2015) που συνδέεται στενά με την τεχνολογική υποκατάσταση της ζωντανής εργασίας στον μεταποιητικό-βιομηχανικό τομέα και τη ραγδαία «τριτογενοποίηση» (Nordhaus, 2008˙ Jorgenson-Timmer, 2011˙ IMF, 2015) και «χρηματιστικοποίηση» (Λαπαβίτσας, 2014)55Δεν υιοθετούμε εδώ το σύνολο της ανάλυσης και της ερμηνείας του Κ.Λαπαβίτσα, παρά μόνο στο βαθμό που αναδεικνύει, σύμφωνα με ειδικούς δείκτες, τη χρηματοπιστωτική στροφή του σύγχρονου καπιταλισμού. της παγκόσμιας παραγωγής και κατανάλωσης. Νέας κλίμακας συγκέντρωση/συγκεντροποίηση του κεφαλαίου προς όφελος γιγαντιαίων πολυεθνικών-πολυκλαδικών επιχειρήσεων (Vitali & Glattfelder & Battiston, 2011). Δομικός μετασχηματισμός της κοινωνικο-ταξικής σύνθεσης με τη μείωση του μεριδίου εργασίας στον συνολικό παραγόμενο πλούτο και τη συγκράτηση του ρυθμού αύξησης των μισθών κάτω από τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας (IMF, 2017: 121, 122), με την ελαστικοποίηση και επισφαλειοποίηση των εργασιακών σχέσεων, τη μαζική είσοδο των γυναικών και των μη δυτικών εργαζομένων στον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας, με τη μείωση της συνδικαλιστικής πυκνότητας και την αύξηση της ανεργίας (Streeck, 2016), με την αύξηση της κοινωνικο-οικονομικής ανισότητας και τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης στις χώρες της Δύσης (Milanović, 2019). Αναδιάρθρωση της φορολογικής δομής προς όφελος των επιχειρήσεων και σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας, μπλοκάρισμα της φορολογικής ικανότητας του κράτους να αυξάνει τα δημόσια έσοδα λόγω της διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου (Genschel & Seelkopf, 2012). Μεγάλη αύξηση του συνολικού, ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους (IMF, 2018), επιχειρηματικοποίηση της κρατικής διοίκησης με τη γενίκευση του νέου δημόσιου management και της συμβίωσης δημοσίου-ιδιωτικού τομέα (Καρκατσούλης, 2004).

Το επιχειρηματικό κράτος αποτελεί τόσο το σύμπτωμα της ιστορικής αλληλεξάρτησης όλων των παραπάνω κρίσιμων παραμέτρων όσο και την προσπάθεια στρατηγικής απάντησης της κυρίαρχης τάξης στην κοινωνικο-οικονομική κρίση της ταραγμένης περιόδου 19601980, όταν οι κοινωνικοί αγώνες στις δυτικές μητροπόλεις, στο «Ανατολικό Μπλοκ» και στις περιφέρειες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας συνέπεσαν με την εξασθένηση της καπιταλιστικής οικονομικής δυναμικής και τη «πετρελαιακή κρίση» του 1973. Το επιχειρηματικό κράτος ανέπτυξε τη βιοπολιτική επιστήμη και τεχνολογία, απαντώντας στο τριπλό πρόβλημα του κοινωνικο-ταξικού εμφυλίου, της παραγωγικής εκμετάλλευσης και της συνολικής αναπαραγωγής του πληθυσμού με τους τρεις βιοπολιτικούς τεχνολογικούς πυλώνες της άμυνας/ασφάλειας, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας.

Άμυνα/ασφάλεια

Πετύχαμε καλύτερο περιβάλλον ασφάλειας και πολύ λιγότερη καταστολή66Υποστράτηγος τεθωρακισμένων εν αποστρατεία, υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών αρμόδιος για θέματα Προστασίας του Πολίτη. Σε συνέντευξή του στο News247, που δημοσιεύτηκε στις 26 Ιανουαρίου του 2017, αποτιμώντας την τελευταία από τις παραπάνω θητείες του, και απαντώντας σε ερώτημα για τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη που μπορεί να αφήσει ένας υπουργός Προστασίας του Πολίτη, απάντησε τα εξής: «Μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που έχει πληγεί από την οικονομική κρίση εδώ και πάνω από έξι χρόνια, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ασφάλεια για τους πολίτες, όση μπορεί να υπάρξει και για τα σπίτια τους και για τους χώρους τους και να μην υπάρχει καταστολή υπέρμετρη εκεί που δεν χρειάζεται. Η έως τώρα αντίληψη ήταν μόνο καταστολή και λιγότερη σημασία στην ασφάλεια. Εμείς πετύχαμε καλύτερο περιβάλλον ασφάλειας και πολύ λιγότερη καταστολή».Νίκος Τόσκας

