Ενώ οι ιδέες του Γιάνη Κορδάτου για το 1821 συνήθως αντιπαραβάλλονται στην προσέγγιση της εθνικής ιστοριογραφικής σχολής, δεν έχει απασχολήσει, έστω αδρομερώς μια ανάγνωση της συμβολής του βασισμένη στις θέσεις που υποστήριζε την ίδια περίπου εποχή ο Ανδρέας Ανδρεάδης, ο «πατριάρχης» της ελληνικής οικονομικής ιστορίας. Από την άλλη, κάθε αποτίμηση αυτής της συμβολής οφείλει να λάβει υπόψη τους προβληματισμούς που ήδη είχαν διατυπωθεί στους κόλπους της πρώιμης μαρξιστικής ιστοριογραφίας, με συνέπεια τη στροφή στην ιστορική έρευνα που άφησε έργα αναφοράς για την κοινωνική ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Σήμερα, η χαρτογράφηση της τότε κοινωνικής μορφολογίας αποτελεί μια από τις υφιστάμενες ιστοριογραφικές εκκρεμότητες. Σε αυτή την κατεύθυνση, εξετάζονται ορισμένα είδη πηγών ως προς τη σημασία τους στην προσέγγιση της διαστρωμάτωσης και της κοινωνικής κινητικότητας του Εικοσιένα.
Εισαγωγή
Στις μέρες μας, με το 1821 ασχολούνται ειδικοί στο πλαίσιο ακαδημαϊκών εργασιών, οι ίδιοι καθώς αρθρογραφούν σε έντυπα πλατιάς κυκλοφορίας, επαγγελματίες της συμβολικής παραγωγής όπως θα έλεγε ο Μπουρντιέ, δηλαδή συγγραφείς, πολιτικοί, δημοσιογράφοι κ.ά., ενίοτε μεμονωμένοι πολίτες, κοινωνικές συλλογικότητες και πολιτικά κόμματα, η Εκκλησία, το κράτος και ποικίλοι άλλοι φορείς (επιμελητήρια, τοπική αυτοδιοίκηση κ.λπ.). Ωστόσο, το μείζον στη δημόσια σφαίρα φαίνεται πως δεν είναι το ίδιο το 1821· αυτό που μάλλον δίνει τον τόνο είναι τα 200 χρόνια, συρρικνωμένα στο λεγόμενο success story του ελληνικού κράτους, δηλαδή σε μια υπεραπλούστευση με φρονηματικό χαρακτήρα (Bourdieu, 2005: 98-100).
Δεν θα επεκταθούμε εδώ στην τρέχουσα διαδικασία ανάδυσης νέων ερμηνευτικών σχημάτων. Πρόκειται όμως για μια διαδικασία που θυμίζει τα εκατό χρόνια από το 1821, που επίσης αποτελούσαν σημείο καμπής και που με τη συμβολή του Γιάνη Κορδάτου διαμορφώθηκε ένα νέο –ανταγωνιστικό προς το κυρίαρχο τότε ερμηνευτικό σχήμα για την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Σήμερα, αυτή η συμβολή έχει κυρίως ιστορική αξία, επαυξημένη από το γεγονός ότι ενέπνευσε δύο γενιές ιστορικών να εντάξουν το Εικοσιένα στις ερευνητικές τους μέριμνες, για να απαντήσουν το πώς και το γιατί της Ελληνικής Επανάστασης (Κρεμμυδάς, 2013: 82). Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να εντάξει αδρομερώς τη συμβολή του Κορδάτου στην εποχή της, να επισημάνει ορισμένους από τους δρόμους που άνοιξε και να προτείνει μια ερευνητική κατεύθυνση προς μια ιστορία της κοινωνικής μορφολογίας των χρόνων του Αγώνα.
Οι επαναστάσεις είναι πολύπλοκα φαινόμενα· από αυτή την άποψη δεν έχουν έναν χαρακτήρα ή μία σημασία. Στη συμπύκνωση των κεντρικών χαρακτηριστικών τους υπεισέρχεται η ιστορικότητα των ίδιων των προσεγγίσεων, το εννοιολογικό πλαίσιο και η ερευνητική στρατηγική, οι εκάστοτε νέες συμβολές που βαθμιαία ωριμάζουν και υπό προϋποθέσεις οδηγούν σε νέες ιστοριογραφικές συνθέσεις. Ο Κορδάτος, λίγα χρόνια μετά τον Γ. Σκληρό, με την Κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επανάστασης (1924), εισήγαγε νέους προσανατολισμούς στο ιστοριογραφικό πεδίο. Μάλιστα, ενώ οι ιδέες του για το 1821 συνήθως αντιπαραβάλλονται στην προσέγγιση της εθνικής ιστοριογραφικής σχολής, δεν έχει απασχολήσει απ’ όσο γνωρίζω –έστω αδρομερώς– μια ανάγνωση της συμβολής του, βασισμένη στις θέσεις που υποστήριζε την ίδια εποχή ο Ανδρέας Ανδρεάδης, ο «πατριάρχης» και ιδρυτής της οικονομικής-δημοσιονομικής ιστορίας στην Ελλάδα (Δονάτος, 2008: 9· Κουντούρης, 2008: 13).
Από την άλλη, τα μειονεκτήματα της ερμηνείας του Κορδάτου και η αξίωση για εμπειρικά θεμελιωμένες προσεγγίσεις, έστρεψαν μια μερίδα της πρώιμης μαρξιστικής ιστοριογραφίας προς την πρωτογενή ιστορική έρευνα. Άλλες μάλιστα μεταγενέστερες εξελίξεις ενίσχυσαν αυτή τη στροφή και την επικοινωνία με ευρωπαϊκά ιστοριογραφικά ρεύματα (Καραμανωλάκης-Couroucli-Σκλαβενίτης, 2015). Σε ό,τι αφορά τις ηγετικές δυνάμεις της Επανάστασης υποχώρησε ο αναγωγισμός· όμως κατέστησαν δημοφιλείς άλλες άκαμπτες διακρίσεις: παράδοση-εκσυγχρονισμός (Διαμαντούρος, 2002). Μόνο που βαθμιαία αυτή η διάκριση κατέστη περισσότερο αναλυτική και στράφηκε στην εξακρίβωση της πολυπλοκότητας: αποπαραδοσιοποίηση κ.ά. (Λέκκας, 2008).
Σήμερα, γνωρίζουμε πολλά περισσότερα για την κοινωνική μορφολογία του Εικοσιένα. Η προσανατολισμένη στα μέσα ισχύος χαρτογράφηση των ηγετικών ομάδων (οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά, ιδεολογικά), των αντιλήψεων που υπήρχαν στους κόλπους τους και της ανάμιξής τους στο επαναστατικό γίγνεσθαι έχει εξασφαλίσει ρεαλιστικότερες προσεγγίσεις. Και ενώ έχει προχωρήσει η ενσωμάτωση των «κάτω» στην ερμηνεία της Ελληνικής Επανάστασης (Πιζάνιας, 2021: 137-155), εκκρεμεί μια ιστορία της κοινωνικής μορφολογίας που θα μας επιτρέψει να αποτιμήσουμε καλύτερα τις πολλαπλές –τοπικές και ευρύτερες– σημασίες και επιδράσεις της Επανάστασης και γιατί όχι, να προβούμε σε πιο θεμελιωμένες γενικεύσεις. Προς αυτή την κατεύθυνση, εδώ, θα μας απασχολήσουν ορισμένα είδη μερικώς δημοσιευμένων ή αδημοσίευτων πηγών, ως προς τη σημασία τους για την προσέγγιση της διαστρωμάτωσης και της κοινωνικής κινητικότητας του Εικοσιένα.
Εθνική ιστοριογραφία και οικονομική ιστορία
Η διπλή διαφοροποίηση του Γ. Κορδάτου
Η έκδοση της Κοινωνικής σημασίας της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 του Γ. Κορδάτου εισήγαγε μια άλλη οπτική, διαφορετική από εκείνη της εθνικής ιστοριογραφικής σχολής: με την αντίληψη της πρωτοκαθεδρίας των υλικών συνθηκών, τη σημασία της ταξικής ανάλυσης και την αμφισβήτηση της εθνικής συνέχειας-ενότητας (Καραμανωλάκης, 2006: 312-313). Αυτή την οπτική αξίζει να τη σκεφτούμε ως προς τη νέα τότε πειθαρχία της οικονομικής ιστορίας και πιο συγκεκριμένα ως προς το έργο του Ανδρέα Ανδρεάδη.
Ενδεχομένως, θα είχε νόημα μια ειδικότερη έρευνα σε ό,τι αφορά τη φοίτηση του Κορδάτου στη Νομική Σχολή, στην οποία δίδασκε τότε ο Ανδρεάδης. Σε έναν αρχικό έλεγχο στο Ιστορικό Αρχείο του ΕΚΠΑ, δεν εντοπίσαμε το όνομα του πρώτου ανάμεσα στους φοιτητές που συμμετείχαν στο Φροντιστήριο του δεύτερου, κάτι που θα δήλωνε μια στενή σχέση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το ζήτημα που εδώ μας απασχολεί δεν προϋποθέτει την άμεση επικοινωνία του πρώτου με το δεύτερο. Εκείνο που καθιστά ενδιαφέρουσα αυτή τη σύγκριση είναι η διπλή διαφοροποίηση του Κορδάτου, τόσο έναντι της ιστοριογραφίας του Ζαμπέλιου-Παπαρρηγόπουλου όσο και έναντι της οικονομικής ιστορίας του Ανδρεάδη, η οποία σε ό,τι αφορά το ιστοριογραφικό της σκέλος εκκινούσε από τα αυτονόητα της εθνικής ιστοριογραφικής σχολής. Άλλωστε, ο Ανδρεάδης, που «με την πλατειά του érudition και το ραφιναρισμένο εκλεκτικισμό του, στάθηκε ένας initiateur (δημοσιονομική ιστορία)» (Ζιούτος, 1952: 83), είχε εντάξει στο ερευνητικό του έργο το Εικοσιένα, μάλλον περισσότερο από τους διδάσκοντες της Φιλοσοφικής Σχολής του καιρού του. Αξίζει μάλιστα να σταθούμε σε δύο σημεία. Το ένα είναι το είδος της οικονομικής ιστορίας που υπηρετούσε ο Ανδρεάδης και η εναλλακτική που εισήγαγε ο Κορδάτος, το άλλο είναι η σχέση ανάμεσα στις οπτικές τους, στα διακυβεύματα της εποχής τους και στην ανάγνωσή τους για το Εικοσιένα. Ο Ανδρεάδης χαρακτήριζε τον εαυτό του εκλεκτικό (Στασινόπουλος, 2013: 18). Προσηλωμένος ο ίδιος στη φιλελεύθερη πολιτική οικονομία, αντλούσε ιδέες από συγγενικές επιστήμες (κοινωνιολογία, δίκαιο), χωρίς συστηματικό ενδιαφέρον για την καλλιέργεια της θεωρίας και με βασική μέριμνα τις εμπειρικά θεμελιωμένες ιστορικές προσεγγίσεις, κατά το παράδειγμα της αγγλικής και της γερμανικής ιστορικής σχολής, οι οποίες αμφισβητούσαν τις οικουμενικές αναλυτικές κατηγορίες και τη χρήση θεωρητικών επεξηγηματικών σχημάτων (Θεοχαράκης, 2008: 28-29· Στασινόπουλος, 2013: 12-13).
