Η Μεγάλη Ιδέα θα καταγραφεί επίσημα ως όρος στην ελληνική ιστορία από την ομιλία του Ι. Κωλέττη στην Εθνοσυνέλευση του 1843. Στην πορεία των χρόνων θα προσλάβει διαφορετικό περιεχόμενο, προσαρμοζόμενο στις πολιτικές επιδιώξεις του ελληνικού κράτους από τις κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Η Μεγάλη Ιδέα, όμως, έχει και κάποιες άλλες θεωρητικές προϋποθέσεις, τις οποίες αναλαμβάνει να συγκροτήσει το ελληνικό κράτος, αλλά και η ελληνική λαογραφία και ιστοριογραφία και σχετίζονται με το χρονικό διάστημα πριν την Επανάσταση. Η βασικότερη από αυτές είναι η συνέχεια του έθνους και η ιστορική αποστολή του. Η Μεγάλη Ιδέα, κατά συνέπεια, θα επιτελέσει το ρόλο κυρίαρχης ιδεολογίας σε όλο το 19ο αιώνα, μέχρι και την ήττα της Ελλάδας στη Μικρά Ασία.
Μεγάλη Ιδέα: Το ιδεολογικό περίβλημα της προσπάθειας για εδαφική επέκταση και κοινωνική ενσωμάτωση
«Το Βασίλειο της Ελλάδος δεν είναι η Ελλάδα, είναι μικρό τμήμα της και μάλιστα το μικρότερο και το φτωχότερο. Έλληνας δεν είναι μόνο αυτός που κατοικεί στο Βασίλειο αλλά και ο κάτοικος των Ιωαννίνων, της Θεσσαλονίκης, των Σερρών, της Κωνσταντινούπολης, της Τραπεζούντας, της Κρήτης, της Σάμου και οποιουδήποτε μέρους της ελληνικής ιστορίας ή της φυλής. Δύο είναι τα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού. Η Αθήνα, η πρωτεύουσα του Βασιλείου. Η Κωνσταντινούπολη, η μεγάλη πρωτεύουσα, το όνειρο και η ελπίδα των Ελλήνων». Είναι απόσπασμα από την ομιλία του Ιωάννη Κωλέττη στην Εθνοσυνέλευση του 1843. Στην ίδια ομιλία θα συμπληρώσει πως το 1821 πήραν τα όπλα για την ελευθερία όλων των Ελλήνων, για την ελευθερία όλων των χριστιανών, και σε αυτή τη «Μεγάλη Ιδέα» έπρεπε να μείνουν αφοσιωμένοι (Hering, 2008: 213).
Είναι η ληξιαρχική πράξη γέννησης της Μεγάλης Ιδέας στα επίσημα πολιτικά πράγματα και στο δημόσιο λόγο. Θα τη διατυπώσει και θα γίνει αποδεκτή από έναν πολιτικό άνδρα που της ταιριάζει. Τον ικανότατο και εξυπνότατο πολιτικό απατεώνα, οπορτουνιστή και καιροσκόπο, διπρόσωπο Ιωάννη Κωλέττη. Βέβαια για τον Δερτιλή (Δερτιλής, 2018: 243), η αρχική της διατύπωση υπάρχει στον πανηγυρικό λόγο του πρώτου πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνου Σχινά, το 1837, όπως αυτός καταγράφεται και περνάει σε εμάς από τον Μάουρερ. Κατά τον Δημήτρη Ξιφαρά (Ξιφαράς, 1993: 12), τη σκυτάλη θα παραλάβει το 1842 ο διανοούμενος εκείνης της εποχής Γεώργιος Πεντάδης Δάρβαρης, ο οποίος παρομοιάζοντας την Ελλάδα με τον Προμηθέα θα γράψει «τη μεν χείρα εκτείνων προς την Ασίαν την Ελάσσονα, την ετέραν προς Θράκην και Μακεδονίαν»
Σε κάθε περίπτωση στα περισσότερα επίσημα και ανεπίσημα πολιτικά κείμενα προθέσεων της επανάστασης του 1821 οι βασικοί στόχοι που τίθενται είναι δύο: προφανώς η δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, αλλά και η ένταξη του ελληνικού έθνους (δηλαδή όλων των Ελλήνων) σε αυτό (Παπαγεωργίου, 2005: 420). Τα αποτελέσματα βέβαια είναι τραγικά με την ίδρυση του κράτους. Ο πληθυσμός του θα περιοριστεί στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα καθώς και τις Κυκλάδες ο οποίος θα είναι της τάξης των 750.000 περίπου ανθρώπων, εκτός συνόρων υπολογίζεται πως βρίσκονταν περίπου 2.000.000 Έλληνες. (Παπαγεωργίου, 2005: 420).
Βέβαια, όπως υπενθυμίζει και ο Hering (Hering, 2008: 432), τον όρο θα καθιερώσει σύμφωνα με τη γνώμη πολλών ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος με το ποίημά του «Ο Πρωθυπουργός» το οποίο λέει:
Τα νεκρωμένα μέλη του εις κίνησιν
να βάλη
Κ΄ εζήτει την προγονικήν αυτού κληρονομίαν
Τις τολμητίας έμελλεν αντίστασιν
να δείξη
Την πάνδημον εντός και εκτός φωνήν
αυτού να πνίξη.
Η Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή η ουσία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε όλο το 19ο αιώνα θα συναντήσει ανυπέρβλητα προβλήματα και δυσκολίες. Και αυτό γιατί δεν συμπεριλάμβανε έναν ευρύτερο προβληματισμό για όλη την περιοχή. Κοινώς ήταν μια γραμμή δύσκολη και αδύνατη προς εφαρμογή γιατί: Ερχόταν καταρχάς αντίθετη με τα συμφέροντα της ίδιας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία αυτονόητα ήθελε να περιορίσει τις απώλειες της στον ευρωβαλκανικό χώρο.