Η βιοπολιτική τεχνολογία άμυνας/ ασφάλειας του καπιταλιστικού κράτους επιβάλλει ορισμένους κανονιστικούς μηχανισμούς ισορροπίας μεταξύ των διακυμάνσεων των παραμέτρων του πληθυσμού, ορισμένους μηχανισμούς ομοιόστασης και αντιστάθμισης απέναντι στα επιζήμια αποτελέσματα και τους κινδύνους, ορισμένους μηχανισμούς ασφαλείας γύρω από το τυχαίο και αβέβαιο στοιχείο που είναι εγγενές σε κάθε πληθυσμό έμβιων όντων (Foucault, 2002: 302). Στόχος δεν είναι η ατομική εκπαίδευση, πειθάρχηση, εκγύμναση των ατόμων, αλλά η προσέγγιση των ατόμων μέσω συνολικών μηχανισμών που επιφέρουν συνολικές εξισορροπήσεις και ρυθμίσεις των βιολογικών διεργασιών του ανθρώπου ως είδους: «Η εν λόγω τεχνολογία, λοιπόν, δεν αποσκοπεί στην ατομική εκπαίδευση, αλλά στη συνολική ισορροπία, σε μια οιονεί ομοιόσταση: στην ασφάλεια του συνόλου ως προς τους εκ των έσω κινδύνους» (ό.π., 303, 306). Οι βιοπολιτικοί μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας ακολουθούν, λοιπόν, τη λογική της ανοσολογικής ομοιοστατικής ρύθμισης ή αλλιώς της προσαρμοστικής ανοσίας: «Το σύστημα παράγει πολλά, διαφορετικά αντισώματα με “τυχαίο τρόπο” και όταν ένα κύτταρο συμβεί να παραγάγει αντισώματα που μπορούν να προσδεθούν σε έναν εισβολέα, τα κύτταρα αυτά ωθούνται να πολλαπλασιαστούν εις βάρος άλλων» (Godfrey-Smith, 2016: 77, 78). Στόχος της προσαρμοστικής ανοσίας είναι η διαλεκτική, κρατική αφομοίωση του αρνητικού ενδεχόμενου, της απειλής, του κινδύνου, μέσω της ελεγχόμενης έκθεσης σε αυτό, της δοκιμής και του λάθους, της αξιολόγησης των προσπαθειών και της αρχειοθέτησης των κρίσιμων πληροφοριών, με αποτέλεσμα την εκ των υστέρων, σταδιακή εκμάθηση των βέλτιστων προληπτικών, και δευτερευόντως κατασταλτικών, μεθόδων αντιμετώπισής της απειλής. Όπως συμβαίνει με το ανοσοποιητικό σύστημα, που διαθέτει γενικούς και ειδικούς μηχανισμούς άμυνας, σύμφωνα με τον Julian Asange υπάρχει μια γενική, στρατηγική επιτήρηση, που αφορά τον καθένα ως δυνητική απειλή και δυνητικό εχθρό, και μια εξειδικευμένη, στοχευμένη επιτήρηση, που αφορά καθορισμένες απειλές και καθορισμένους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς (Curcio, 2016: 6364). Τα μεταδεδομένα αποθηκεύονται και διατηρούνται για χρόνια, ώστε να μπορούν να πραγματοποιηθούν εκ των υστέρων έρευνες, ενώ σύνθετοι αλγόριθμοι τα αξιολογούν σχηματίζοντας τα ψυχοκοινωνικά προφίλ των πολιτών.

Σε όλα τα σύγχρονα εγχειρίδια και δόγματα άμυνας/ασφάλειας (defence/ security), αντιεξέγερσης (counter-insurgency), αντιτρομοκρατίας (counterterrorism) και υβριδικού πολέμου (hybrid war), από τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία μέχρι την Ελλάδα,77Βλ. το κείμενο της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Κίνησης, Γιατί το ελληνικό κράτος πολεμά ήδη (http://diktiospartakos.blogspot.com/2018/03/blog-post_79.html). καθώς και στα αντίστοιχα εγχειρίδια των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε αστικό περιβάλλον,88Bλ. ενδεικτικά Φιλιππίδης (2017), Κομπρεσέρ (2012). καθοριστικό ρόλο παίζει η συλλογή, αποθήκευση, αξιολόγηση, αξιοποίηση αλλά και προπαγανδιστική παραγωγή πληροφοριών, που αφορούν τον υπό έλεγχο πληθυσμό μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο, πολύπλοκο και σύνθετο περιβάλλον ζωής. Η διαδικασία αυτή έχει περιγραφεί εύστοχα ως χαρτογράφηση του «ανθρώπινου πεδίου» (Gonzales, 2016), περιλαμβάνει γεωφυσικές, οικονομικές, πολιτισμικές, ψυχολογικές και άλλες παραμέτρους και έχει το χαρακτήρα είτε πρόληψης των κινδύνων είτε προετοιμασίας του εδάφους κοινωνικής νομιμοποίησης και υψηλής αποτελεσματικότητας των κατασταλτικών κρατικών επιχειρήσεων. Ως ασύμμετρες, υβριδικές, τρομοκρατικές και εθνικές απειλές, μπορούν να στοχοποιηθούν εργατικές απεργίες, πολιτικές ομάδες, «προσφυγικές ροές», με αποτέλεσμα την εισαγωγή, κυρίως στο ποινικό δίκαιο, όλο και πιο νομικά αόριστων αντιτρομοκρατικών και άλλων διατάξεων.