Ο ίδιος ήταν θερμός οπαδός της χρηστής διοίκησης και της οικονομίας στο σκέλος των δαπανών, ιδίως των κοινωνικών. Γενικά, αλλά και ειδικά μετά το 1922 που ετέθη θέμα ανόρθωσης της χώρας, απέδιδε προτεραιότητα στην οικονομία/ φειδώ (λιτότητα με σημερινούς όρους), τη συγκρατημένη φορολόγηση του κεφαλαίου και τη συμφιλίωση των εσωτερικών παθών/διχασμών (Κουντούρης, 2008: 17-21· Γκιούρας, 2013: 52). Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικό ότι ορισμένες από αυτές τις ιδέες εντοπίζονται στα γραπτά του για την καποδιστριακή περίοδο που τη θεωρούσε υπόδειγμα χρηστής διοίκησης, περιορισμού της σπατάλης και σφιχτής –οικονομικά και πολιτικά– διακυβέρνησης (Ανδρεάδης, 1939: 314 κ.ε.).
Μια άλλη ενδεικτική τέτοια συσχέτιση παρόντος-ιστορίας ήταν οι θέσεις του για την εμπορική ναυτιλία και το ζήτημα της εθνικής ενότητας. Πρόκειται για ένα σημείο που έχει επισημανθεί από τον ιστορικό Βασίλη Κρεμμυδά στο, προ εικοσαετίας, μεγάλο συνέδριο για την Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας: «Την πλήρη ιδεολογικοποίηση της ιστορίας της προεπαναστατικής ναυτιλίας για πολιτική χρήση την πραγματοποίησε, συστηματοποιώντας την, (…) ο Ανδρέας Ανδρεάδης: υιοθετώντας πλήρως τις θέσεις του F. Boulanger και διατυπώνοντας καταλληλότερα για τις ανάγκες της εποχής του τις μυθοποιημένες θέσεις του Κ. Παπαρρηγόπουλου, κύρωσε (…) το μύθο που έκτοτε εξυπηρέτησε οικονομικές και συνολικότερες πολιτικές, προβαλλόμενος με ηθικούς όρους, ως “συνεργασία κεφαλαίου και εργασίας” (…)· το ηθικό δίδαγμα για τον Α. Ανδρεάδη είναι αναμφισβήτητο: συμβολή και αλληλεγγύη όλων, κυρίως του εργατικού δυναμικού, στην προσπάθεια του κεφαλαίου να δημιουργήσει γενική ευμάρεια (…)» (Κρεμμυδάς, 2004: 395).
Ο Ανδρεάδης φαίνεται πως αντιλαμβανόταν με τον ίδιο τρόπο την ταξική συνεργασία και την εθνική ενότητα στις μέρες του, ως προϋποθέσεις ενός νέου αναπτυξιακού άλματος –στο παράδειγμά μας με άξονα το ελληνικό εμπορικό ναυτικό– σε μια χώρα βαθιά πολιτικά διαιρεμένη (Εθνικός Διχασμός), ενώ αναδυόταν μια τρίτη συνιστώσα με επίκεντρο το κοινωνικό ζήτημα και σοσιαλιστική-κομμουνιστική αναφορά, που με τη συμβολή του Κορδάτου επιχειρούσε να χαρτογραφήσει την κοινωνική δομή της νεότερης Ελλάδας (Παλούκης, 2019: 57-61· Λυμπεράτος, 2013: 89). Μέσα, λοιπόν, από την επισήμανση των μεθοδολογικών επιλογών και των θέσεων του Ανδρεάδη, μπορούμε να σκεφτούμε τη διαφοροποίηση του Κορδάτου, σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά και πολιτικά διακυβεύματα της εποχής του και σε ό,τι αφορά το πεδίο της οικονομικής ιστορίας, με την καλλιέργειά της έξω από το πλαίσιο της εθνικής ιστοριογραφικής σχολής, ειδική εκδοχή της οποίας ήταν η οικονομική ιστορία του Ανδρεάδη (πρβλ. Ασδραχάς, 1981: 32). Αυτή μάλιστα η συμβολή είχε πραγματοποιηθεί ενώ ήταν σε άνθηση φιλοσοφικές και γνωστικές ανησυχίες βασισμένες σε ανορθολογικά και αντιρεαλιστικά ρεύματα (Μποχώτης, 2007).
Ο Κορδάτος, όπως είναι γνωστό, στην εισαγωγή της Κοινωνικής σημασίας το 1924 μιλούσε για ακοινωνιολόγητους ιστορικούς με το σκεπτικό ότι δεν αναγνώριζαν το ρόλο του υλιστικού παράγοντα στην ιστορία. Το πιθανότερο είναι ότι είχε στο μυαλό του τους ιστορικούς της Φιλοσοφικής Σχολής και όχι απαραίτητα την περίπτωση του Ανδρεάδη. Ο ίδιος σκεφτόταν την ιστορία ως κοινωνική επιστήμη κατά το παράδειγμα του μαρξισμού. Εκεί έγκειται και η μεθοδολογική διαφορά του από τον Ανδρεάδη, ότι εκκινούσε αυστηρά από μια φιλοσοφία της ιστορίας με συνέπεια να υστερεί στο σκέλος της εμπειρικής θεμελίωσης.
Με βάση αυτή την αφετηρία, ο Κορδάτος ενσωμάτωσε την επανάσταση του 1821 –ως κεντρική ιστορική αναφορά, ως στάδιο και ως μορφή δράσης– στο ρεπερτόριο της υπό διαμόρφωση πολιτικής στρατηγικής του σοσιαλιστικού χώρου· και διαμόρφωσε ένα άλλο σχήμα σχετικά με το παρελθόν και το μέλλον της ελληνικής επαναστατικής εμπειρίας. Άλλωστε, όπως έχει σημειωθεί, «κάθε κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο (…) που επιδιώκει να αναγνωριστεί η διαφοροποίησή του από άλλα (…) αυτομάτως διαμορφώνει ανάγκες ιστορικότητας» (Πιζάνιας, 2002: 36-37)· μάλιστα, σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, πρόκειται για μια διαδικασία που αναπαριστά την εικόνα που έχουν τα μέλη για τη συλλογικότητά τους και συμπυκνώνει κωδικοποιημένα τους στόχους της για το μέλλον.
Ο ιστορικός υλισμός του Κορδάτου και η ταξική ανάλυση σήμαναν ένα νέο εννοιολογικό πλαίσιο που διαφοροποίησε το ιστοριογραφικό τοπίο (Καραμανωλάκης, 2021: 98-99), τροφοδότησε νέες ερευνητικές κατευθύνσεις στην οικονομική ιστορία της νεότερης Ελλάδας και σήμανε μια διαφορετική προσέγγιση του Εικοσιένα, ενταγμένη στα κοινωνικά και πολιτικά διακυβεύματα του καιρού του. Σε ό,τι αφορά μάλιστα την οικονομική ιστορία, είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που ο Νίκος Σβορώνος, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αποτιμούσε αυτή τη συμβολή: «για την οικονομική ιστορία (…) είναι σίγουρο ότι ο Κορδάτος έπαιξε σημαντικό ρόλο για όλους μας. Ξέρετε τη θέση μου για τον Κορδάτο. Άδικα τον χτύπησαν και οι δεξιοί αλλά και οι αριστεροί ιστορικοί. Είναι από τους μεγάλους προδρόμους (…). Μπορώ να πω, αν θέλετε, ότι η δουλειά μου είναι συνέχεια της μαρξιστικής αντιμετώπισης της ιστορίας, που αρχίζει από τον Σκληρό και φτάνει στον Κορδάτο» (Δημαράς & Σβορώνος, 1995: 113).
Προς μια κοινωνική ιστορία των ηγετικών ομάδων της Ελληνικής Επανάστασης
Ο Γ. Κορδάτος, για να εξηγήσει την επαναστατική μεταβολή, τοποθέτησε τις κοινωνικές δυνάμεις στον άξονα αριστοκρατία-τρίτη τάξη, κατά το παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης, προσαρμόζοντάς τον στο οθωμανικό πλαίσιο και στο σχήμα παραγωγικές δυνάμεις-παραγωγικές σχέσεις. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η προσέγγισή του, ανάμεσα στα άλλα, δεν εξηγούσε ενδογενώς γιατί οι πληρεξούσιες αριστοκρατίες συμμετείχαν στην Επανάσταση και για ποιους λόγους αναπτύχθηκαν φαινομενικά ετερόκλητες συμμαχίες κατά τη διάρκειά της κ.ά. Ανάλογα μειονεκτήματα είχαν οι μεταγενέστερες παραλλαγές της και παρεμφερείς ερμηνείες τρίτων (Ζέβγος, Λαμπρινός κ.ά.)· άλλωστε, η θέση/τοποθέτηση των επιμέρους δυνάμεων στο ερμηνευτικό σχήμα της Επανάστασης είχε τη σφραγίδα των εκάστοτε πολιτικών στρατηγικών της Αριστεράς και των αντιλήψεών της για τα μέτωπα, των μεγάλων διακυβευμάτων της δεκαετίας του 1940 και των συνθηκών που επικράτησαν αμέσως μετά (Στάθης, 2021: 168- 172· Κρεμμυδάς, 2021: 184-186).