Έπειτα ήταν αρκετά απίθανο να περάσει μια τέτοια γραμμή διότι η διατύπωση Μεγάλης Ιδέας δεν θα αποτελέσει ελληνικό προνόμιο. Βρισκόμαστε στην εποχή συνολικής αφύπνισης των λαών της Βαλκανικής και της προσπάθειας απογαλακτισμού τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους τους· με πιο εμφατικό παράδειγμα αντίστοιχες διεργασίες στην περίπτωση της Σερβίας. Και εκεί θα έχουμε αποτυχημένες εξεγέρσεις, πριν την επίσης αποτυχημένη επανάσταση του 1807. Η εμφάνιση όμως ενός αλυτρωτικού σερβικού εθνικισμού θα είναι γεγονός λίγο αργότερα. Σε κάθε περίπτωση πάντως η ελληνική Μεγάλη Ιδέα είναι η παλαιότερη και ταυτισμένη με τη δημιουργία ενός μεγάλου ελληνικού κράτους (Δερτιλής, 2018: 236).
Το κυριότερο όμως είναι πως δεν λάμβανε οριακά καθόλου υπόψη τους σχεδιασμούς των πατρώνων του ελληνικού κράτους, δηλαδή τι σκέφτονταν για την περιοχή οι Άγγλοι κυρίως, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι. Σε ό,τι αφορά τη Ρωσία πολλοί θεωρούσαν πως μια ένοπλη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση θα βοηθούσε τη Ρωσία να εμπλακεί περισσότερο στα ελληνικά πράγματα και να βοηθήσει στην παγίωση μιας εδαφικής επέκτασης. Παρά τις υποθέσεις και τις ερμηνείες για τη ρωσική εξωτερική πολιτική ποτέ, σε όλο το 19ο αιώνα, ακόμα και στους ρωσοτουρκικούς πολέμους, ποτέ επισήμως η Ρωσία δεν ενθάρρυνε πολεμικές προσπάθειες της Ελλάδας.
Τα ίδια ακριβώς αφορούν και τη Γαλλία, για την οποία δημιουργούσε υπερβολικές προσδοκίες ο ίδιος ο Κωλέττης. Στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν θα σταθεί υπέρ, αλλά θα υποστηρίξει την Αγγλία στο ναυτικό αποκλεισμό του Πειραιά στον Κριμαϊκό Πόλεμο.
Η Αγγλία, από την άλλη μεριά, με σαφήνεια θα υποστηρίξει ένα μικρό ελληνικό κράτος που κατά βάση δεν θα πλήττει την Οθωμανική Αυτοκρατορία την ακεραιότητα της οποίας επιδίωκαν οι Άγγλοι για να ανασχέσουν την πορεία των Ρώσων προς τη Μεσόγειο (Παπαγεωργίου, 2005: 423).
Όμως, καμιά ιδέα, ακόμα και η Μεγάλη Ιδέα δεν διατυπώνεται στην πολιτική μόνο για λόγους αρχών, ρομαντισμού, ούτε είναι απλώς μια σκέψη που ήρθε ξαφνικά. Μια ιδέα διατυπώνεται γιατί είναι δεμένη με την εκπλήρωση συγκεκριμένων κάθε φορά ιστορικών κοινωνικών συμφερόντων, έχει συγκεκριμένο υποκείμενο. Από αυτό δεν εξαιρείται ούτε και η Μεγάλη Ιδέα.
Στην αρχή της διατύπωσής της η Μεγάλη Ιδέα θα συνδεθεί από τον Κωλέττη και ως όχημα ικανοποίησης των αναγκών των βετεράνων του πολέμου, οι οποίοι δεν έχουν πρόσβαση σε γη, είναι αποκλεισμένοι από το κράτος και έτσι η επεκτατική πολιτική μπορούσε να καλύψει όλους τους αγωνιστές που δεν μπορούσαν να ζήσουν από τον πόλεμο. Γενικά, πρέπει να θυμηθούμε πως το ζήτημα της αποκατάστασης των αγωνιστών ήταν ένα καυτό κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, και ήταν αδιανόητο το όποιο κόμμα ή πολιτικός παράγοντας στο πρόγραμμα που θα διατύπωνε να μην αναφερόταν σε αυτό.
Βέβαια συμπληρώνεται αυτή η προσπάθεια της έκφρασης της Μεγάλης Ιδέας και από την ανάγκη να αποφευχθούν εκτός ελέγχου επιθέσεις των λεγόμενων αυτοχθόνων (κατοίκων στα μέχρι τότε σύνορα του ελληνικού κράτους) στους ετερόχθονες, οι οποίοι είναι οι πρόσφυγες που θα συρρεύσουν στο ελληνικό κράτος από περιοχές που η επανάσταση δεν θα νικήσει, ή που οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν θα αναγνωρίσουν ότι είναι ώριμο να προσαρτηθούν στο ελληνικό κράτος.
Στην πραγματικότητα, είναι καθαρό και δεν αμφισβητείται από τους νεότερους ιστορικούς πως η Μεγάλη Ιδέα για την πλειοψηφία του λαού θα σημαίνει μια οικονομική διέξοδο συνολικά, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία με τις πεδιάδες τους καθώς φυσικά και όλα τα σημαντικά λιμάνια του Βορρά, πρωτευόντως φυσικά της Θεσσαλονίκης (Παπαγεωργίου, 2005: 424).
Την ίδια στιγμή βέβαια που ο Κωλέττης έταζε αλύτρωτα εδάφη σε πάμφτωχους (αλλά ένοπλους) ανθρώπους, χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση στο συγκεκριμένο σημείο από κανέναν άλλο πολιτικό παράγοντα, σε επιστολή του προς τον υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας Γκιζό γράφει πως είναι υπερασπιστής του status quo, επειδή κάθε άλλη πολιτική θα ήταν επικίνδυνη, ενώ ταυτόχρονα τόνιζε πως τα σύνορα του 1844 (έτος που στάλθηκε η επιστολή), δεν θα μπορούσαν να είναι τα οριστικά σύνορα της Ελλάδας.