Από την Ιταλία μέχρι το Βιετνάμ και από τους Μαύρους Πάνθηρες μέχρι την εξέγερση στο Μεξικό, οι αντιτρομοκρατικές εκστρατείες και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κρατικής αντιμετώπισης του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού που εκτυλίχθηκαν την περίοδο 1960-1980, βρήκαν την κορύφωσή τους στον εμβληματικό νόμο Patriot Act των ΗΠΑ, μια απάντηση στηn τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 που κανονικοποίησε το έκτακτο νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν με παραδειγματικό τρόπο οι πλέον σύγχρονοι μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας. Τo πρόγραμμα Καθολικής Επίγνωσης Πληροφοριών (Total Information Awareness [TIA]) ανατέθηκε το 2003 στον στρατηγό John Poindexter και είχε ως στόχο την καλύτερη διεξαγωγή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» με τη δημιουργία του μεγαλύτερου συστήματος παρακολούθησης πληροφοριών στην ιστορία των ΗΠΑ. Το σχέδιο αφορούσε τη συγκέντρωση 40 σελίδων πληροφοριών κατά μέσο όρο για καθέναν από τα 7 δισεκατομμύρια κατοίκους του πλανήτη, με την ανάθεση της επεξεργασίας τους σε μια συστοιχία υπερυπολογιστών. Μολονότι επίσημα το πρόγραμμα αυτό εγκαταλείφθηκε, σύμφωνα με τον ιδρυτή των Wikileaks Julian Assange, η NSA συνεχίζει την υλοποίησή του μέσα από άλλα προγράμματα επιτήρησης, που στηρίζονται στη βαθιά συνεργασία κρατικού και ιδιωτικού τομέα (Ramone, 2017: 60, 135, 139, 140). Η μεγαλύτερη αποκάλυψη του Edward Snowden ήταν ένα μυστικό πρόγραμμα, με την κωδική ονομασία Prism, το οποίο επιτρέπει στην NSA πλήρη πρόσβαση στους εξυπηρετητές των μεγαλύτερων, αμερικανικών εταιρειών του Internet, δηλαδή των AOL, Facebook, Google, Microsoft, Paltalk, Yahoo, Skype και Youtube, ενώ δεν εξαιρούνται από τα στρατιωτικοεπιχειρηματικά ψηφιακά συμπλέγματα ελέγχου πλατφόρμες όπως το Twitter ή το Instagram. Eίναι χαρακτηριστικό πως, σύμφωνα με έγγραφο που δημοσιοποίησε ο Snowden, σε ένα διάστημα το πολύ 30 ημερών, τον Μάρτιο του 2013, μια μονάδα της NSA, η Global Access Operations, είχε συλλέξει μεταδεδομένα από τουλάχιστον 124 δισεκατομμύρια τηλεφωνικές κλήσεις και πάνω από 97 δισεκατομμύρια μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (ό.π., 65, 67). Αντίστοιχες τεχνικές υπηρεσίες μαζικής επιτήρησης, που κατά κανόνα συνεργάζονται με την NSA, υπάρχουν και σε άλλες χώρες, όπως οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και το πρόγραμμα Tempora, οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες (BND), οι πρεσβείες των κρατών κ.ά. Πρόσφατα έγινε γνωστό το «Περίγραμμα Σχεδιασμού για ένα σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης» στην Κίνα, με τη συνεργασία κράτους και ιδιωτικών επιχειρήσεων, το οποίο έχει ως στόχο τη μεγαλύτερη εθνική καταγραφή και αξιολόγηση πολιτών και καταναλωτών στην κινεζική ιστορία (Botschan, 2017: κεφ. 7).

Βίντεο, βιομετρικά σκάνερ, δορυφόροι, υπέρυθρες κάμερες, καθημερινές συσκευές, drones, μέχρι και μικροσκοπικά ιπτάμενα έντομα-drones πλαισιώνουν τους παραπάνω μηχανισμούς άμυνας/ασφάλειας των καπιταλιστικών κρατών και των επιχειρήσεων στους δρόμους, στις πλατείες, μες στις ψυχές μας ίσως. Κάμερες υψηλής ευκρίνειας Gigapan –πάνω από ένα δισεκατομμύριο pixel– επιτρέπουν το βιομετρικό φακέλωμα προσώπων με μία μόνο φωτογραφία σε μαζικό χώρο συγκέντρωσης, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας ή μιας πολιτικής ομιλίας. Η ραγδαία ανάπτυξη του Internet of Things πολλαπλασιάζει τις συσκευές οι οποίες, μέσω σύνδεσης με το Internet, μπορούν να μας κατασκοπεύουν, όπως οι έξυπνες τηλεοράσεις που μας ακούνε χωρίς να το γνωρίζουμε, για παράδειγμα της εταιρείας ηλεκτρονικών ειδών Visio, του μεγαλύτερου κατασκευαστή έξυπνων τηλεοράσεων που συνδέονται με το Internet (Ramone, 2017: 87). Το 2015, ο ΟΟΣΑ δημοσίευσε μια μελέτη που αποκαλύπτει ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν τουλάχιστον 24,9 συνδεδεμένες συσκευές ανά 100 κατοίκους, ενώ όλο και περισσότερες πόλεις εκσυγχρονίζουν τις υπηρεσίες προς τους πολίτες μετατρεπόμενες σε ψηφιακά ολοκληρωμένες και διασυνδεδεμένες Έξυπνες Πόλεις. Οι τεχνικές δυνατότητες των μηχανισμών άμυνας/ ασφάλειας είναι πλέον τεράστιες, σε υψηλούς βαθμούς διάδρασης με τον πληθυσμό και το περιβάλλον.

Ανάπτυξη

Μακροπρόθεσμα, η παραγωγικότητα είναι σχεδόν το πανPaul Krugman

Η βιοπολιτική τεχνολογία ανάπτυξης του καπιταλιστικού κράτους στοχεύει στη θετική κινητοποίηση, μεγιστοποίηση και αξιοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων του πληθυσμού. Το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος επενδύει όλο και περισσότερο στην ανάπτυξη του «human capital» ή «ανθρώπινου κεφαλαίου», ως το σύνολο εκείνων των συνηθειών, γνώσεων, προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, που ενσαρκώνονται στην εργασιακή δύναμη και έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή οικονομικής αξίας. Σε μία έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύτηκε το 2015 με τον εύγλωττο τίτλο Το μέλλον της παραγωγικότητας, αφού διαπιστώνεται την πανθομολογούμενη γενική μεγα-τάση κάμψης του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο μετά το 1970, ο ΟΟΣΑ κατονομάζει ως τον σημαντικότερο παράγοντα οικονομικής μεγέθυνσης τον MFP (Multi-Factor Productivity), που σημαίνει «πολυπαραγοντική παραγωγικότητα» (OECD, 2015), ενώ συνήθως ο εν λόγω σύνθετος παράγοντας ονομάζεται TTP (Total Factor Productivity). Πρόκειται για εκείνο το πλέγμα κοινωνικο-θεσμικών παραγόντων που διαμορφώνει τη γενική συνθήκη αύξησης της παραγωγικότητας της μισθωτής εργασίας και της εξοικονόμησης του κεφαλαίου, υπολογιζόμενο ως το υπόλειμμα των μετρήσεων των επιμέρους δεικτών παραγωγικότητας, αφορώντας στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής μεγέθυνσης. Έτσι, ο MFP εκφράζει, ή προϋποθέτει, εκείνο που ο Marx ονόμαζε «πραγματική υπαγωγή στο κεφάλαιο», την εκμετάλλευση όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής από το μηχανισμό της συσσώρευσης κεφαλαίου. Για την αύξηση του MFP, ο ΟΟΣΑ προτείνει πολιτικές προσανατολισμένες στην «ολοκλήρωση των αγορών», την «τεχνολογική καινοτομία» και την παραγωγή «ανθρώπινου κεφαλαίου».