Από την άλλη, από ενωρίς άρχισαν να εμφανίζονται πιο επεξεργασμένες αναγνώσεις της ιστορίας του νέου ελληνισμού με μαρξιστικές καταβολές και ενδιαφέρουσες συνέπειες για την ερμηνεία της επανάστασης του 1821. Επρόκειτο για το έργο του Σεραφείμ Μάξιμου και του Νίκου Σβορώνου. Οι συγκεκριμένοι, χωρίς να απεμπολούν την αξίωση για ιστορικές γενικεύσεις και τη χρήση μαρξιστικών αναλυτικών εργαλείων, ενσωμάτωσαν τεχνικές κριτικής και ελέγχου που ήταν στενά συνυφασμένες με το επάγγελμα του ιστορικού. Αυτή βέβαια η τροχιά, αργότερα, πήρε ποικίλες κατευθύνσεις που συνδέθηκαν με τις τύχες της οικονομικής ιστορίας στην Ελλάδα (Πετμεζάς, 2015: 127-140· Ασδραχάς, 2004: 333-339· Πρόντζας, 2004: 358-368).21Θα είχε ενδιαφέρον μια επέκταση σε άλλες εκδοχές υπέρβασης των παλαιών μηχανιστικών εξηγήσεων με άξονα θεωρητικές επεξεργασίες της (μαρξιστικής) κριτικής της πολιτικής οικονομίας και στόχο την προσέγγιση της μετάβασης στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, τη χαρτογράφηση των κοινωνικών σχέσεων και των χαρακτηριστικών του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού (Μηλιός, 1988, 2021). Εδώ περιορίζομαι σε ορισμένα σχόλια για το ιστοριογραφικό πεδίο. Ασφαλώς, το ζήτημα αυτής της υπέρβασης απασχόλησε διεθνώς και αφορούσε μεταξύ άλλων το πρόβλημα της σχέσης του μαρξισμού με την ιστορία (Haldon, 1992: 52· McLennan, 1990). Αλλού, υπό την επιρροή νεότερων ρευμάτων (δυτικός/κριτικός μαρξισμός, Νέα Αριστερά) αυτή η σχέση πήρε τη μορφή μιας ιστορικής πολιτικής οικονομίας (Πέρρυ Άντερσον κ.ά.) και σε άλλες περιπτώσεις (Ε. Π. Τόμσον) τη μορφή μιας ιστοριογραφίας προσανατολισμένης στις εμπειρίες και στα κοινά βιώματα που συγκροτούν την ταυτότητα των συμφερόντων (Fulbrook-Skocpol, 2011: 225-276· Trimberger, 2011: 277-316).
Ας επιστρέψουμε όμως στο θέμα μας: τη μετάβαση σε λιγότερο αφηρημένες και λιγότερο σχηματικές προσεγγίσεις αμέσως μετά την αρχική συμβολή του Κορδάτου. Ο Νίκος Σβορώνος ήδη από τη δεκαετία του 1950 έγραφε πως «ο ιστορικός (…) αρχίζει την έρευνά του in medias res κι επομένως η αφετηρία του αποτελεί ήδη ένα σύμπλεγμα παραγόντων και καταστάσεων που υπερβαίνει το απλό και καθαρό σχήμα το δοσμένο από την αφαιρεμένη θεωρία» (Σβορώνος, 1955: 210).32Η αφετηρία αυτών των προβληματισμών πρέπει να αναζητηθεί δύο δεκαετίες νωρίτερα με επιστέγασμα το κείμενο που υπέβαλε το 1942 στη Φιλοσοφική της Θεσσαλονίκης και άλλες επεξεργασίες του μέσα στην ίδια δεκαετία (Δημαράς & Σβορώνος, 1995: 114 κ.ε.). Και όπως διηγούνταν μερικές δεκαετίες αργότερα: «δεν πρέπει να υπαχθεί, σώνει και καλά, μια πραγματικότητα κάτω από ένα όνομα, είτε αυτό λέγεται φεουδαρχία είτε λέγεται ασιατικός τρόπος παραγωγής είτε ανατολικός τρόπος παραγωγής και τα τοιαύτα. Για μένα, το ζήτημα είναι να καθοριστούν τα στοιχεία, τα πραγματικά στοιχεία, ενός τρόπου παραγωγής» (Σβορώνος, 1995: 109-110).
Φωτογράφιζε έτσι έναν τρόπο δουλειάς που εμπεριείχε ταυτόχρονα τον προσανατολισμό στο πεδίο της εμπειρικής έρευνας και τον αναστοχασμό πάνω στο ζήτημα των εννοιών. Έναν τρόπο που συνδύαζε την ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων με το ενδιαφέρον για τα ίδια υποκείμενα, τους μηχανισμούς στους οποίους μετείχαν, τις αντιλήψεις τους και τα νοήματα με τα οποία επένδυαν τον κόσμο τους. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που κυοφορήθηκαν οι πιο συστηματικές προσεγγίσεις (ενδεικτικά, Ασδραχάς, 1958: 107-111· του ίδιου, 2019) ορισμένων από τις ηγετικές ομάδες που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση και τέθηκαν τα θεμέλια για ένα σύνολο μεταγενέστερων αμιγώς ιστοριογραφικών προσεγγίσεων.
Ο –ακατέργαστος με μεταγενέστερα κριτήρια– ιστορικός υλισμός του Κορδάτου φανέρωσε διαδρομές προς τη χαρτογράφηση των κοινωνικών σχέσεων και αυτή η χαρτογράφηση προχώρησε χάρη στις εμπειρικές μελέτες οικονομικής ιστορίας που πραγματοποιήθηκαν αργότερα, δηλαδή χάρη σε λιγότερο σχηματικές προσεγγίσεις. Τα χαρακτηριστικά του οθωμανικού συστήματος, το καθεστώς των γαιών, οι φορολογικές και οι καλλιεργητικές σχέσεις, οι σχέσεις άσκησης της εμποροναυτικής δραστηριότητας και οι μηχανισμοί του εμπορίου σαφώς εξασφάλισαν μια καλύτερη εικόνα για τις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις· αλλά κι αυτά, ως δεδομένα, φάνηκε ότι δεν ήταν αρκετά για να εξηγηθεί η σχέση των επιμέρους κοινωνικών ομάδων με την Επανάσταση.
Η μελέτη ορισμένων μεταβλητών σήμανε μια εστιακή καθαρότητα, αλλά κατέστη σαφές ότι όλες οι άλλες μεταβλητές έπρεπε επίσης να σταθμιστούν ως προς τη σημασία τους και να συνδυαστούν μεταξύ τους μέσα από έναν διπλό δρόμο: την εγγύτητα στην ιστοριογραφική ανάλυση και στον τρόπο που αυτή οδηγεί σε συνθέσεις αλλά και την επικοινωνία με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες (βλ. Sewell, 2013: 143-144), προκειμένου να μελετηθεί ένα σύνολο παραγόντων όπως το οθωμανικό κράτος, οι ενδοκρατικές και οι διακρατικές σχέσεις, οι οικονομικοί και κοινωνικοί μετασχηματισμοί, οι ιδέες, η συγκυρία, οι δομικοί περιορισμοί και οι ευκαιρίες δράσης, οι πόροι και τα ρεπερτόρια δράσης, οι εμπειρίες, τα κίνητρα και τα συμφέροντα, οι προσδοκίες και οι αντιλήψεις στους κόλπους των επιμέρους κοινωνικών ομάδων (Πιζάνιας 2014, 2021· Παπανικολόπουλος 2021).
Άραγε, σήμερα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχουν δυνατότητες μιας ανανεωμένης και γόνιμης ενσωμάτωσης του μαρξισμού στη χαρτογράφηση των κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνικής μορφολογίας του Εικοσιένα; Η απάντηση είναι νομίζω θετική, εφόσον λάβουμε υπόψη τη συζήτηση για τις κοινωνικές τάξεις (ενδεικτικά: Αβδελά, 1995) και νεότερες σχετικές συμβολές με μαρξιστικές καταβολές (ενδεικτικά: Meiksins-Wood, 1998· Jessop, 2011).43Χαρακτηριστικός είναι νομίζω ο τρόπος που ο Jessop μάς προτείνει να σκεφτούμε την έννοια του συμφέροντος: «Τεκμαίρεται ότι η ανάλυση των “συμφερόντων” οφείλει να ασχολείται με σχετικά πλεονεκτήματα παρά με την όποια έννοια απόλυτου συμφέροντος που είναι απομονωμένη από δεδομένες συγκυρίες. Μια κατάσταση, δράση ή γεγονός μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι προς το συμφέρον ενός υποκειμένου εφόσον εξασφαλίζει μεγαλύτερη καθαρή αύξηση (ή μικρότερη καθαρή μείωση) στην πραγμάτωση των συνθηκών ύπαρξης του υποκειμένου απ’ ό,τι οι όποιες δυνατές εναλλακτικές σε μια συγκεκριμένη συγκυρία. Αυτό σημαίνει ότι τα συμφέροντα ενός υποκειμένου πρέπει να εκτιμώνται σε σχέση με τους δομικούς περιορισμούς και τις συγκυριακές ευκαιρίες που επικρατούν σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Σημαίνει επίσης ότι τα υποκείμενα μπορεί να βρεθούν προ συγκρουόμενων συμφερόντων όταν μια συγκεκριμένη κατάσταση, δράση ή γεγονός υπονομεύει κάποια στοιχεία κάποιων συνθηκών ύπαρξης ενώ την ίδια στιγμή προάγει αυτά τα στοιχεία (ή/και άλλα) των ίδιων ή άλλων συνθηκών (…). Επιπλέον, στον βαθμό που κάθε υποκείμενο εμπλέκεται σε διαφορετικά σχεσιακά συστήματα, ή/ και έχει επικαθοριστεί με πολλαπλές υποκειμενικότητες ή ταυτότητες, δύναται να προκύψουν εντάσεις ανάμεσα στις συνθήκες ύπαρξης που σχετίζονται με αυτά τα συστήματα, ή/και τις υποκειμενικότητες, με αποτέλεσμα το υποκείμενο να μην έχει ένα ενοποιημένο και μη αντιφατικό σύνολο συμφερόντων προς υλοποίηση. Κατά συνέπεια, ο συσχετισμός των πλεονεκτημάτων για ένα δεδομένο υποκείμενο μπορεί να μεταβληθεί παράλληλα με διαφοροποιήσεις στις συγκυριακές ευκαιρίες και τους δομικούς περιορισμούς, ενώ και η ίδια συγκυρία μπορεί να έχει διαφορετικές επιπλοκές για τα συμφέροντα εάν ο τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο αυτό επικαθορίζεται έχει μεταβληθεί. Μάλιστα, μια καίρια περιοχή ιδεολογικής διαμάχης συνίσταται στον επαναπροσδιορισμό ή/και συνδυασμό των υποκειμενικοτήτων και, ως εκ τούτου, των συμφερόντων που τα υποκείμενα δύνανται να έχουν σε διάφορες καταστάσεις», Bob Jessop, 2011: 57-58. Αυτό όμως προϋποθέτει ταυτόχρονα τον προσανατολισμό στον κρίσιμο ρόλο του ιστοριογραφικού κεκτημένου και στο εννοιολογικό πλαίσιο που παράγεται μέσα από την ιστορική έρευνα και τη διερεύνηση της ιστορικής διαδικασίας (Ποταμιάνος, 2021: 15). Καθώς με αυτό τον τρόπο είναι που μπορούν να επιλυθούν τα προβλήματα που προκύπτουν από τις σύνθετες έννοιες (complex concepts), που ως μεταμφιεσμένες γενικεύσεις προδιαγράφουν τις αιτιότητες και τις ιδιότητες των πραγμάτων (Βαφέας & Κουμπουρλής, 2014).