Η Μεγάλη Ιδέα ως περιεχόμενο θα αλλάξει αρκετές φορές. Όμως, το κύριο, το αλυτρωτικό της περιεχόμενο θα το προσλάβει στα μέσα του 19ου. Άλλωστε ο Κωλέττης θα τονίσει περισσότερο στην πρακτική πολιτική το «εκπολιτιστικό» έργο του ελληνισμού, ο οποίος έδωσε προς τη Δύση τα φώτα του, τα παίρνει πίσω από αυτήν μετά το περίφημο σκοτάδι των 400 χρόνων για να το επιστρέψει προς την Ανατολή. Ο Κωλέττης πάντα ύπουλος για άλλα θα μιλάει και άλλα θα υπόσχεται πρακτικά. Πολιτισμό στα λόγια και πόλεμο στην πράξη.
Το κύριο λοιπόν αλυτρωτικό περιεχόμενο θα το δώσει βασικά η ιστοριογραφία (Ζαμπέλιος, Παπαρρηγόπουλος), οι οποίοι θα επιχειρήσουν να στήσουν στα πόδια της την παλαιότητα και την αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνικού έθνους ανά τους αιώνες. Θα επιχειρήσουν έτσι σαφώς να κλείσουν το ρήγμα που σταθερά άφηνε ανοιχτό η ιστοριογραφική εκτίμηση του Κοραή, ο οποίος απέκλειε το Βυζάντιο από την «ελληνική συνέχεια», και να ορίσουν την προαιώνια θέση του ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή της Νότιας Βαλκανικής και της Ανατολικής Μεσογείου. Θα επιχειρήσουν δηλαδή να θεμελιώσουν το δίκαιο του αγώνα της Μεγάλης Ιδέας. Άρα, λοιπόν, η συνέχεια του ελληνισμού είναι αξεχώριστα συμπληρωματική έννοια-ιδεολόγημα της Μεγάλης Ιδέας. Εδώ, ας μας επιτραπούν κάποιες αναγκαίες επισημάνσεις για το ζήτημα.
Η λειτουργία της ιδέας της εθνικής συνέχειας
Αρχικά, πρέπει συνοπτικά να θέσουμε τα σημεία γύρω από τα οποία μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, μέσα από τις βασικές του επιδιώξεις: (α) άρνηση της παραδοσιακής παιδείας και ιδεολογίας, προφανής πάλη ενάντια στην Εκκλησία η οποία αναπαράγει στην παιδεία προλήψεις και δεισιδαιμονίες. (β) Αναπροσανατολισμός της ελληνικής παιδείας και αποκληρικοποίησή της. Απομάκρυνση από τα εκκλησιαστικά δόγματα, περιορισμός έως και εξαφάνιση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και αντικατάστασή της από την αρχαία παράδοση. (γ) Εθνική απελευθέρωση με προϋπόθεση την καλλιέργεια της δημοκρατικής παιδείας και την εισαγωγή γενικά δημοκρατικών ιδεών και θεσμών. (δ) Κοινωνική κριτική και κοινωνική απελευθέρωση. Η κριτική και η πάλη θα είναι εδώ και κοινωνικές, με κριτήριο τη θέση στην κοινωνική ιεραρχία και τη σχέση με την Αυτοκρατορία. Με στόχο φυσικά όλους τους ελληνόφωνους και χριστιανούς εκμεταλλευτές (Ξιφαράς, 1993: 6).
Θα είναι ο ίδιος ο Κοραής που θα επιδιώξει τη σύνδεση των Ελλήνων της εποχής τους απευθείας με τους αρχαίους Έλληνες (Ξιφαράς, 1993: 7). Είναι λογικό. Είμαστε στον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης και της έξαρσης του εθνικισμού ο οποίος οδηγεί στη μελέτη της ιστορίας τους λαούς και ειδικά τα πιο μορφωμένα τμήματά του. Και βέβαια ξέρουμε πολύ καλά, πως σε όλο τον κόσμο, ανεξάρτητα από τη γέννηση του όποιου κράτους, ένα τιμημένο παρελθόν είναι εξαιρετικά απαραίτητο έτσι ώστε να κρίνεις ότι αξίζει να είσαι μέλος.
Σε αυτή την κατεύθυνση η καταγωγή των Ελλήνων του 1821 από την αρχαία Ελλάδα αποκτά την ισχύ εθνικής αλήθειας, γεγονός το οποίο θα επηρεάσει συνολικά και τις ίδιες τις κινήσεις του κράτους ιδιαίτερα επί Όθωνα όπου το ενδιαφέρον για την αρχαία Ελλάδα είναι αρκετά έντονο. Ο Όθωνας αλλά και οι Αντιβασιλείς κυρίως ωθούν στη δημιουργία της Αρχαιολογικής Εταιρείας και με τη μεταφορά της πρωτεύουσας του Βασιλείου στην Αθήνα, όπου ο αρχαίος κόσμος θα είναι πραγματικά παρών (Σκοπετέα, 1988: 171).
Η αλήθεια βέβαια και εδώ είναι σκληρή. Όπως αναφέρει ο Μαργαρίτης (Μαργαρίτης, Μαρκέτος κ.ά., 1999: 85) ο λεγόμενος ελλαδικός χώρος τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα είναι ένα μωσαϊκό γλωσσών, διαλέκτων, θρησκειών, πολιτιστικών ταυτοτήτων. Άρα, η αναφορά σε ένα παλιό ένδοξο αρχαίο παρελθόν είναι και όρος έτσι ώστε να υπάρξει μια γλώσσα, αρχαΐζουσα έστω, η οποία όμως να συγκροτεί έναν κοινό τόπο. Σε αυτό το πλαίσιο όμως δεν μπορεί να συγκροτηθεί ιστορικό δίκιο. Και αυτό γιατί υπάρχει το κενό του Βυζαντίου που πρέπει να δούμε αμέσως μετά. Προϋπόθεση, λοιπόν, της ύπαρξης αλλά και της ανάπτυξης σε όλο το χρονικό διάστημα από το 1844 έως και το 1922 της Μεγάλης Ιδέας, είναι η άλλη μεγάλη ιδέα: η ακατάλυτη εθνική συνέχεια. Το ελληνικό έθνος που τουλάχιστον εδώ και 4.000 χρόνια «ταξιδεύει» στο χρόνο, στον ίδιο περίπου χώρο. Με μικρές αλλαγές αλλά ασήμαντες. Το εντυπωσιακό βέβαια είναι πως και η αριστερή ιστοριογραφία, ή έστω μέρος της προσχωρεί σε αυτή την ιδέα. Όχι για 4.000 χρόνια, αλλά 1.000 σίγουρα. Θα τα δούμε καλύτερα παρακάτω.