Η ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου αποτελεί μια βιοπολιτική τεχνολογία του καπιταλιστικού κράτους, γιατί αφορά το σύνολο της βιοψυχικής, νοητικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπινου πληθυσμού, που πρέπει να συντείνει στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, με τη μείωση του κόστους εργασίας, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και τη διαρκή επανακατάρτιση, με στόχο την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Όλο και περισσότερο ο καπιταλισμός επιχειρεί να παράγει τον ίδιο τον πληθυσμό ως ανθρώπινο κεφάλαιο. Επενδύσεις στην εκπαίδευση ως κατάρτιση και διά βίου μάθηση, επενδύσεις στην υγεία, επενδύσεις στήριξης της οικογενειακής φροντίδας και μέριμνας, το σύνολο αυτό των επενδύσεων μπορεί να αξιολογηθεί με γνώμονα τη διαδικασία αποδοτικής παραγωγής του human capital. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WOF) βαθμολογεί τις χώρες ανάλογα με την ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου τους, θεωρώντας πως το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι ο δυνητικά σημαντικότερος συντελεστής καπιταλιστικής ανάπτυξης (World Economic Forum, 2017).

Η παραγωγή ανθρώπινου κεφαλαίου περνάει μέσα και από τον ρυθμιστικό έλεγχο, τη προτυποποίηση και πληροφοριοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης. Όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα της παραγωγικότητας, τηλεκάμερες στους χώρους εργασίας, φορητοί μηχανισμοί και επιχειρηματικά smartphones συνδεδεμένα με υπολογιστές επιτήρησης των εργαζομένων από απόσταση, badges που καταγράφουν μέσω αισθητήρων και μεταδίδουν σε έναν επιχειρηματικό server κάθε λέξη, κάθε μετακίνηση και κάθε κοινωνική αλληλεπίδραση του εργαζομένου, εγκατεστημένα GPS στα μέσα κίνησης, στα παπούτσια, στα κουμπιά των στολών εργασίας, σε ζώνες και σε βραχιόλια, καταγράφουν κάθε μη παραγωγική δραστηριότητα των εργαζομένων που αξιολογείται σε σχέση με τα προκαθορισμένα παραγωγικά standards (Curcio, 2016: 70 και επ.). Όσον αφορά το ζήτημα της κατανάλωσης, όλοι οι μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας που αναφέρθηκαν προηγουμένως μπορούν να αξιοποιηθούν για επιχειρηματικούς σκοπούς, καθώς η δημιουργία εξατομικευμένων ψυχοκοινωνικών προφίλ μέσω σύνθετων αλγόριθμων επιτρέπει τη μεταπώληση και την εμπορική εξαργύρωση των μεταδεδομένων που συλλέγουν οι προληπτικοί μηχανισμοί ελέγχου των μεγάλων ιδιωτικών και κρατικών εταιρειών. Τρεις ερευνητές των πανεπιστημίων Cambridge και Stanford, χρησιμοποιώντας έναν ειδικό αλγόριθμο σε δείγμα 88.220 καταναλωτών του Facebook, συμπέραναν πως αρκεί η ανάλυση 10 likes για την ικανοποιητική σκιαγράφηση του προφίλ της προσωπικότητας και η ανάλυση 150 likes για μία γνώση των ατόμων καλύτερη από αυτή που έχουν οι γονείς ή οι συγγενείς τους (ό.π., 49). Έτσι, μπορεί να προσανατολιστεί η εμπορευματική στρατηγική και η στρατηγική marketing των επιχειρήσεων στα κατάλληλα target groups. Eξάλλου, ήδη τσιπ ταυτοποίησης μέσω ραδιοσυχνοτήτων (RFID) χαρτογραφούν αυτομάτως το καταναλωτικό μας προφίλ σε καθημερινές μας συναλλαγές, όπως συμβαίνει ήδη με τις «κάρτες πόντων» των περισσότερων σουπερμάρκετ και εμπορικών καταστημάτων.