Επανάσταση και κοινωνικοί μετασχηματισμοί
Ενδείξεις για τη διαστρωμάτωση και την κοινωνική κινητικότητα
Η συζήτηση για τη σχέση της επανάστασης με τις τομές και τους μετασχηματισμούς έχει απασχολήσει κλασικούς στοχαστές (Μπερκ, Τοκβίλ, Μαρξ) με αποκορύφωμα εκλεπτυσμένες αναλύσεις στους κόλπους της ιστορικής και πολιτικής κοινωνιολογίας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία αυτής της συζήτησης δεν είναι οι αιτίες των επαναστάσεων αλλά οι συνέπειες των εξουσιαστικών διαδικασιών στο πλαίσιό τους.
Μάλιστα, αυτό το σημείο έχει μικρή προϊστορία στην ελληνική ιστοριογραφία. Το Εικοσιένα αποτέλεσε ένα από τα αγαπημένα θέματα μαρξιστών και φιλελεύθερων μελετητών που αναζητούσαν ένα εξελικτικό μοτίβο ή αιτίες καθυστέρησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, σε αντίστιξη με προγραμματικές προσδοκίες του καιρού τους. Βαθμιαία, είδαν το φως της δημοσιότητας πιο επεξεργασμένα ερμηνευτικά σχήματα και χαρτογραφήθηκαν ποικίλες όψεις των κοινωνικών σχέσεων στους κόλπους του νέου ελληνισμού. Αλλά, σε ό,τι αφορά τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς οι πιο σημαντικές συμβολές προέκυψαν μέσα από τη σε βάθος ανάλυση παραδειγματικών περιπτώσεων, οι οποίες κατέδειξαν επιπροσθέτως τα όρια διαδεδομένων ταξινομήσεων (ενδεικτικά: Κοταρίδης, 1993· Ροτζώκος, 1997· Ασδραχάς, 2019· Πιζάνιας, 2021· Θεοτοκάς, 2021· Tzakis, 2021· Fakoura, 2021· Kousouris 2021, Bacharas 2021).
Ο ιστορικός Πέτρος Πιζάνιας, στην Ιστορία των Νέων Ελλήνων 1400-1820, έχει παρουσιάσει εκτενώς τους βασικούς μηχανισμούς της κοινωνικής κινητικότητας των αξιωματούχων της οθωμανικής εξουσίας –σε αντίθεση με τη μεγάλη μάζα των ραγιάδων– και τις μεταγενέστερες διεργασίες κοινωνικής διαφοροποίησης στους κόλπους ομάδων του νέου ελληνισμού. Διεργασίες που ήταν συνυφασμένες με την ανάπτυξη των εμπορικών και μορφωτικών δικτύων, ιδίως στο δεύτερο μισό του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα.
Η Ελληνική Επανάσταση ενίσχυσε τις διεργασίες κοινωνικής και γεωγραφικής κινητικότητας, αυτή τη φορά με άξονα αναφοράς τον πόλεμο και τη συγκρότηση εθνικού κράτους. Όμως, παρόλο που η πρόσβαση σε πηγές είναι πολύ καλύτερη στις μέρες μας, η συζήτηση για τις κοινωνικές ομάδες το Εικοσιένα, έναν αιώνα μετά την αρχική συμβολή του Κορδάτου, εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να περιστρέφεται γύρω από τα ίδια –και κατά τα άλλα απαντημένα– ζητήματα: ο ρόλος των εμπόρων, των προεστών, των πολιτικών, των οπλαρχηγών, των αρματολών κ.ά. Η χαρτογράφηση των αλλαγών που προκάλεσε η Επανάσταση στην κοινωνική διαστρωμάτωση προϋποθέτει επεξεργασίες στις αναλυτικές κατηγορίες, έμφαση –αρχικά τουλάχιστον– σε θεματικές προσεγγίσεις και αξιοποίηση ανεκμετάλλευτων αλλά και ήδη γνωστών πηγών. Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, ας σταθούμε σε μερικά ενδεικτικά παραδείγματα από την Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου.
Με βάση καταγραφή των κατοίκων της επαρχίας του Άργους, η οποία πραγματοποιήθηκε επί Καποδίστρια, φαίνεται ότι ο πληθυσμός της μειώθηκε αισθητά, ίσως και στο μισό, αν δεχτούμε ότι το 1821 αριθμούσε 19.000 ψυχές (18.000 χριστιανοί και 1.000 μουσουλμάνοι), ενώ το 1828 μόλις 9.781. Άλλαξε η εθνοπολιτισμική σύνθεση,54Ενδεικτικά, βλ. «Κατάλογος των εις την πόλιν Ναυπλίου ευρισκομένων αιχμαλώτων εις μερικήν δούλευσιν», 20/9/1828, ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΓΓ, φάκ. 128, έγγρ. 90. Ο κατάλογος περιλαμβάνει 35 «Άραβες στο γένος», 13 Οθωμανούς συλληφθέντες από τον Σαχτούρη αλλά και 27 «Οθωμανούς στο γένος» πολλοί/ές ντόπιοι/ες: Φατμέ, Αλή Αχμέτ, Χατιτζέ Χουσεΐν και Χατιτζέ Αλή με τον εγγονό της από την Τριπολιτσά, η Μεϊμέτενα με τη θυγατέρα της από το Φανάρι (νότια Ηλεία) και η Αϊσέ Σαΐ από τα Σάλωνα. στο 20% των ελληνικών οικογενειών χάθηκε ο σύζυγος, άνοιξαν ζητήματα επιβίωσης για τις χήρες και τα ορφανά κ.ά. Πέρα όμως από τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, ευρύτερα μιλώντας, ένας μέρος των πληθυσμιακών μεταβολών προέκυψε από (εξ) αναγκαστικές μετακινήσεις (ντόπιοι μουσουλμάνοι, Χιώτες, Ψαριανοί, Κρητικοί, Σουλιώτες κ.ά.) και άλλους παράγοντες (βλ. Κόμης, 2003).
Τα κριτήρια ομαδοποίησης του πληθυσμού στην παραπάνω καταγραφή ήταν σαφώς προαποφασισμένα από τις αρχές. Δεν υπήρχε η κατηγορία στρατιωτικοί –εν μέρει εύλογα καθώς ο πόλεμος στην Πελοπόννησο είχε τελειώσει– ούτε κάποια αναφορά σε άλλες μορφές δύναμης και επιρροής, καθώς επρόκειτο για απογραφή. Αυτού του τύπου το υλικό όμως, παρά τα μειονεκτήματά του, παρέχει μια ενδιαφέρουσα εικόνα για την κοινωνική μορφολογία στην επαρχία του Άργους, η οποία είχε παρόμοια χαρακτηριστικά με άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου.
Το υλικό είναι ταξινομημένο σε τρεις ζώνες: πόλη, πάροικοι, ύπαιθρος (Διάγραμμα 1). Δηλαδή με βάση μια τιμοκρατικού τύπου διάκριση που υποδηλώνει εδραίες κοινωνικές ιεραρχίες. Όλοι οι κτηματίες και οι πρώτης τάξης έμποροι κατοικούσαν στην πόλη-αγορά-διοικητικό κέντρο. Ανάμεσα στον αυξημένο αριθμό των παροίκων ήταν αισθητή η παρουσία μιας μάλλον δευτερεύουσας κλάσης εμπόρων. Ωστόσο μένει να διευκρινιστεί, σε ποιο βαθμό οι πάροικοι ήταν παρακεντέδες ή πρόσφατα εγκατεστημένοι πληθυσμοί πέριξ της πόλης λόγω του πολέμου (Λιάτα, 2003: 90-95· Κόμης, 2003: 238· Κόμης, 2014: 72). Η σύνθεση πάντως αυτής της ομάδας –αρκετές χήρες, πολλοί «εργάτες»– φαίνεται να υποδηλώνει κοινωνικά υποδεέστερες θέσεις. Στην αργολική ύπαιθρο είναι επίσης ορατό το μέγεθος των γεωργών (μάλλον με ιδιοκτησία) σε σχέση, για παράδειγμα, με την απουσία κτηματιών που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη.
Μεγέθυνση
Ο αριθμός των «εργατών» ήταν συγκριτικά μεγαλύτερος στην πόλη του Άργους και στους παροίκους· στα χωριά ήταν η δεύτερη σε σπουδαιότητα ομάδα. Η κατηγορία «εργάτες» στέγαζε χειρωνακτικά επαγγέλματα, τεχνίτες και διάφορους μεροκαματιάρηδες, όλους μαζί, χωρίς διάκριση των μεταξύ τους διαφορών (ο αρχιμάστορας μαζί με το βοηθό του κ.ά.). Στην πόλη υπήρχε μεγαλύτερη ποικιλία επαγγελμάτων, ενώ στα χωριά ως «εργάτες» μάλλον είχαν καταγράψει κτίστες, τσαγκάρηδες, μυλωνάδες και άλλα επαγγέλματα συνυφασμένα με την ύπαιθρο, ακτήμονες εργάτες γης και, ίσως, τους καλλιεργητές των εθνικών κτημάτων.
Με λίγες μικροδιαφορές, αντίστοιχη ήταν η κατάσταση το ίδιο διάστημα σε μερικά νησιά των Κυκλάδων (Διάγραμμα 2). Ο αριθμός των «εργατών»/τεχνιτών επιβεβαιώνει ότι αποτελούσαν την πιο μεγάλη ομάδα. Η κατηγορία «εργάτες» στην Ίο αφορούσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα επαγγέλματα: μυλωνάς, αχθοφόρος, κτίστης, υποδηματοποιός, ράπτης, βουτζάς, καλαφάτης, μαραγκός, λεπτουργός, χρυσοχόος, χαλκίτης, φαναράς κ.ά. Μια άλλη μεγάλη μερίδα του πληθυσμού ήταν ναύτες. Οι έμποροι ήταν τοπικοί, μικροί και μεσαίοι, κυρίως μαγαζάτορες: οι πιο μικροί εμπορεύονταν με λίγες εκατοντάδες γρόσια και οι μεγαλύτεροι με δύο χιλιάδες γρόσια. Από τους ποιμένες μόνο μερικοί είχαν κάποιες δεκάδες ή και εκατοντάδες αιγοπρόβατα που ήταν δικά τους· οι περισσότεροι βοσκούσαν τα ζώα των υπολοίπων. Σε ό,τι αφορά, τέλος, τους γεωργούς, αυτοί είχαν ιδιόκτητη γη, σαφώς πολύ λιγότερη από τους κτηματίες, αλλά όχι απαραίτητα δικά του αροτριώντα ζώα (περίπου 1 στους 2 γεωργούς της Ίου).