Η θεωρία της συνέχειας του ελληνικού έθνους, ή του ελληνισμού για συντομία, επιχειρεί να κατοχυρώσει στις συνειδήσεις, από τη στιγμή της εμφάνισής της, την ανάγκη ενός κράτους μεγάλου, που εάν είναι εφικτό, να μπορεί να συμπεριλάβει το σύνολο των Ελλήνων, όπου και αν ζουν. Αυτό το τελευταίο μάλιστα είναι πολύ σημαντικό, γιατί θα σημάνει, ιδιαίτερα στον 20ό αιώνα, διαδικασίες εκκαθάρισης εδαφών εναντίον μη ελληνικών πληθυσμών. Κατά συνέπεια αντανακλά τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, επιβεβαίωση των επιδιώξεών της εντός αλλά και κυρίως εκτός συνόρων (Ξιφαράς, 1993: 3). Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως αυτές τις σκέψεις και σχεδιασμούς, θα ενισχύσει η ίδια η Αντιβασιλεία και ο Μάουρερ, υπεύθυνος της για ζητήματα εκπαίδευσης. Ο Μάουρερ με την ίδρυση του Πανεπιστημίου, και σε σχετικό του λόγο το 1835, θα εξάρει τον προορισμό της Ελλάδας που είναι να μεταλαμπαδεύσει τα ευρωπαϊκά φώτα στην Ανατολή (Ξιφαράς, 1993: 11). Ας το μεταφράσουμε, είναι σημαντικό, γιατί θα το συναντήσουμε σε όλη τη διάρκεια της εξέτασης των εθνικών στερεοτύπων. Ο Μάουρερ προφανώς πιστεύει πως η Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετήσει τα δικά της εθνικά συμφέροντα και στο πλαίσιο αυτό να εξυπηρετήσει και τις όποιες δικές τις στοχεύσεις· ελληνικές αυτοτελείς δηλαδή στοχεύσεις, σε ένα πλαίσιο όμως πάντα κάποιων συνεργασιών, πρόσδεσης, με κάποια μεγάλη δύναμη.
Βέβαια, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Πέντε χρόνια πριν ο Jacob Philipp Fallmerayer θα υποστηρίξει πως ο ελληνισμός έχει απορροφηθεί από τους σλαβικούς και αλβανικούς πληθυσμούς που έχουν κατοικήσει τη χώρα από τον 6ο αιώνα μ.Χ. και μετά. Άλλωστε αυτό είναι και το βασικό του συμπέρασμα: ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους Έλληνες. Ο ελληνισμός απορροφήθηκε (Φαλμεράυερ, 1984: 75).
Υπάρχει όμως το αγκάθι του Βυζαντίου για να συγκροτηθεί στέρεα αυτή η συνέχεια και κατά συνέπεια τα διαχρονικά εδαφικά δικαιώματα στην περιοχή. Το εμπόδιο δεν ήταν καθόλου εύκολο να υπερπηδηθεί. Εναντίον του Βυζαντίου θα καταφερθούν πολλοί γνωστοί διανοούμενοι μετά την Επανάσταση και στο πλαίσιο φυσικά του κράτους. Θα αναφέρουμε δύο επιφανείς προσωπικότητες, και μία τρίτη η οποία αποτελεί πραγματική έκπληξη.
Έτσι, λοιπόν, ο Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός, εκπρόσωπος του φαναριώτικου πνευματικού κόσμου στην Ελλάδα, θα αποφανθεί πως το Βυζάντιο στην πραγματικότητα είναι το «μεταφυτευθέν» ρωμαϊκό κράτος στην Ανατολή, ενώ θα επιμείνει στην εκτίμησή του πως στο πλαίσιο του Βυζαντίου οι Έλληνες αποτελούσαν ένα μικρό υποσύνολο του πληθυσμού (Δημαράς, 1989: 394-395).
Ο δεύτερος είναι ο Στέφανος Κουμανούδης, μια από τις γνωστότερες φυσιογνωμίες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Το 1853, όντας ο ίδιος καθηγητής Πανεπιστημίου εκφωνώντας τον πανηγυρικό για το νέο έτος, θεωρεί το Βυζάντιο και τη λειτουργία του τμήμα της Ασίας και σε καμιά περίπτωση πολιτισμική συνέχεια του όποιου ελληνισμού (Ξιφαράς, 1993: 15).
Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί, οι εκπρόσωποι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού που θα επιτεθούν στις όποιες αντιλήψεις περί ελληνικής συνέχειας με το Βυζάντιο μέσα σε αυτήν. Θα είναι το ίδιο το τοτέμ της συνέχειας του ελληνισμού στην ιστοριογραφία, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, που μόλις στη νεότητά του, θα υιοθετήσει τις αντιλήψεις του Gibbon ενάντια στο Βυζάντιο. Ο ίδιος μάλιστα θα μεταφράσει στα ελληνικά το 1845 ένα γαλλικό σχολικό εγχειρίδιο (Στοιχεία της Γενικής Ιστορίας κατά το σύστημα του Γάλλου Λευί), στο οποίο υιοθετεί πλήρως τα εξής (Ξιφαράς, 1993: 12): ότι από το θάνατο του Ηράκλειου, το 641, έως και την άνοδο των Κομνηνών, το 1081, η βυζαντινή ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο από κακουργήματα και φόνους, ηθική φαυλότητα· ότι από την εποχή των Κομνηνών μέχρι και την καταστροφή του Βυζαντίου και την πτώση της Κωνσταντινούπολης στρατιωτική και πολιτική έκλυση ηθών θα χαρακτηρίσει την κοινωνία και την πολιτική. Είναι σαφέστατες οι αιχμές οι οποίες παραπέμπουν σε ρωμαϊκή και σε καμιά περίπτωση ελληνική συνέχεια (Δημαράς, 1986: 123-124).
Με αυτή την έννοια βλέπουμε πως όλοι οι διανοούμενοι της εποχής, με κύρος, και μάλιστα ιδιαίτερα στην περίπτωση Κουμανούδη εκφράζοντας και το Πανεπιστήμιο, είναι σαφείς πως ελληνική συνέχεια δεν υφίσταται, διότι το Βυζάντιο δεν αποτελεί τμήμα του ελληνισμού και των αξιών του.
Βέβαια αυτό αναπαράγει ακόμα περισσότερα προβλήματα από όσα θέλει να επιλύσει. Γιατί θα πρέπει να εξηγηθεί γιατί ο ελληνισμός παίρνει ξανά τη σκυτάλη της ύπαρξης και πώς όταν γίνεται η Επανάσταση.
Στον αντίποδα αυτών θα είναι ο Ζαμπέλιος ο οποίος άμεσα θα εντάξει το Βυζάντιο στην αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού (Σκοπετέα, 1988: 179-180) και φυσικά ο Παπαρρηγόπουλος που, όπως είπαμε, θα οδηγηθεί σε μια πλήρη μεταστροφή.
Βέβαια, ούτε η μεταστροφή του Παπαρρηγόπουλου μπορεί να γίνει κατανοητή ούτε η τοποθέτηση Ζαμπέλιου αν δεν τοποθετηθεί στο ιστορικό της πλαίσιο και τις ανάγκες του Βασιλείου. Είναι η Μεγάλη Ιδέα που βάζει τη σφραγίδα της, η ανάγκη της επέκτασης· επέκταση που δεν μπορεί να έχει καμιά τύχη εάν δεν εδράζεται στο «δίκιο» της ελληνικότητας της ευρύτερης περιοχής.
Από τις ομιλίες των διευθυντών στα σχολεία (ιδιαιτέρως τις δεκαετίες 1970 και 1980, αν μιλήσουμε για το χρονικό διάστημα μετά τη δικτατορία) μέχρι το ιερό τέρας της ελληνικής αστικής ιστοριογραφίας, τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, η έννοια που κυρίως χρησιμοποιείται είναι αυτή της παλιγγενεσίας· δηλαδή το έθνος μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία λόγω της επίθεσης που δέχτηκε στη θρησκεία του και στην εκπαίδευση του (άλλοι μύθοι που δεν είναι εδώ ο χώρος να αναπτύξουμε) κινούνταν εν υπνώσει. Και ξαφνικά στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου θα έρθει η αφύπνιση. Η αφύπνιση θα έρθει από την επαφή με το αρχαιοελληνικό παρελθόν, το «αυθεντικό» ελληνικό. Ιστοριογραφικό σχήμα ιδεαλιστικό, γραμμικό και ουτοπικό, το οποίο στηρίζεται μάλιστα και σε ψευδείς πραγματολογικές παραδοχές. Η αλήθεια είναι φυσικά πως σποραδικές εξεγέρσεις δεν σταμάτησαν να υπάρχουν στο σημερινό ελληνικό κρατικό χώρο πολύ πριν την επανάσταση του 1821, οι οποίες όμως σαφώς δεν είχαν ανεπτυγμένη εθνική συνείδηση. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο σοβαρό ιστορικό και θεωρητικό ζήτημα.
Το τραγικό, βέβαια, είναι πως όταν στα μέσα του αιώνα θα αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται καλύτερα η ιστορική και φιλοσοφική βάση της Μεγάλης Ιδέας μέσα από την οικοδόμηση της εθνικής συνέχειας, το ελληνικό κράτος στη διεθνή και ευρωπαϊκή σκακιέρα δεν είναι πια το μήλο της έριδος και το κυρίως ζήτημα της Ανατολικής Μεσογείου. Σε καμιά δε περίπτωση δεν υπάρχει η οποιαδήποτε σοβαρή και ρεαλιστική αντίληψη να αντικαταστήσει το μεγαλύτερο έστω τμήμα των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Αυτό το γεγονός έχει αιτίες και είναι πρώτα από όλα το ότι η Ελλάδα σε καμία περίπτωση μέσα στο 19ο αιώνα δεν θα αποτελεί μία ακμαία και ξεχωριστή δύναμη στα Βαλκάνια για να παίξει έναν νομιμοποιημένο από τις Μεγάλες Δυνάμεις αλυτρωτικό ρόλο. Αυτό θα συμβεί και πάλι υπό το βάρος ιδιαίτερων συσχετισμών και επιδιώξεων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στους λεγόμενους Βαλκανικούς Πολέμους. Έπειτα, το γεγονός ότι, όπως είδαμε, την ίδια περίοδο έχουμε και σλαβικές διεκδικήσεις απελευθέρωσης, αυτομάτως μειώνει τη λάμψη της Ελλάδας ως ένα αξιόλογο πιόνι για τη Ρωσία. Πλέον υπάρχουν και άλλες επιλογές για τη μεγάλη δύναμη της Ανατολής. Επίσης, όπως αναφέρει ο Δερτιλής (Δερτιλής, 2018: 255), η ένωση των γερμανικών χωρών και η νίκη επί της Γαλλίας στον πόλεμο του 1870-71 θα καταστήσουν τους Γερμανούς μια δύναμη η οποία θα αναβαθμίσει πλέον το ενδιαφέρον της για την Ανατολή. Με το δεδομένο πως το υπόλοιπο περιβάλλον στη Βαλκανική ελέγχεται από τις κλασικές τρεις Μεγάλες Δυνάμεις, ο προσεταιρισμός της εναπομείνασας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη μεριά τους ήταν μονόδρομος.