Από τη σκοπιά της ανάπτυξης του ανθρώπινου κεφαλαίου, η κοινωνική πολιτική του καπιταλιστικού κράτους επαναπροσδιορίζεται ριζικά. Για το «κοινωνικό κράτος» του 20ού αιώνα η κοινωνική πολιτική ήταν ασφαλιστικό αντιστάθμισμα των αρνητικών κοινωνικών συνεπειών της ελεύθερης αγοράς, με βασικά όργανα τη συλλογική κατανάλωση κοινωνικών αγαθών (ιατρική, παιδεία, πολιτισμός) και την αναδιανεμητική πολιτική (επιδόματα κ.ά), και αποτελούσε το σκοπό της οικονομικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τη λογική του επιχειρηματικού κράτους, η πλέον αποτελεσματική «κοινωνική πολιτική» είναι σήμερα η πολιτική που προωθεί την καπιταλιστική ανάπτυξη και ειδικά την ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου: «Υπάρχει μόνο μία κοινωνική πολιτική που είναι αληθινή και θεμελιώδης, δηλαδή η οικονομική ανάπτυξη. Η θεμελιώδης μορφή της κοινωνικής πολιτικής δεν μπορεί να είναι κάτι που θα μπορούσε να αντιβαίνει την οικονομική πολιτική και να την αντισταθμίζει: η κοινωνική πολιτική δεν θα έπρεπε να είναι πιο γενναιόδωρη απ’ όσο το επιτρέπει η οικονομική ανάπτυξη» (Foucault, 2012: 144). Σε αυτή τη προοπτική, οι επενδύσεις στην υγεία και την παιδεία έχουν αξία μόνο ως επενδύσεις που αυξάνουν την αξία του human capital. Το μόνο που πρέπει να κάνει η κοινωνική πολιτική είναι να αναδιανείμει ένα ποσό, από αυτούς που απολαμβάνουν το μέγιστο της κατανάλωσης (υπερκατανάλωση), προς εκείνους που απολαμβάνουν το ελάχιστο της κατανάλωσης (υποκατανάλωση), ώστε να διαμορφώνεται ένα ελάχιστο δίχτυ κοινωνικής προστασίας (ό.π., 143). Ως προς τα βασικά μέσα άσκησης της κοινωνικής πολιτικής, προκρίνεται η λογική της ιδιωτικής ασφάλισης με την παροχή κρατικών διευκολύνσεων αντί της δημόσιας κατανάλωσης κοινωνικών αγαθών, προτείνεται δηλαδή μια ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής πολιτικής. Ακόμη και ο σημαντικότερος μελετητής του «κοινωνικού κράτους» στον 20ό αιώνα, ο Δανός κοινωνιολόγος Gøsta Esping-Andersen, λαμβάνοντας υπόψη τις δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις, κυρίως τη διαμόρφωση μιας οικονομίας υπηρεσιών υψηλής εντάσεως γνώσης και κεφαλαίου, προτείνει τον επαναπροσδιορισμό της «κοινωνικής πρόνοιας» ως «επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο», ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και να βελτιστοποιηθεί η σχέση επενδύσεων και αποδόσεων στους τομείς της υγείας, της παιδείας, ακόμα και στον τομέα της παιδικής φροντίδας, με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας του ανθρώπινου κεφαλαίου (Espring Andersen, 2006: 43-52).

Ανταγωνιστικότητα

Η αλληλεγγύη και η ανταγωνιστικότητα είναι οι δύο όψεις ενός ευρωπαϊκού νομίσματοςAngela Merkel

Η βιοπολιτική τεχνολογία της ανταγωνιστικότητας αποτελεί τον τρίτο πυλώνα του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους και αφορά τη ρύθμιση των παραμέτρων που αφορούν συνολικά τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικά οργανωμένου πληθυσμού μέσα στο σύγχρονο περιβάλλον. Σύμφωνα με τον Foucault και τις διαλέξεις του για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής, ο σύγχρονος καπιταλισμός κινείται από την ανταλλαγή στον ανταγωνισμό ως ουσία της αγοράς, χωρίς να θεωρεί, σύμφωνα με την παραδοσιακή φιλελεύθερη αντίληψη, πως η ανταγωνιστική αγορά προάγεται με την ελάχιστη δράση του κράτους. Αντίθετα, ο σύγχρονος καπιταλισμός, στην αμερικανική και γερμανική «νεοφιλελεύθερη» εκδοχή του, προτάσσει την ενεργητική κρατική παραγωγή των όρων της ανταγωνιστικής αγοράς: «Ο καθαρός ανταγωνισμός οφείλει να είναι και δεν μπορεί παρά να είναι μόνο ένας στόχος, ένας στόχος που συνεπώς προϋποθέτει μια ακατάπαυστα ενεργό πολιτική. […] Η αγορά, ή μάλλον ο καθαρός ανταγωνισμός, που είναι η ίδια η ουσία της αγοράς, μπορεί να εμφανιστεί μόνο αν παραχθεί, και αν παραχθεί από μια ενεργό κυβερνητικότητα, Θα έχουμε, λοιπόν, κάτι σαν μια ολική επικάλυψη των συναρτημένων με τον ανταγωνισμό μηχανισμών της αγοράς και της διακυβερνησιακής πολιτικής» (Foucault, 2012: 122-128, 137).Ο Foucault περιγράφει λοιπόν τη γένεση ενός «θετικού», «παρεμβατικού» ή «κοινωνιολογικού φιλελευθερισμού» (ό.π.: 132), σύμφωνα με τον οποίο η συγκρότηση ενός περιβάλλοντος καθαρού ανταγωνισμού προϋποθέτει μια κρατική διακυβέρνηση, που όχι απλώς δεν αποσύρεται από την ανταγωνιστική αγορά, αλλά παρεμβαίνει ενεργητικά κατασκευάζοντας τις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξής της: «Πληθυσμός, τεχνικές, μαθητεία και εκπαίδευση, νομικό καθεστώς, διαθεσιμότητα των γαιών, κλίμα κ.λπ.: όλα αυτά είναι στοιχεία που βλέπετε ότι δεν είναι άμεσα οικονομικά, ότι δεν αφορούν τους ίδιους τους μηχανισμούς της αγοράς, αλλά είναι, για τον Όικεν, οι συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορέσει να λειτουργήσει η γεωργία ως αγορά, η γεωργία μέσα στην αγορά. […] Πώς να τροποποιήσουμε αυτές τις υλικές, πολιτιστικές, τεχνικές, νομικές βάσεις που υφίστανται στην Ευρώπη; Πώς να τροποποιήσουμε αυτά τα δεδομένα, πώς να τροποποιήσουμε αυτό το πλαίσιο, ώστε να παρέμβει η οικονομία της αγοράς; […] Αυτά για τις ενδεδειγμένες δράσεις, τις συγκυριακές δράσεις και τις καταστατικές δράσεις στο επίπεδο του πλαισίου. Είναι ό,τι αποκαλούν οργάνωση μιας τάξης της αγοράς, μιας τάξης ανταγωνισμού» (ό.π.: 141). Αποτέλεσμα αυτής της ενεργητικής κρατικής κατασκευής των όρων ανταγωνιστικότητας, ως Vitalpolitik, βιοπολιτικής που εκτείνεται σε όλο το sozialle Umwelt, στο κοινωνικό περιβάλλον, είναι η γενίκευση, η διάχυση, ο πολλαπλασιασμός της επιχειρηματικής μορφής εντός του κοινωνικού σώματος σε όλα τα πεδία τη ζωής: στην οικογένεια, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στο δίκαιο, στον πολιτισμό, στην προσωπική ζωή (Foucault, 2012: 148, 149).