Μεγέθυνση
Εν πάση περιπτώσει, μια ενδιαφέρουσα σύγκριση αυτών των πληροφοριών προκύπτει αν γυρίσουμε πίσω στις ηγετικές ομάδες της Επανάστασης και στην παρουσία τους στη Φιλική Εταιρεία: έμποροι, διανοούμενοι, τοπικοί πρόκριτοι, αρματολοί, οπλαρχηγοί, κληρικοί. Καθώς αυτή η σύγκριση υποδεικνύει προς τα πού πρέπει να αναζητήσουμε τους 50.000 περίπου πολιτοφύλακες που –όχι όλοι μαζί ταυτόχρονα– πολέμησαν στην Επανάσταση: στους επίμορτους καλλιεργητές (των πρώην οθωμανικών κτημάτων και όχι μόνο), στους γεωργούς με δική τους γη, σε απασχολούμενους στην κτηνοτροφία και ίσως στους τεχνίτες των πόλεων. Αυτή η υπόθεση αφορά βέβαια τις χερσαίες δυνάμεις γιατί ο πολεμικός στόλος είχε περισσότερο γνωστές βάσεις στελέχωσης.
Ένα άλλο σημείο αφορά το εύρος των ανισοτήτων. Με βάση τον αριθμό των ευκατάστατων οικογενειών –χαρακτηρισμός από τις πηγές– στην Πάρο, τη Νάξο, την Άνδρο και τη Μύκονο και το συνολικό αριθμό των οικογενειών σε αυτά τα νησιά, προέκυψε ότι οι ευκατάστατοι αποτελούσαν μια τάξη μεγέθους περί το 7,5%: 586 από τις κατά προσέγγιση 7.791 οικογένειες (ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΓΓ, φάκ. 35, έγγρ. 18-20· Δημητρόπουλος, 2004: 181, 210-217). Με βάση έναν αδρομερή υπολογισμό,65Βασίστηκε αφενός στους υπολογισμούς κρατικών αξιωματούχων σχετικά με τα χρηματικά ποσά που θα μπορούσαν να καταβάλουν οι ευκατάστατοι στην Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, αφετέρου σε ενδείξεις για τις συνεισφορές κατοίκων από τα νησιά του Αιγαίου σε εράνους τα προηγούμενα χρόνια (ΙΑΜΜ/ΑΑ, φάκ. 3, έγγρ. 5/87). από το σύνολο των οικογενειών της Πάρου, το 8% ενέπιπτε στην κατηγορία ευκατάστατοι· ένα 55% αφορούσε περιπτώσεις με ελάχιστη ή πολύ μικρή περιουσία· και ένα 37% ήταν σε μια ενδιάμεση θέση (Διάγραμμα 3).
Μεγέθυνση
Η ανισότητα ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες ήταν πολύ μεγάλη αλλά και στο εσωτερικό τους υπήρχαν σημαντικές διαβαθμίσεις. Έτσι, στην Πάρο σύμφωνα με τις παραπάνω εκτιμήσεις, η οικονομική ισχύς της Α΄ βαθμίδας ευκατάστατων (19 στον αριθμό) ήταν διπλάσια από την ισχύ που είχε η Β΄ βαθμίδα ευκατάστατων (22 στον αριθμό) και τετραπλάσια από την ισχύ που είχε η Γ΄ βαθμίδα των ευκατάστατων (70 στον αριθμό). Μάλιστα, το εισόδημα των μελών της Α΄ βαθμίδας, εφόσον δεχτούμε μια στοιχειώδη σύγκριση,76Το ποσό που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν οι ευκατάστατοι της Α΄ βαθμίδας στην Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα ήταν εκατό ισπανικά δίστηλα. Αυτό συγκρίθηκε με τα πιο μικρά ποσά που εντοπίζονται σε εράνους και με την περίπτωση του εράνου ένα γρόσι ανά ψυχή που είχε καθιερωθεί το Μάρτιο του 1822 (Δημακόπουλος, 1966: 63), δηλαδή με 4 περίπου γρόσια ανά οικογένεια, τα οποία κατά προσέγγιση ισοδυναμούσαν με μισό δίστηλο. φαίνεται να ήταν εκατό με διακόσιες φορές υψηλότερο ως προς το εισόδημα των οικογενειών με χαμηλή περιουσιακή κατάσταση. Σύμφωνα, τέλος, με άλλα στοιχεία για όλη την επικράτεια, φαίνεται ότι ανά χίλιες οικογένειες μόλις μία είχε πολύ μεγάλη περιουσία: επρόκειτο για τους πλοιοκτήτες των τριών ναυτικών νησιών και τους μεγάλους εμπόρους της Ερμούπολης αφενός και ένα τμήμα του προεστικού στοιχείου των χερσαίων περιοχών αφετέρου (Πιζάνιας, 2014: 420)· τα κέντρα του (ναυτιλιακού) εμπορίου στην μία περίπτωση και οι ηγετικές ομάδες της υπαίθρου στην άλλη.
Ας σκεφτούμε, τώρα, τις παραπάνω διαφορές λαμβάνοντας υπόψη το σχόλιο του Φρειδερίκου Τιρς ότι μέχρι την Επανάσταση οι χωρικοί δεν τολμούσαν να κοιτάξουν στα μάτια τους αφεντάδες και ότι τους πλησίαζαν τρέμοντας χωρίς αντίλογο (Τιρς, 1972: 19).87Ας ληφθεί βέβαια υπόψη ότι η επιμέλεια του κειμένου φέρει τη σφραγίδα της οπτικής του Τ. Βουρνά (Κουμπουρλής, 2019). Αν συνυπολογίσουμε ότι, μετά το 1823, πολύ μετά το κίνημα του Αντώνη Οικονόμου, τα πληρώματα του πολεμικού στόλου της Ύδρας (πλοίαρχοι και ναύτες), με άξονα τη διανομή των λειών, αμφισβήτησαν τις παραδοσιακές κοινωνικές ιεραρχίες, την αποκλειστικότητα των προκρίτων στον έλεγχο του Κοινού του νησιού έτσι που πέτυχαν από το 1825 να λάβουν μέρος στο Κοινό, παρόλο που μετά το 1827 συνέχισαν να εκπροσωπούνται οι πλοίαρχοι και αποκλείστηκαν τα κατώτερα στρώματα (Κατηφόρη, 1987: 252-253). Αν λάβουμε ακόμα υπόψη την αντίσταση των ενόπλων στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, ώστε να αποφευχθεί η εκποίηση εθνικών γαιών (Μποζίκης, 2020: 374- 379). Τότε, μπορούμε σε κάθε περίπτωση να σκεφτούμε την Επανάσταση ως διαδικασία που αποδεσμεύει δυναμικές και τροποποιεί τους συσχετισμούς δύναμης.
Οι «κάτω», παρά την ενσωμάτωσή τους σε τοπικο-συγγενικά και άλλα δίκτυα, αποτέλεσαν ουσιαστική συνιστώσα της συγκρότησης των πραγμάτων, είτε ως πολιτοφύλακες και πληρώματα του πολεμικού στόλου, είτε ως πολίτες που συνδέονται με το επαναστατικό κράτος. Αρκεί να διατρέξει κάποιος/α τα χιλιάδες έγγραφα που παραλαμβάνονται από τους γραμματείς της Διοίκησης, τα οποία φανερώνουν την αναπαραγωγή και την εμπέδωση των νέων πολιτικών σχέσεων. Η πολιτική ελευθερία/ισότητα δεν ήταν παρά η αρχή του ορίζοντα, ώστε να καταστούν αντικείμενο επεξεργασίας όλες οι άλλες εκδοχές ισότητας και ελευθερίας.98Όπως μάλιστα έχει σημειωθεί: «η εφάπαξ θέσπιση της πολιτειακής ισονομίας (…) “απελευθέρωσε” το κοινωνικό φαντασιακό, επιτρέποντάς του να σημασιολογήσει, να αξιώσει, να ονειρευθεί και να ζητήσει πράγματα, που ώς τότε ήταν αδιανόητα» (Τσουκαλάς, 1991: 18).
Χιλιάδες απευθύνονταν στη Διοίκηση, συνήθως μέσω τρίτου εγγράμματου συντάκτη, ως ελεύθεροι πολίτες που αξίωναν την επίλυση της υπόθεσής τους βάσει των αρχών που είχε καθιερώσει το επαναστατικό καθεστώς. Αναμεσά τους συχνά, γυναίκες (χήρες κ.ά.) που ζητούσαν αποζημίωση ή δικαιοσύνη (Δημητρόπουλος, 2021: 4), όπως στην περίπτωση που η «πατριώτις Αικατερίνη Αναστάση Τζίνα[;], διά χειρός Α. Μαυροκέφαλου», στις 23 Σεπτεμβρίου του 1824, απαιτούσε από τις αρχές να αποκαταστήσουν την τιμή της: «Ο τύραννος των νεανικών ψυχών έρως κατεδάμασε και την ψυχήν εμού και Αθανασίου τινος Γιάννη Σακελλαρίου Μεγαρέως. Ο Αθανάσιος ούτος οργανίζων προ πολλού να με έχη σύμβιον, και μη δυνάμενος, μίαν των ημερών, λαμβάνων ευκαιρίαν καλήν, την απουσίαν της μητρός μου, μ’ επήρε και υπήγομεν εις απωτέρω χωρίον, όπου ενδιατρίψαντες αρκετάς ημέρας, επεστρέψαμεν εις Μέγαρα, και εκεί κατ’ αμοιβαίον έρωτα και αγάπην συνεδέθημεν, χαριζόμενοι εις αλλήλους και δακτυλίδια αρραβωνιαστικά. Ο νέος θέλει εμέ και εγώ τον νέον· αλλ’ ο πατήρ του Γιάννης Σακελλαρίου, δεν θέλει, και βασανίζων τον υιόν του τον εξώρισε διά να μην γένη η στεφάνωσις. Τώρα η δυστυχής εγώ πώς να κάμω ήδη έχουσα υπόληψιν γυναικός και όχι κόρης; και ποίος θέλει με στεφανωθή, παρ’ αυτός ο εραστής μου; όθεν παρακαλώ θερμώς και στενάζουσα την αγαθή φιλοστοργία της [Διοίκησης], να επιτάξει όπου ανήκει να εκκλητηθώσι, ο εραστής μου, και ο πατήρ του Γιάννης Σακελλαρίου, ενθάδε να εξετασθή το πράγμα, και να ενεργηθή το δίκαιον και το νόμιμον, δια να μην απολεσθώ η δυστυχής. Ούσα δε βεβαία, ότι η δικαιοσύνη της η μεγάλη και η αγαθότης εξομαλεί τα ανώμαλα, και ενεργεί δραστηρίως το δίκαιον, μένω μ’ όλον το βαθύτατον σέβας» (ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΕ, φάκ. 24, έγγρ. 56).