Η πολλαπλά αξιοποιήσιμη Μεγάλη Ιδέα
Σε αυτή, λοιπόν, την προσπάθεια η Μεγάλη Ιδέα, ως το ιστορικό αίτημα του ελληνικού κράτους του 19ου αιώνα, θα αποτελέσει αντικείμενο πολλαπλής αξιοποίησης. Αρχικά πολιτικής, με τη συνεχή προσπάθεια νομιμοποίησης της εθνικής επέκτασης στην ίδια την ελληνική κοινωνία. Έπειτα στρατιωτικής γιατί συντηρούσε υπέρογκους πολεμικούς προϋπολογισμούς, χαρακτηριστικό στοιχείο συνολικά αυτής της εποχής στην Ευρώπη. Αλλά και πολιτισμικής γιατί Μεγάλη Ιδέα σήμαινε και η επέκταση του Έλληνα στα δικά του εδάφη, όπου με την ευκαιρία θα εκπολίτιζε και τον «βάρβαρο» Οθωμανό.
Βέβαια, στην πορεία η Μεγάλη Ιδέα θα «ντυθεί» και άλλα περιεχόμενα. Η απογοήτευση για τη μη άμεση επέκταση με στρατιωτικό τρόπο θα δώσει τη θέση της στη δημιουργία ενός υποτιθέμενου πρότυπου ελληνικού βασιλείου το οποίο θα ζήλευε όλη η Βαλκανική. Θα αποτελούσε δηλαδή τον ιδεότυπο για τη δημιουργία και των άλλων κρατών που θα αναγνώριζαν στην Ελλάδα την ύπαρξή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κάμψη που θα έχουν οι αλυτρωτικές διαθέσεις ιδιαίτερα μετά την καταστολή της Κρητικής Επανάστασης και τη συνδιάσκεψη των Παρισίων (Δερτιλής, 2018: 67).
Είναι εξαιρετικά διαφωτιστική η αλληλογραφία μεταξύ των Βρετανών αξιωματούχων όμως και λίγο πιο μετά, το 1871. Διαβάζουμε στην αλληλογραφία του Γκράνβιλ προς τον Στιούαρτ: «Η κυβέρνηση της Αυτής Μεγαλειότητος βλέπει με λύπη τις επίμονες προσπάθειες των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων να διατηρήσουν στη ζωή την ιδέα της εδαφικής επέκτασης εις βάρος της Τουρκίας… Η αναταραχή την οποία η Ελλάδα υποδαυλίζει μέσα στην Τουρκία… προτρέπει τον Ελληνικό λαό αντί να αφιερωθεί στην προσπάθεια να αξιοποιήσει αυτά που διαθέτει, να στηρίζει τις ελπίδες του για μελλοντική ευημερία στην πραγματοποίηση σχεδίων που δεν έχει μόνος του τη δύναμη να πραγματώσει και που για την υλοποίησή τους δεν έχει τίποτε να ελπίζει από ξένες δυνάμεις…Το δίδαγμα που πρέπει να βγάλει η Ελλάδα από αυτήν την ιστορία είναι ότι οι Δυνάμεις της Ευρώπης δεν θα επιτρέψουν να διαταραχθεί η ειρήνη στην Ανατολή για να διευρύνει η Ελλάδα τα όρια της» (Δερτιλής, 2018: 278). Το βρετανικό στρατηγικό δόγμα παραμένει η ύπαρξη μιας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προγεφύρωμα στα σχέδια της Ρωσίας. Και ταυτόχρονα αντί να περικυκλωθεί από Σλάβους καλύτερα από μια ελεγχόμενη Ελλάδα.
Όπως βεβαίως και υπό το σχήμα της οικονομικής ανάπτυξης, ενός στιβαρού δηλαδή κράτους οικονομικά το οποίο θα αποτελούσε πόλο έλξης για τους απανταχού Έλληνες, οι οποίοι θα επιδίωκαν να κατοικήσουν εδώ. Ιδιαίτερα θα λέγαμε πως σε αυτή την λογική εγγράφεται κυρίως ο Χαρίλαος Τρικούπης, του οποίο το φωτοστέφανο δημιουργείται σχετικά εύκολα αν συνδυαστεί με την αρχή της δεδηλωμένης. Φυσικά, μια προσεκτική εκτίμηση της πολιτικής του, πέρα από το μύθο, θα δείξει ότι σε όλη την πεντηκονταετία, από το 1864 μέχρι και το 1912, όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις ακολούθησαν πολιτική υψηλών ποσών για στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Ο Τρικούπης, αν και πιο μετριοπαθής, με πρωταγωνιστή τον Κουμουνδούρο, και ακόμα περισσότερο τον Δηλιγιάννη, δεν θα διαχωριστεί στρατηγικά από τους άλλους δύο (Δερτιλής, 2018: 248). Ο Τρικούπης, στην πραγματικότητα, θα διαφοροποιηθεί από τους άλλους αλυτρωτιστές και υπέρμαχους της Μεγάλης Ιδέας μόνο στον τρόπο και το χρόνο της πραγμάτωσής της. Θα είναι περισσότερο συμβατός με τα αγγλικά «θέλω», επιδιώκοντας την οικοδόμηση μιας ισχυρής οικονομίας και ενός στιβαρού κράτους δικαίου, το οποίο έπειτα θα μπορεί να πραγματώσει τα μεγάλα του όνειρα, πάντα όμως συμβατά με τους ευρύτερους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Εκεί άλλωστε βρίσκεται και η οξυδέρκειά του (Δερτιλής: 2018: 249). Δεν είναι τυχαίο πως παρά τις διαφοροποιήσεις του από τους πολιτικούς του αντιπάλους, στις 2 Ιουλίου του 1876, η εφημερίδα Ώρα θα καταγράψει το εξής από τη μεριά του ως δέσμευση ότι στόχος όλων των κομμάτων ανεξάρτητα από τις όποιες άλλες διαφορές τους είναι ότι είχε να εκπληρώσει την αποστολή (η Ελλάδα) ως «πυρήν και πρόδρομος της εν τω πληρώματι του χρόνου συμπήξεως άπαντος του ελληνισμού εν κράτει ελευθέρω» (Hering, 2008: 542).