Σε έναν ανάλογο βιοπολιτικό ορισμό της ανταγωνιστικότητας έχει καταλήξει και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), που θέτει τις βασικές κατευθύνσεις στην αξιολόγηση της ανταγωνιστικότητας των καπιταλιστικών κοινωνιών με γνώμονα τρία ή τέσσερα κλιμακούμενα επίπεδα «ολικών δεικτών ανταγωνιστικότητας» (World Economic Forum, 2015-2016):

1. Βασικές προϋποθέσεις: Εδώ το WEF περιλαμβάνει το θεσμικό περιβάλλον, τις βασικές υποδομές, τη μακροοικονομική σταθερότητα, την υγεία και την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πρόκειται για τα «βασικά προαπαιτούμενα», καθώς πρόκειται για τις προϋποθέσεις εκείνες τις οποίες καλούνται να αντιμετωπίσουν πρώτα τα καπιταλιστικά κράτη, ήδη από τα πρώιμα στάδια της ανάπτυξής τους. Το θεσμικό περιβάλλον ορίζεται ως το κοινωνικό περιβάλλον των τυπικών και άτυπων κανονιστικών περιορισμών της συμπεριφοράς, που έχει ως αποτέλεσμα τη ρύθμιση των κινήτρων και τη μείωση της αβεβαιότητας των πολιτών, ώστε αυτοί να εμπλέκονται με ασφάλεια στην οικονομική δραστηριότητα. Το περιβάλλον αυτό έχει ως πυλώνες τη θεσμική, νομικοπολιτική και διοικητική εγγύηση της ασφάλειας των προσωπικών ελευθεριών και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, τη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα, την αμοιβαία εξισορρόπηση και τον έλεγχο των δημόσιων εξουσιών και, τέλος, μια επιχειρηματική κοινωνική κουλτούρα.

2. Ενισχυτές αποτελεσματικότητας: Εδώ περιλαμβάνονται η ανώτατη εκπαίδευση/κατάρτιση, η «αποτελεσματικότητα», δηλαδή η ελαστικοποίηση και επισφαλειοποίηση της αγοράς εργασίας, η αποτελεσματικότητα της αγοράς αγαθών, η ανάπτυξη της χρηματοοικονομικής αγοράς, η τεχνολογική ετοιμότητα προς τις νέες μορφές γνωσιοκεντρικής παραγωγής, το μέγεθος της αγοράς.

3. Καινοτομία και επιχειρηματική ωριμότητα: Εδώ ανήκουν η διεθνώς ανταγωνιστική εξειδίκευση του βιομηχανικού τομέα, η πείρα και η ποιότητα των επιχειρηματικών δικτύων καινοτομίας, η επιχειρηματική κουλτούρα της κυβέρνησης και της κοινωνίας. Οι χώρες που παίρνουν υψηλή βαθμολογία στους τομείς αυτούς είναι οι πλέον καπιταλιστικά ανεπτυγμένες.

Στην έκθεση για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του 2019, το WEF εκσυγχρονίζει αυτά τα γενικά κριτήρια και διακρίνει τελικά στους εξής πυλώνες ανταγωνιστικότητας (World Economic Report, 2019):

  1. Περιβάλλον (θεσμοί, υποδομές, μακροοικονομική σταθερότητα, προσαρμογή στα πληροφοριακά και επικοινωνιακά συστήματα).
  2. Ανθρώπινο κεφάλαιο (υγεία και δεξιότητες).
  3. Αγορές (αγορά εμπορευμάτων, αγορά εργασίας, χρηματοπιστωτικό σύστημα, μέγεθος αγοράς).
  4. Οικοσύστημα καινοτομίας (επιχειρηματική δυναμική, ικανότητα καινοτομίας).

Αντί Επιλόγου

Η εξελικτική αρχή της «επιβίωσης του προσαρμοστικότερου» έμελλε να γίνει το βασικό βιοπολιτικό αξίωμα μιας κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας που στον 21ο αιώνα κατασκευάζει η ίδια, περισσότερο από ποτέ, το κοινωνικο-οικονομικό και ψυχολογικό περιβάλλον ζωής των υποτελών. Ακριβώς τη στιγμή που αυτή η κυριαρχία βιοπολιτικά ολοκληρώνεται, πληθυσμιακά διαχέεται και εξατομικευμένα εσωτερικεύεται στα μυαλά και τα σώματα των υποτελών, παράγει πλάι στη βιοπολιτική επιστήμη και τη βιοπολιτική τεχνολογία, μια βιοπολιτική υποκειμενοποίηση. Οι καταπιεσμένοι και οι καταπιεσμένες του 21ου αιώνα θα ζήσουμε σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον όλο και πιο οικονομικά ασφυκτικό, όλο και πιο ψυχοτροπικά ελεγχόμενο˙ ταυτόχρονα, όμως, όλο και πιο ασταθές από τις κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες και τις πολεμικές συγκρούσεις, όλο και πιο εξαρτημένο από την ίδια μας την ταξική συναίνεση και τη ψυχική υποταγή: «Πολλοί νέοι απαιτούν, παραδόξως, να τους παρέχονται “κίνητρα”, αξιώνουν περιόδους μαθητείας και διαρκή εκπαίδευση· σ’ αυτούς έγκειται να ανακαλύψουν αυτό που πρόκειται να υπηρετήσουν, όπως οι πρόγονοί τους ανακάλυψαν, όχι χωρίς δυσκολία, τις πειθαρχίες. Οι σπείρες ενός ερπετού είναι ακόμα πιο πολύπλοκες από τις τρύπες ενός τυφλοπόντικα» (Deleuze, 2001: 16).