Κάποιες παραπάνω πληροφορίες για την τύχη της υπόθεσης θα είχαν ενδιαφέρον. Σε κάθε περίπτωση όμως, ας κρατήσουμε ότι αυτή η ενέργεια, στο πλαίσιο που σήμανε η Επανάσταση, επιστρέφει και συγκροτεί το ίδιο της το υποκείμενο, και ας γυρίσουμε στο ζήτημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης.
Το υλικό που εξετάστηκε παραπάνω παρέχει μια στατική πληροφόρηση για την κοινωνική διαστρωμάτωση που δείχνει ακίνητη αλλά αν εξεταστεί με κριτήριο την επαναστατική διαδικασία μπορεί να ενταχθεί σε μια συζήτηση με ποικίλες πτυχές. Πρώτον, οι πολιτικές αλλαγές το Εικοσιένα σηματοδοτούν τη διάκριση του κτηματία από το πλαίσιο αναπαραγωγής της προεπαναστατικής αρχοντίας, το οποίο τερματίστηκε με την ανατροπή της οθωμανικής κυριαρχίας. Ασφαλώς, δεν κλονίστηκε το κύρος των «οικοκυραίων», έχασε όμως τα παλιά του ερείσματα και χρειάστηκε να προσαρμοστεί σε νέους μηχανισμούς. Δεύτερον, η Επανάσταση ενίσχυσε τη μικροϊδιοκτησία (γη στην ύπαιθρο, εργαστήρια στις πόλεις), ιδίως στους χωρικούς που ανέλαβαν το βάρος της πολεμικής αναμέτρησης και με τη δράση τους εδραίωσαν τον ρόλο του ελεύθερου πολίτη. Τρίτον, οι πληθυσμιακές μετακινήσεις σήμαναν τις απαρχές ανασυγκρότησης των αστικών συσσωματώσεων προς την κατεύθυνση της σύγχρονης πόλης ως εστίας νέου τύπου σχέσεων.
Οι δυναμικές φυσικά ήταν πολύπλευρες και ενίοτε αντιφατικές, γι’ αυτό χρειάζεται να εξεταστούν διαφορετικής φύσεως πηγές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση των ενόπλων που στα τέλη της Επανάστασης ενσωματώθηκαν στα ημιτακτικά στρατιωτικά σώματα (χιλιαρχίες, ελαφρά τάγματα). Από ένα δείγμα 325 ανώτερων, μεσαίων και κατώτερων αξιωματικών, προκύπτει ότι: συμμετείχαν στην Επανάσταση από πολύ ενωρίς, η συντριπτική πλειοψηφία από το 1821 και ελάχιστοι αργότερα (κυρίως από το 1822 έως το 1824) –όταν μπήκαν στον πόλεμο, οι περισσότεροι ήταν νέοι– μάλιστα, ενώ όλοι έδρασαν στην επικράτεια του Αγώνα, η καταγωγή τους αντλούσε από ποικίλες περιοχές (Διάγραμμα 4).
Μεγέθυνση
Πιο συγκεκριμένα, το 57% των αξιωματικών είχε καταγωγή από περιοχές που συγκρότησαν τα εδάφη του νέου ελληνικού κράτους το 1832: κυρίως από τη Στερεά Ελλάδα. Από την άλλη, η ιδιαίτερη πατρίδα του υπόλοιπου 43%, ενός δηλαδή επίσης υψηλού ποσοστού, ήταν έξω από αυτό τον χώρο: από τα μικρασιατικά παράλια, τα Επτάνησα, την πέριξ του Ολύμπου Μακεδονία, την πέριξ των Ιωαννίνων και της Άρτας Ήπειρο, τη Θεσσαλία και κυρίως τη Μαγνησία, το Αργυρόκαστρο, τη Χειμάρρα και την Κορυτσά, τα υπόλοιπα Βαλκάνια (Μπίτολα, Μπόσνα, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία, Φιλιππούπολη, Μεσημβρία, Ανδριανούπολη κ.α.), την Κύπρο κ.α. (Διάγραμμα 5).
Μεγέθυνση
Οι περισσότεροι είχαν γεννηθεί περί το 1800, είχαν δηλαδή μεγαλώσει στη συγκυρία άνθησης του φιλελεύθερου εθνικού κινήματος και –ανεξάρτητα αν δέχτηκαν σχετικές επιρροές ή αν ορισμένοι είχαν ήδη ενταχθεί σε προεπαναστατικά ένοπλα σώματα– όντας ακόμη νεαροί στρατεύτηκαν στην Επανάσταση. Πολέμησαν από νέοι, δηλαδή σε μια ηλικία που δεν θα μπορούσαν να έχουν καταστεί ριζικά διακεκριμένοι, και η θεσμική αναγνώριση της πορείας τους, σε τελική ανάλυση, κρίθηκε σε ένα νέο πλαίσιο, από νέου είδους αρχές (θεσμούς και ιδέες). Ως προς αυτό, ας λάβουμε επίσης υπόψη ότι πριν από την Επανάσταση ο Μοριάς «γνώριζε» μερικές δεκάδες οικογένειες προκρίτων, ενώ λίγα χρόνια αφότου ξέσπασε η Επανάσταση οι ίδιες «επαρχίες» γνώριζαν επίσης εκατοντάδες ανώτερους και μεσαίους αξιωματικούς, που είχαν προέλθει από τον «λαό των αρμάτων».
Στο προεπαναστατικό πλαίσιο ο κόσμος των ενόπλων πατριών και των αρματολών είχε δοσμένους τρόπους κοινωνικής ανέλιξης. Η συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους οριοθέτησε νέους μηχανισμούς και διαδικασίες θεσμικής ενσωμάτωσης, στις οποίες πήρε μέρος επιπροσθέτως ένα νέο δυναμικό που άρχισε να σχετίζεται με τον κόσμο των αρμάτων μέσα στην Επανάσταση. Παράλληλα, ο ίδιος ο πόλεμος σήμανε νέες διαδικασίες κοινωνικής διαφοροποίησης που σε κάθε περίπτωση οφείλουν να εξεταστούν στις συγκεκριμένες εκδοχές τους. Και όχι με ένα γενικό τρόπο του τύπου οι ένοπλοι, οι έμποροι, οι προεστοί κ.λπ. ή με βάση προσδοκίες που προβάλλονται εκ των υστέρων σε αυτές τις ομάδες.
Σαφώς τα παραπάνω αφορούσαν επιμέρους τμήματα του πληθυσμού και συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές. Φανερώνουν όμως τη σημασία της αξιοποίησης διαφορετικών πηγών, συμπληρωματικών μεταξύ τους, οι οποίες είναι απαραίτητες για να καλυφθούν τα κενά στην εικόνα που έχουμε για τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που σήμανε η Επανάσταση του 1821, αφήνοντας κατά μέρος τις τελεολογικές ερμηνείες, π.χ. περί ανολοκλήρωτης επανάστασης, και τις ουσιοκρατικές θεωρήσεις των κοινωνικών ομάδων, έτσι ώστε η συζήτηση για την «κοινωνική σημασία» της Ελληνικής Επανάστασης να τεθεί με νέους όρους.
Βιβλιογραφία
Αβδελά, Ε. (1995), «Η κοινωνική τάξη στη σύγχρονη ιστοριογραφία: από το οικονομικό δεδομένο στην πολιτισμική κατασκευή», Τα Ιστορικά, τεύχ. 22, σ. 173-204.
Ανδρεάδου, Α. Μ. (1939), Έργα: Μελέται επί της συγχρόνου ελληνικής δημόσιας οικονομίας ΙΙ, Αθήνα, Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ασδραχάς, Σπ. (1958), «Γύρω από τον Αρματολισμό κατά την τουρκοκρατία και το 21», Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχ. 39, σ. 107-111.
Ασδραχάς, Σπ. (1981), «Θέματα και μέθοδοι νεοελληνικής οικονομικής ιστορίας», Δελτίο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, τεύχ. 5, σ. 13-40.
Ασδραχάς, Σπ. (2004), «Από την αναφορά στο οικονομικό προς μια οικονομική ιστορία των κατακτημένων», στο Κιτρομηλίδης, Π. – Σκλαβενίτης, Τ. (επιμ.), Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, 1833-2002, Αθήνα, ΕΙΕ.
Ασδραχάς, Σπ. (2019), Πρωτόγονη Επανάσταση: Αρματολοί και Κλέφτες (18ος-19ος αιώνας), εισ.-επιμ. Ν. Θεοτοκάς, Αθήνα, ΕΑΠ.
Bacharas, D. (2021), «Alliances, Factions and Political Practices of the Moreot Notables before and during the Greek Revolution: The Cases of the Families Kanakaris-Roufos, Peroukas, and Charalambis», in Kolovos, E. – Kousouris, D. (eds), The Greek Revolution of 1821 in the age of revolutions, Brill.
Bourdieu, P. (2005), Για την επιστήμη και τις κοινωνικές χρήσεις της, Παναγιωτόπουλος, Ν. (επιμ.), μτφ. Μ. Θανοπούλου – Ε. Βαγγελάτου, Αθήνα, Πολύτροπον.
Βαφέας, Ν. – Κουμπουρλής, Γ. (2014), «Εισαγωγή», στο Bendix, R., κ.ά., Ιστορική κοινωνιολογία: αντικείμενο και μέθοδος, Αθήνα, Σαββάλας.
Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχεία Νομού Κέρκυρας (ΑΝΚ), Αρχείο Καποδίστρια (ΑΚ), Εισερχόμενα (ΕΙΣ).
Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Κεντρική Υπηρεσία (ΚΥ), Αρχείο Εκτελεστικού (ΑΕ).
Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Κεντρική Υπηρεσία (ΚΥ), Αρχείο Γενικής Γραμματείας (ΑΓΓ).
Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Κεντρική Υπηρεσία (ΚΥ), Αρχείο Γραμματείας Στρατιωτικών και Ναυτικών (ΑΓΣΝ).
Γκιούρας, Θ. (2013), «Η γερμανική επιστημονική παράδοση του 19ου αιώνα και η ελληνική δημοσιονομική θεωρία», στο Ψαλιδόπουλος, Μ. (επιμ.), Επιστημονικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, 1870-1933: επιρροές και επεξεργασίες, Αθήνα, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις.
Δημαράς, Κ. Θ. – Σβορώνος, Ν. (1995), Η μέθοδος της ιστορίας: ιστοριογραφικά και αυτοβιογραφικό σχόλια (συνεντεύξεις με τους Στέφανο Πεσματζόγλου και Νίκο Αλιβιζάτο), Αθήνα, Άγρα.