Βέβαια, η αντικειμενική κατάσταση, τα οικονομικά, σε κάποιες περιπτώσεις, καθορίζουν καταλυτικά και τους στόχους. Ενώ επιλεκτικά μπορεί να διατηρείται η Μεγάλη Ιδέα εναντίον άλλων που θεωρείται ότι είναι πιο αδύναμοι. Έτσι, πολύ λίγο γνωστό είναι ο Δηλιγιώργης και οι οπαδοί του υποστήριζαν το 1877-1878 ότι η καλύτερη προστασία από την επέκταση της Ρωσίας μέσω των Σλάβων στην Βαλκανική θα ήταν η ακεραιότητα της Τουρκίας στο έδαφος της οποίας ο «αλύτρωτος ελληνισμός» είχε καλύτερες δυνατότητες να αναπτυχθεί. Μάλιστα, στο ίδιο σχέδιο αντιστοιχούσε και η ιδέα για δημιουργία ελληνο-οθωμανικής ομοσπονδίας, κατά το πρότυπο της Αυστροουγγαρίας, που υποστήριζαν οι ελληνικές ελίτ που ζούσαν ακόμα σε οθωμανικά εδάφη! Την ίδια στιγμή, βέβαια, αμφισβητούνταν η ύπαρξη αλβανικού έθνους και το δικαίωμα των Αλβανών σε δημιουργία κράτους! (Hering, 2008: 544).
Η ιδέα βέβαια για ελληνο-οθωμανική ομοσπονδία, ή σε κάθε περίπτωση συνεργασία δεν είναι ξένη στον ελληνικό χώρο. Ο Οδυσσέας Ιάλεμος, δημοσιογράφος με σημαντική πολιτική δραστηριότητα ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, ζητά ήδη από τη δεκαετία του 1860 την ποινική δίωξη «των υπέρ της Μεγάλης Ιδέας ενεργούντων» και ζητά συνεργασία με την Πύλη ενόψει του διαφαινόμενου κατά τη γνώμη του σλαβικού ανταγωνισμού (Γιανουλόπουλος, 2003: 60). Αξίζει να σκεφτούμε λίγο περισσότερο σε αυτό το σημείο για τη λειτουργία της Μεγάλης Ιδέας στο ελληνικό κράτος, ή καλύτερα να δούμε μια άλλη πτυχή της. Υπεράσπιση της Μεγάλης Ιδέας δεν σημαίνει μια αδιαφοροποίητη επίθεση σε όλους, την κάθε στιγμή ή τελικά την εχθρική στάση με το βαλκανικό περιβάλλον. Βλέπουμε πως υπάρχουν φωνές της κυρίαρχης Ελλάδας που καθιστούν τη Μεγάλη Ιδέα, ή τη διαχειρίζονται με έναν πιο «σώφρονα» τακτικά τρόπο. Συμβατό, βεβαίως, όπως έχουμε δει, και με τις κεντρικές επιδιώξεις κυρίως της Αγγλίας. Απομονώνοντας τον βασικό κίνδυνο, ή αυτόν που είναι πιο εύκολο να δεχθεί τα βέλη, και επιδιώκοντας τη συμμαχία με άλλους, και κυρίως τους Οθωμανούς. Βέβαια, η ιστορία απέδειξε πως τα μαθήματα αγγλικής διπλωματίας πήγαν στράφι. Θα είναι οι εσωτερικές κοινωνικές πιέσεις που θα οδηγούν τελικά την εμφάνιση και υπεράσπιση της Μεγάλης Ιδέας. Ο κοινωνικός συσχετισμός δηλαδή και η κυριαρχία μέσα στο κράτος.
Η επαναστατική πρόσληψη της Μεγάλης Ιδέας: μια μικρή αναγκαία παρέκβαση
Παρόλο που βρίσκεται εκτός του θέματος που αναπτύσσουμε, δηλαδή τη λειτουργία και το περιεχόμενο της Μεγάλης Ιδέας με βάση τις επιδιώξεις του ελληνικού κράτους, θα αναφερθούμε σύντομα και στη λειτουργία που είχε η Μεγάλη Ιδέα έμμεσα, σε κοινωνικές ομάδες και ανθρώπους έξω από τα τότε ελληνικά σύνορα.
Έτσι, λοιπόν, είναι γνωστό πως μια πτυχή της κατάρρευσης του Μεγάλου Ασθενούς, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν και το ότι επαναστατικά κινήματα από όλη την Ευρώπη, αξιοποιούσαν όποια δυνατότητα δινόταν ώστε να καταρρεύσει, ή καλύτερα να ανατραπεί το οθωμανικό καθεστώς, συνώνυμο, με τη συντήρηση, την καταπίεση και τα βάσανα για ολόκληρους λαούς.
Σε αυτή την κατεύθυνση εγχειρήματα υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας που παρουσιάσαμε, όπως, για παράδειγμα, ο πόλεμος του 1897, θα εκληφθεί από όσους αναζητούν μια άλλη πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη ως επαναστατική ευκαιρία, και προφανώς θα τοποθετηθούν αμέσως στο πλευρό και της Ελλάδας, αλλά και όποιου επαναστατημένου λαού. Αλλά με διαφορετικό στόχο.