Η ερευνητική εργασία υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της Δράσης «Υποτροφίες ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. Υποψηφίων Διδακτόρων» (Αριθμός Υποτροφίας: 1446).

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

Agamben, G. (2005), Homo Sacer: Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, Αθήνα, Scripta.

Bonefeld, W., Holloway, J. (1993), Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή, Αθήνα, Εξάντας.

Curcio, R. (2016), Εικονική αυτοκρατορία: Η αποικιοποίηση του φαντασιακού και ο κοινωνικός έλεγχος, Αθήνα, Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Deleuze, G. (2001), Κοινωνία του ελέγχου, Αθήνα, Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Esping-Andersen, G. (2006), «Αναζητώντας την καλή κοινωνία, ακόμα μια φορά;» στο Γιατί χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό κράτος, Αθήνα, Διόνικος.

Foucault, M. (2012) Η γέννηση της βιοπολιτικής: Παραδόσεις στο Κολέγιο της Γαλλίας (1978-1979), Αθήνα, Πλέθρον. b 116 Foucault, M. (2002), Για την υπεράσπιση της κοινωνίας, Αθήνα, Ψυχογιός.

Godfrey-Smith, P. (2016), Φιλοσοφία της βιολογίας, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Gonzales, J. R. (2016), Αμερικανική αντιεξέγερση: Ανθρώπινη επιστήμη και ανθρώπινο πεδίο, Αθήνα, Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα.

Καρκατσούλης, Π. (2004), Το Κράτος σε μετάβαση: Από τη «διοικητική μεταρρύθμιση» και το «δημόσιο management» στη «διακυβέρνηση», Αθήνα, Σιδέρης.

Λαπαβίτσας, Κ. (2014), Κέρδος χωρίς παραγωγή: Πώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα μάς εκμεταλλεύεται όλους, Αθήνα, Τόπος

Mazuccato, M. (2015), Το επιχειρηματικό κράτος: Ανατρέποντας μύθους, Αθήνα, Κριτική.

Milanović, B. (2019), Παγκόσμια Ανισότητα: Η οικονομική ανισότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Πουλαντζάς, Ν. (1991), Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα, Θεμέλιο.

Ramone, I. (2017), Η αυτοκρατορία της επιτήρησης, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Rifkin, J. (2017), H κοινωνία του μηδενικού οριακού κόστους: Το διαδίκτυο των πραγμάτων, ο συνεργασιακός κοινόκτητος χώρος και η έκλειψη του καπιταλισμού, Αθήνα, Ενάλιος.

Streeck, W. (2016), Κερδίζοντας χρόνο: Η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού, Αθήνα, Τόπος.

Vazyoulin, A.V. (2013), Η λογική της Ιστορίας: Ζητήματα θεωρίας και μεθοδολογίας, Αθήνα, ΚΨΜ.

Φιλιππίδης, Χ. (2017), Μικροί πόλεμοι σε μεγάλες πόλεις: Θεωρίες τεχνολογίες και γεωγραφίες αντιεξέγερσης, Αθήνα, Εκδόσεις των Ξένων.

Χρυσόγονος, Κ. (2012), Γιατί το Σύνταγμα; Ιστορικές προϋποθέσεις του συνταγματισμού, Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης

Ξενόγλωσση

Botsman, R. (2017), Who can you trust: How technology brought us together and why it might drive us apart, New York, Public Affairs.

Cerny, P.G. (1997), «Paradoxes of the Competition State: The Dynamics of Political Globalization», Government and Opposition, Volume 32, Issue 02, Cambridge University Press.

Esposito, R. (2008), Bios, Biopolitics and Philosophy, Minneapolis, University of Minnesota Press.

Foucault, Μ. (1998), “Life: Experience and Science, in Aesthetics, Method and Epistemology” στο Τhe Essential Works of Foucault 1854-1984, Vol. 2,, New York, The New York Press.

Foucault, Μ. (2009), Security, Territory, Population: Lectures at the Collège de France (1977- 1978), UK, Palgrave Macmillan.

Genschel, P. & Seelkopf, L. (2012), Did the competition state rise?, Bremen, Jacobs University Bremen.

Harvey, D. (2005), A brief history of neoliberalism, Oxford University Press.

Jessop, B. (2002), The Future of Capitalist State, Cambridge, Polity.

Johnson, C.A. (1982), MITI and the Japanese Miracle: The Growth of Industrial Policy, 1925-1975, Stanford, Calififornia, Stanford University Press.

Wade, R. (1990), Governing the Market: Economic Theory and the Role of Government in Taiwan’s Industrialization. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Άρθρα, εκθέσεις

IMF (2015), «The New Normal-A Sector-Level Perspective on Growth and Productivity Trends in Advanced Economies»

IMF (2017), «World Economic Outlook-Gaining Momentum?»