Δημακόπουλος, Γ. Δ. (1966), Ο κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως 1822-1828, Αθήνα, ανάτυπο ΕΚΕΙΕΔ.
Δημητρόπουλος, Δ. (2004), “Μαρτυρίες για τον πληθυσμό των νησιών του Αιγαίου, 15ος – αρχές 19ου αιώνα”, Τετράδια Εργασίας, τεύχ. 27.
Δημητρόπουλος, Δ. (2021), “Με αφορμή τον θάνατο ενός μουλαριού”, στο αφιέρωμα Οι αλλαγές στο Εικοσιένα και στο βλέμμα μας, εφημ. Η Εποχή, αρ. 1530 (6-7 Μαρτίου).
Διαμαντούρος, Ν. (2002), Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα, 1821-1828, μτφ. Κ. Κουρεμένος, Αθήνα, ΜΙΕΤ.
Δονάτος, Γ. (2008), «Για τη ζωή και το έργο του Ανδρέα Μ. Ανδρεάδη» στο Ψαλιδόπουλος, Μ. (επιμ.), Ανδρέας Μ. Ανδρεάδης: Ο πατριάρχης των δημόσιων οικονομικών, Αθήνα, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις.
Fakoura, A. (2021), «The Greek Revolution in the Morea: Economies, Societies, and Cultures», in Kolovos, E. – Kousouris, D. (eds), The Greek Revolution of 1821 in the age of revolutions, Brill.
Fulbrook, M. – Skocpol, T. (2011), «Μονοπάτια της μοίρας: η ιστορική κοινωνιολογία του Πέρρυ Άντερσον», στο T. Skocpol, Ιστορική κοινωνιολογία. Όραμα και μέθοδος, μτφ. Σπ. Μαρκέτος, επιμ. Π. Ε. Λέκκας, Αθήνα, Παπαζήση.
Ζιούτος (Ζωιτόπουλος), Γ. Δ. (1952), «Η “επιστημονική αποστολή του Μωριά” και η “ταξιδιωτική περιγραφή” του Έντγκαρ Κινέ: προεισαγωγικές σημειώσεις για την οικονομική και κοινωνική ιστορία της νεώτερης Ελλάδας», Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών, τόμ. 32, τεύχ. 1, σ. 79-122.
Haldon, J. (1992), Μαρξισμός και ιστοριογραφία, μτφ. Κ. Γαγανάκης, Αθήνα, ΕΜΝΕ-Μνήμων.
Θεοτοκάς, Ν. (2021), «1821: όταν οι επαναστάτες γκρέμισαν τον μόνο κόσμο που μπορούσε να τους χωρέσει», στο Λιάκος, Α. (επιμ.), Διακόσια χρόνια ιστορίας: Η δημοκρατική παράδοση, Αθήνα, Θεμέλιο.
Θεοχαράκης, Ν. (2008), «Ανδρέας Μ. Ανδρεάδης: Οι ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις», στο Ψαλιδόπουλος, Μ. (επιμ.), Ανδρέας Μ. Ανδρεάδης: Ο πατριάρχης των δημόσιων οικονομικών, Αθήνα, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις.
Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη (ΙΑΜΜ), Αρχείο Αγώνος (ΑΑ).
Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ, Β.1. Προσωπικά Αρχεία των Καθηγητών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Αρχείο Ανδρέα Ανδρεάδη.
Jessop, B. (2011), Κρατική εξουσία: Μια στρατηγικήσχεσιακή προσέγγιση, μτφ. Χρ. Μπουκάλας, Αθήνα, Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου.
Καραμανωλάκης, Β. (2006), Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932), Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ.
Καραμανωλάκης, Β. (2021), «1821 και αριστερά», στο Λιάκος, Α. (επιμ.), Διακόσια χρόνια ιστορίας: Η δημοκρατική παράδοση, Αθήνα, Θεμέλιο.
Καραμανωλάκης, Β. – Couroucli, M. – Σκλαβενίτης, T. E. (2015), Συναντήσεις της ελληνικής με τη γαλλική ιστοριογραφία από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα, Αθήνα, École française d’Athènes – IIE/EIE – EMNE.
Κατηφόρη, Δ. (1987), «Καταδρομή και πειρατεία κατά την Επανάσταση του 1821: φαινόμενα οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών» Παρουσία, τεύχ. 5, σ. 239-254.
Κρεμμυδάς, Β. (2004), «Το όνομα των τομών», στο Κιτρομηλίδης, Π. – Σκλαβενίτης, Τ. (επιμ.), Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, 1833-2002, Αθήνα, ΕΙΕ.
Κρεμμυδάς, Β. (2013), «Γιάνης Κορδάτος. Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821», Ουτοπία, τεύχ. 103, σ. 79-82.
Κρεμμυδάς, Β. (2021), «Το Εικοσιένα στην κομμουνιστική ιστοριογραφία (1924-1967)», στο Πύλια, Μ. – Στανγκανέλλης, Π. Ι. (επιμ.), 1821. Διαδρομές εθνικού αυτοπροσδιορισμού, Αθήνα, Διαπολιτισμός.
Κόμης, Κ. (1999), Ιστορικοδημογραφικά: Μελέτες ιστορίας και ιστορικής δημογραφίας του ελληνικού χώρου, Αθήνα, Παπαζήση.
Κόμης, Κ. (2003), «Προσφυγικές μετακινήσεις, πολεμικές καταστροφές και νέες εγκαταστάσεις», στο Παναγιωτόπουλος, Β. (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 3, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
Κόμης, Κ. (2004), Νησιωτικά – Από την οθωμανική περίοδο στον 20ο αιώνα: Πληθυσμιακές μετακινήσεις, δημογραφικές ανακατατάξεις και οικονομικές διαμορφώσεις, Ιωάννινα, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Κόμης, Κ. (2014), Πολιτικοστρατιωτικές αναταραχές και πληθυσμιακές μετακινήσεις: Ο ελληνικός 19ος αιώνας και το 1821, Αθήνα, Παπαζήση.
Κόμης, Κ. (2017), Ιστορία και ιστορικά τεκμήρια. Παραδείγματα από τον ελλαδικό χώρο στους νεότερους χρόνους, Αθήνα, Παπαζήση.
Κοταρίδης, Ν. (1993), Παραδοσιακή επανάσταση και Εικοσιένα, Αθήνα, Πλέθρον.
Κουμπουρλής, Γ., «Η επανάσταση του 1821 και η δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους στο φιλελληνικό ιστοριογραφικό αφήγημα», ομιλία στην επιστημονική συνάντηση των ερευνητών του προγράμματος 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 (ΕΑΠ), Αθήνα, 20 Απριλίου 2019.
Κουντούρης, Μ. (2008), «Ανδρεάδης Ανδρέας: “Ο Πατριάρχης”», στο Ψαλιδόπουλος, Μ. (επιμ.), Ανδρέας Μ. Ανδρεάδης: Ο πατριάρχης των δημόσιων οικονομικών, Αθήνα, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις.
Kousouris, D. (2021), «The Catholics of Syros between Empire and Nation (1821-32)», in Kolovos, E. – Kousouris, D. (eds), The Greek Revolution of 1821 in the age of revolutions, Brill.
Λέκκας, Π. (2018), «Ο Τρίτος Δρόμος για το Εικοσιένα», στο Σπανού, Κ. – Σωτηρόπουλος, Δ. Α. (επιμ.), Κουλτούρα, Ιστορία, Δημοκρατία: τιμητικός τόμος για τον Νικηφόρο Διαμαντούρο, Αθήνα, Παπαδόπουλος.
Λιάτα, Ε. Δ. (2003), Αργεία γη: από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου, αρχές 19ου αι.), Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ.
Λυμπεράτος, Μ. (2013), «Γιάνης Κορδάτος και η αναδιαμόρφωση της φυσιολογικής και της πολιτικής στρατηγικής του ΚΚΕ (1920-1924)», Ουτοπία, τεύχ. 103, σ. 79-82.
McLennan, G. (1990), «Ιστορία και θεωρία: Σύγχρονες διαμάχες και κατευθύνσεις», Θεωρία και Κοινωνία, τεύχ. 3, σ. 177-221.
Meiksins-Wood, E. (1998), Η δημοκρατία ενάντια στον Καπιταλισμό. Για μια ανανέωση του ιστορικού υλισμού, μτφ. Α. Οικονόμου, Αθήνα, Στάχυ.
Μηλιός, Γ. (1988), Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός: Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα, Εξάντας.
Μηλιός, Γ. (2021), «1821: Η διαμόρφωση ενός καπιταλιστικού κράτους και κοινωνικού σχηματισμού», Θέσεις, τεύχ. 155, σ. 17-36.
Μποζίκης, Σ. (2020), Ελληνική Επανάσταση και Δημόσια Οικονομία: Η συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους, 1821-1832, Αθήνα, Ασίνη.
Μποζίκης, Σ. (2021α), «Διαστρωμάτωση και κοινωνική κινητικότητα το Εικοσιένα», στο αφιέρωμα Οι αλλαγές στο Εικοσιένα και στο βλέμμα μας, εφημ. Η Εποχή, αρ. 1530 (6-7 Μαρτίου), σ. 6-7.
Μποχώτης, Θ. (2007), «Ανορθολογικές τάσεις στην Ελλάδα 1890-1940», Αξιολογικά, τεύχ. 17, σ. 123-151.
Παλούκης, Κ. (2019), «Οι σοσιαλισμοί πριν το ΣΕΚΕ: Γιακωβινισμός, δημοκρατικός πατριωτισμός και αντικαπιταλιστικός διεθνισμός και ο ρόλος των χειροτεχνιτών εργατών (1900-1918)», Τετράδια Μαρξισμού, τεύχ. 9, σ. 41-62.
Παπανικολόπουλος, Δ. (2021), Το 1821 ως επανάσταση: γιατί ξέσπασε και γιατί πέτυχε, Αθήνα, ΕΝΑ.
Πετμεζάς, Σ. (2015), «Αναζητώντας τους υλικούς πόρους της οικονομικής καθυστέρησης. Οικονομική και Κοινωνική Ιστορία της Ελλάδας κατά τα πρώιμα νέα χρόνια», στο Καραμανωλάκης, Β. – Couroucli, M. – Σκλαβενίτης, T. E. (επιμ.), Συναντήσεις της ελληνικής με τη γαλλική ιστοριογραφία από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα, Αθήνα, École française d’Athènes – IIE/EIE – EMNE.
Πιζάνιας, Π. (2002), Χρόνοι των ανθρώπων: Θεωρήσεις για την ιστορία, Αθήνα, Αλεξάνδρεια.
Πιζάνιας, Π. (2014), Ιστορία των Νέων Ελλήνων 1400-1820, Αθήνα, Εστία.
Πιζάνιας, Π. (2021), Η Ελληνική Επανάσταση 1821-1830, Αθήνα, Εστία.
Ποταμιάνος, Ν. (2021), «Εισαγωγή. Εκδοχές της ηθικής οικονομίας», στο Ποταμιάνος, Ν. (επιμ.), Εκδοχές της ηθικής οικονομίας: ιστορικές και θεωρητικές μελέτες, ΙΜΣ-ΙΤΕ, Ασίνη.
Πρόντζας, Ε. (2004), «Οικονομία, ιστορία και οικονομική ιστορία. Από τα προβλήματα στην ανάλυση», στο Κιτρομηλίδης, Π. – Σκλαβενίτης, Τ. (επιμ.), Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, 1833-2002, Αθήνα, ΕΙΕ.
Ροτζώκος, Ν. (1997), Επανάσταση και εμφύλιος στο Εικοσιένα, Αθήνα, Πλέθρον.
Σβορώνος, Ν. (1955), «Σκέψεις για μια Εισαγωγή στη Νεοελληνική Ιστορία (μελέτη)», Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχ. 3, σ. 208-212.
Sewell, W. H. (2013), Λογικές της Ιστορίας: Κοινωνική θεωρία και κοινωνικός μετασχηματισμός, μτφ. Ι. Πεντάζου, Αθήνα, Ξιφαράς.
Trimberger, Ε. Κ. (2011), «Έντουαρτ Π. Τόμσον: κατανοώντας τη διαδικασία της ιστορίας», στο T. Skocpol, Ιστορική κοινωνιολογία. Όραμα και μέθοδος, μτφ. Σπ. Μαρκέτος, επιμ. Π. Ε. Λέκκας, Αθήνα, Παπαζήση.
Στάθης, Π. (2021), «Αριστερές αναγνώσεις του Εικοσιένα», στο Πύλια, Μ. – Στανγκανέλλης, Π. Ι. (επιμ.), 1821. Διαδρομές εθνικού αυτοπροσδιορισμού, Αθήνα, Διαπολιτισμός.
Στασινόπουλος, Γ. (2013), «Η επήρεια της γερμανικής ιστορικής σχολής στην οικονομική σκέψη και πολιτική στην Ελλάδα, 1870-1939», στο Ψαλιδόπουλος, Μ. (επιμ.), Επιστημονικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, 1870-1933: επιρροές και επεξεργασίες, Αθήνα, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις.
Tzakis, D. (2021), «Irregular Warfare in the Greek Revolution of 1821: Klephtic or Partisan Warfare?», in Kolovos, E. – Kousouris, D. (eds), The Greek Revolution of 1821 in the age of revolutions, Brill.
Τιρς, Φ. (1972), Η Ελλάδα του Καποδίστρια: η παρούσα κατάσταση της Ελλάδος (1828-1833) και τα μέσα για να επιτευχθεί η ανοικοδόμηση της, τ. Β΄, εισ.-επιμ.-σχ. Τ. Βουρνάς, μτφ. Α. Σπήλιου, Αθήνα, Τολίδη.
Τσουκαλάς, Κ. (1991), Είδωλα πολιτισμού: ελευθερία ισότητα αδελφότητα στη σύγχρονη πολιτεία, Αθήνα, Θεμέλιο.
Notes:
- Θα είχε ενδιαφέρον μια επέκταση σε άλλες εκδοχές υπέρβασης των παλαιών μηχανιστικών εξηγήσεων με άξονα θεωρητικές επεξεργασίες της (μαρξιστικής) κριτικής της πολιτικής οικονομίας και στόχο την προσέγγιση της μετάβασης στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, τη χαρτογράφηση των κοινωνικών σχέσεων και των χαρακτηριστικών του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού (Μηλιός, 1988, 2021). Εδώ περιορίζομαι σε ορισμένα σχόλια για το ιστοριογραφικό πεδίο. Ασφαλώς, το ζήτημα αυτής της υπέρβασης απασχόλησε διεθνώς και αφορούσε μεταξύ άλλων το πρόβλημα της σχέσης του μαρξισμού με την ιστορία (Haldon, 1992: 52· McLennan, 1990). Αλλού, υπό την επιρροή νεότερων ρευμάτων (δυτικός/κριτικός μαρξισμός, Νέα Αριστερά) αυτή η σχέση πήρε τη μορφή μιας ιστορικής πολιτικής οικονομίας (Πέρρυ Άντερσον κ.ά.) και σε άλλες περιπτώσεις (Ε. Π. Τόμσον) τη μορφή μιας ιστοριογραφίας προσανατολισμένης στις εμπειρίες και στα κοινά βιώματα που συγκροτούν την ταυτότητα των συμφερόντων (Fulbrook-Skocpol, 2011: 225-276· Trimberger, 2011: 277-316).
- Η αφετηρία αυτών των προβληματισμών πρέπει να αναζητηθεί δύο δεκαετίες νωρίτερα με επιστέγασμα το κείμενο που υπέβαλε το 1942 στη Φιλοσοφική της Θεσσαλονίκης και άλλες επεξεργασίες του μέσα στην ίδια δεκαετία (Δημαράς & Σβορώνος, 1995: 114 κ.ε.).
- Χαρακτηριστικός είναι νομίζω ο τρόπος που ο Jessop μάς προτείνει να σκεφτούμε την έννοια του συμφέροντος: «Τεκμαίρεται ότι η ανάλυση των “συμφερόντων” οφείλει να ασχολείται με σχετικά πλεονεκτήματα παρά με την όποια έννοια απόλυτου συμφέροντος που είναι απομονωμένη από δεδομένες συγκυρίες. Μια κατάσταση, δράση ή γεγονός μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι προς το συμφέρον ενός υποκειμένου εφόσον εξασφαλίζει μεγαλύτερη καθαρή αύξηση (ή μικρότερη καθαρή μείωση) στην πραγμάτωση των συνθηκών ύπαρξης του υποκειμένου απ’ ό,τι οι όποιες δυνατές εναλλακτικές σε μια συγκεκριμένη συγκυρία. Αυτό σημαίνει ότι τα συμφέροντα ενός υποκειμένου πρέπει να εκτιμώνται σε σχέση με τους δομικούς περιορισμούς και τις συγκυριακές ευκαιρίες που επικρατούν σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Σημαίνει επίσης ότι τα υποκείμενα μπορεί να βρεθούν προ συγκρουόμενων συμφερόντων όταν μια συγκεκριμένη κατάσταση, δράση ή γεγονός υπονομεύει κάποια στοιχεία κάποιων συνθηκών ύπαρξης ενώ την ίδια στιγμή προάγει αυτά τα στοιχεία (ή/και άλλα) των ίδιων ή άλλων συνθηκών (…). Επιπλέον, στον βαθμό που κάθε υποκείμενο εμπλέκεται σε διαφορετικά σχεσιακά συστήματα, ή/ και έχει επικαθοριστεί με πολλαπλές υποκειμενικότητες ή ταυτότητες, δύναται να προκύψουν εντάσεις ανάμεσα στις συνθήκες ύπαρξης που σχετίζονται με αυτά τα συστήματα, ή/και τις υποκειμενικότητες, με αποτέλεσμα το υποκείμενο να μην έχει ένα ενοποιημένο και μη αντιφατικό σύνολο συμφερόντων προς υλοποίηση. Κατά συνέπεια, ο συσχετισμός των πλεονεκτημάτων για ένα δεδομένο υποκείμενο μπορεί να μεταβληθεί παράλληλα με διαφοροποιήσεις στις συγκυριακές ευκαιρίες και τους δομικούς περιορισμούς, ενώ και η ίδια συγκυρία μπορεί να έχει διαφορετικές επιπλοκές για τα συμφέροντα εάν ο τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο αυτό επικαθορίζεται έχει μεταβληθεί. Μάλιστα, μια καίρια περιοχή ιδεολογικής διαμάχης συνίσταται στον επαναπροσδιορισμό ή/και συνδυασμό των υποκειμενικοτήτων και, ως εκ τούτου, των συμφερόντων που τα υποκείμενα δύνανται να έχουν σε διάφορες καταστάσεις», Bob Jessop, 2011: 57-58.
- Ενδεικτικά, βλ. «Κατάλογος των εις την πόλιν Ναυπλίου ευρισκομένων αιχμαλώτων εις μερικήν δούλευσιν», 20/9/1828, ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΓΓ, φάκ. 128, έγγρ. 90. Ο κατάλογος περιλαμβάνει 35 «Άραβες στο γένος», 13 Οθωμανούς συλληφθέντες από τον Σαχτούρη αλλά και 27 «Οθωμανούς στο γένος» πολλοί/ές ντόπιοι/ες: Φατμέ, Αλή Αχμέτ, Χατιτζέ Χουσεΐν και Χατιτζέ Αλή με τον εγγονό της από την Τριπολιτσά, η Μεϊμέτενα με τη θυγατέρα της από το Φανάρι (νότια Ηλεία) και η Αϊσέ Σαΐ από τα Σάλωνα.
- Βασίστηκε αφενός στους υπολογισμούς κρατικών αξιωματούχων σχετικά με τα χρηματικά ποσά που θα μπορούσαν να καταβάλουν οι ευκατάστατοι στην Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, αφετέρου σε ενδείξεις για τις συνεισφορές κατοίκων από τα νησιά του Αιγαίου σε εράνους τα προηγούμενα χρόνια (ΙΑΜΜ/ΑΑ, φάκ. 3, έγγρ. 5/87).
- Το ποσό που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν οι ευκατάστατοι της Α΄ βαθμίδας στην Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα ήταν εκατό ισπανικά δίστηλα. Αυτό συγκρίθηκε με τα πιο μικρά ποσά που εντοπίζονται σε εράνους και με την περίπτωση του εράνου ένα γρόσι ανά ψυχή που είχε καθιερωθεί το Μάρτιο του 1822 (Δημακόπουλος, 1966: 63), δηλαδή με 4 περίπου γρόσια ανά οικογένεια, τα οποία κατά προσέγγιση ισοδυναμούσαν με μισό δίστηλο.
- Ας ληφθεί βέβαια υπόψη ότι η επιμέλεια του κειμένου φέρει τη σφραγίδα της οπτικής του Τ. Βουρνά (Κουμπουρλής, 2019).
- Όπως μάλιστα έχει σημειωθεί: «η εφάπαξ θέσπιση της πολιτειακής ισονομίας (…) “απελευθέρωσε” το κοινωνικό φαντασιακό, επιτρέποντάς του να σημασιολογήσει, να αξιώσει, να ονειρευθεί και να ζητήσει πράγματα, που ώς τότε ήταν αδιανόητα» (Τσουκαλάς, 1991: 18).