IMF (2018), «Bringing Down High Debt», Vitor Gaspar and Laura Jaramillo

Jorgenson, D.W., Timmer M.P. (2011), «Structural Change in Advanced Nations: A New Set of Stylised Facts», Scandinavian Journal of Economics, Vol. 113, Wiley Blackwell.

Συλλογικό (2012), «M.O.U.T.: Στρατιωτικές Επιχειρήσεις σε Αστικοποιημένο Έδαφος: Η στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης και της καταστολής στις δυτικές μητροπόλεις», περιοδικό Κομπρεσέρ, τεύχ. 3.

Liodakis, G. (2010), Totalitarian Capitalism and Beyond, Surrey, Farnham, Ashgate.

Maddison, A. (2007). «Fluctuations in the momentum of growth within the capitalist epoch», Cliometrica, Volume 1, Issue 2, Springer-Verlag.

Nordhaus, W.D. (2008), «Baumol’s Diseases: A Macroeconomic Perspective», The B.E. Journal of Macroeconomics, vol. 8, De Gruyter.

OECD (2015), «The Future of Productivity»

Vitali, S. & Glattfelder, J.B & Battiston, S. (2011), «The Network of Global Corporate Control»

World Economic Forum (2015-2016), «Τhe Global Competitiveness Report»

World Economic Forum (2017), «The Global Human Capital Report»

World Economic Forum (2019), «The Global Competitiveness Report»

Notes:
  1. Η αφήγησή μας εδώ είναι αναγκαστικά σχηματική, απλώς και μόνο εισαγωγική στην εν λόγω προβληματική. Για μια πιο αναλυτική υποστήριξη αυτής της θέσης, βλ. Γιάννης Ευσταθίου, Νίκος Χαραλαμπόπουλος (2016), «Επιστημολογία της Κρατικής μορφήςπέρα από την αντιπαράθεση Althusser-Πουλαντζά», εργασία διαθέσιμη στο www.academia.edu.
  2. Για τον όρο σύνταγμα και την βιολογική έννοια που σηματοδοτεί, βλ. στο Χρυσόγονος, 2012: «Ο όρος constitution φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε αρχικά όχι ως ανανοηματοδότηση του λατινικού constitutio, αλλά με την έννοια της κράσης ή διαμόρφωσης του «πολιτικού σώματος» (constitution of the body (…) Πιο ευδιάκριτη ακόμα είναι η μεταφορική προέλευση του όρου στο ιδρυτικό σύμφωνο (Plantation Covenant) Άγγλων αποίκων στη Βόρεια Αμερική το 1620, με την αμοιβαία δέσμευσή τους ότι ενώνονται σε ένα αστικό πολιτικό σώμα και (θα) συντάσσουν δίκαιους και ίσους νόμους για το γενικό συμφέρον της αποικίας».
  3. Αναπαραγωγική επιτυχία των πιο προσαρμοστικών με τους όρους της φυσικής επιλογής. Εγωισμός και αλτρουισμός, ανταγωνισμός και συνεργασία συνυπάρχουν στην εξέλιξη των ειδών. Επιπλέον, σύγχρονες έρευνες αναδεικνύουν την καθοριστική συμβολή συμβιωτικών σχέσεων στη διαδικασία της εξέλιξης. Ήταν ο Herbert Spencer, και όχι ο Δαρβίνος, που καθιέρωσε τον όρο «επιβίωση του ισχυρότερου» διαβάζοντας το έργο του Δαρβίνου. Ο ίδιος ο Δαρβίνος, ωστόσο, χρησιμοποίησε τον όρο του Spencer στην 5η έκδοση του βιβλίου του για την Καταγωγή των ειδών που κυκλοφόρησε το 1869, με σκοπό την απόδοση της ιδέας «καλύτερα σχεδιασμένος για το άμεσο, τοπικό περιβάλλον», αποστασιοποιούμενος αργότερα από τη χρήση του (Rifkin, 2017: 125-127).
  4. Για μια μαρξιστική θεώρηση του σύγχρονου καπιταλισμού ως «ολοκληρωτικού καπιταλισμού», βλ. ενδεικτικά Liodakis (2010).
  5. Δεν υιοθετούμε εδώ το σύνολο της ανάλυσης και της ερμηνείας του Κ.Λαπαβίτσα, παρά μόνο στο βαθμό που αναδεικνύει, σύμφωνα με ειδικούς δείκτες, τη χρηματοπιστωτική στροφή του σύγχρονου καπιταλισμού.
  6. Υποστράτηγος τεθωρακισμένων εν αποστρατεία, υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών αρμόδιος για θέματα Προστασίας του Πολίτη. Σε συνέντευξή του στο News247, που δημοσιεύτηκε στις 26 Ιανουαρίου του 2017, αποτιμώντας την τελευταία από τις παραπάνω θητείες του, και απαντώντας σε ερώτημα για τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη που μπορεί να αφήσει ένας υπουργός Προστασίας του Πολίτη, απάντησε τα εξής: «Μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που έχει πληγεί από την οικονομική κρίση εδώ και πάνω από έξι χρόνια, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ασφάλεια για τους πολίτες, όση μπορεί να υπάρξει και για τα σπίτια τους και για τους χώρους τους και να μην υπάρχει καταστολή υπέρμετρη εκεί που δεν χρειάζεται. Η έως τώρα αντίληψη ήταν μόνο καταστολή και λιγότερη σημασία στην ασφάλεια. Εμείς πετύχαμε καλύτερο περιβάλλον ασφάλειας και πολύ λιγότερη καταστολή».
  7. Βλ. το κείμενο της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Κίνησης, Γιατί το ελληνικό κράτος πολεμά ήδη (http://diktiospartakos.blogspot.com/2018/03/blog-post_79.html).
  8. Bλ. ενδεικτικά Φιλιππίδης (2017), Κομπρεσέρ (2012).