Είναι ενδεικτική, για παράδειγμα, η έκκληση που θα υπογράψουν τον Απρίλη του 1897 726 Ιταλοί Γαριβαλδινοί μαζί με 400 περίπου αναρχικούς και 63 Έλληνες οι οποίοι καλούν σε εξέγερση τους λαούς των Βαλκανίων (υπέρ του δικαίου, της αδελφοσύνης των καταδυναστευόμενων λαών και υπέρ μιας Ομοσπονδίας του Αίμου) (Γιανουλόπουλος, 2003: 66).
Άλλωστε, είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως η Ελλάδα παρόλο που στις διάφορες φάσεις της περιπέτειας του Κρητικού ζητήματος σε αρκετές περιπτώσεις γρήγορα θα πειθαρχήσει στις διεθνείς απαιτήσεις, θα βρει υποστηρικτή στο SPD, το μεγάλο κόμμα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας όπου μέσα από τις στήλες του Die Neue Zeit o Bernstein, πριν γίνει ο περίφημος αναθεωρητής του μαρξισμού, θα υπερασπίσει ένθερμα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, επιχειρώντας μάλιστα να συνδέσει αυτή την αντίληψή του με την άποψη ότι η υπεράσπιση οποιασδήποτε εθνότητας που παλεύει να συγκροτηθεί σε κράτος, δεν συνδέεται απαραίτητα με την ενίσχυση του ρωσικού παράγοντα, του άλλου μεγάλου συμβόλου της καταπίεσης στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αξίζει μάλιστα να πούμε, μιλώντας γενικότερα για το πώς έβλεπαν το Κρητικό ζήτημα στην ευρωπαϊκή Αριστερά στα τέλη του 19ου αιώνα, ότι ήταν πάρα πολύ συχνοί οι παραλληλισμοί της Κρήτης με την Ιρλανδία η οποία και αυτή αντιμετώπιζε με βάση τις συσχετίσεις παρόμοια ζητήματα καταπίεσης από μια άλλη εθνική και θρησκευτική μειοψηφική κοινωνική ομάδα (Γιανουλόπουλος, 2003: 102).
Την ίδια στάση θα αναπαράγουν και αναρχικά ρεύματα στο χώρο της Ευρώπης οι οποίοι επίσης θα υποστηρίξουν τους Κρήτες στην αντιπαράθεσή τους με την Πύλη. Μάλιστα, μια εμβληματική φυσιογνωμία η οποία θα γίνει πασίγνωστη από τη συμμετοχή της στην Κρητική Επανάσταση του 1866 θα είναι ο Cipriani, ενώ αντίστοιχα εθελοντικά τμήματα θα βρεθούν να πολεμήσουν και στα μέτωπα στη Θεσσαλία, αργότερα, στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 (Γιανουλόπουλος, 2003: 114).
Ιδιαίτερα μάλιστα οι Ιταλοί εθελοντές θα αποτελέσουν ένα αγκάθι σε ό,τι αφορά την αντιμετώπισή τους από τους Έλληνες. Θα αποφεύγεται συστηματικά η αναφορά σε αυτούς, και γενικότερα οποιοδήποτε στοιχείο θα μπορούσε να επισκιάσει στη δημόσια συζήτηση ότι είναι «φίλοι της Ελλάδος». Βέβαια και οι Ιταλοί εθελοντές, αναρχικοί ή απλά δημοκράτες, αντικληρικαλιστές και ιδιαιτέρως αντίπαλοι της Καθολικής Εκκλησίας, μέλη εργατικών συνδικάτων, φαίνεται πως δεν κατέβαλαν καμιά προσπάθεια να συνδεθούν με αντίστοιχους πολιτικούς προβληματισμούς στην Ελλάδα (μιλώντας ιδιαίτερα για το τέλος της δεκαετίας του 1890). Πολιτικοί προβληματισμοί, που ήταν παρόντες αν και μειοψηφικοί, στην Ελλάδα της περιόδου (Γιανουλόπουλος, 2003:116). Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα μας.
Αντί επιλόγου
Στις αρχές του 20ού αιώνα θα επανέλθει δριμύτερη η Μεγάλη Ιδέα, περιβεβλημένη και με έναν όλο και περισσότερο αποκρυσταλλωμένο ως κρατική πολιτική πια θρασύ αντισλαβισμό, που θα αρχίσει να συμβολίζει γενικά τους εχθρούς του έθνους. Η Μεγάλη Ιδέα της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής θα είναι ταυτόχρονα πολεμικό κάλεσμα επέκτασης στα Βαλκάνια, αλλά και ρομφαία επίθεσης στους εχθρούς της πατρίδος…
Πάντως δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ακόμα και το 1980 η Ιστορία του νέου ελληνισμού του Βακαλόπουλου, ή ακόμα και η Ιστορία του ελληνικού έθνους της Εκδοτικής Αθηνών του 1975, αναπαράγουν το σχήμα της εθνικής συνέχειας· διότι αποδεικνύει πως ακόμα και σε ακαδημαϊκούς κύκλους της σύγχρονης Ελλάδας δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ η ιδέα ενός συνεχούς στο χρόνο και το χώρο ελληνικού έθνους το οποίο έχει αδικαίωτες εδαφικές απαιτήσεις στην ευρύτερη περιοχή· δηλαδή τη δικαίωση της Μεγάλης Ιδέας.
Η αλήθεια είναι βέβαια πως οι εδαφικές επεκτάσεις της Ελλάδας, η υλοποίηση δηλαδή της περίφημης αλυτρωτικής εκδοχής της Μεγάλης Ιδέας, πάντα ήταν συνδεδεμένη με τις θελήσεις των Μεγάλων ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων. Η Ελλάδα πάντα θα κερδίζει εδάφη όταν θα επιλέγει σωστά πάτρωνες και με τον ίδιο τρόπο όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις θα καθορίζουν, και προσωρινά θα επιλύουν τους ανταγωνισμούς τους, θα τα χάνει.
Βέβαια, όλα όσα έχουν γίνει με αφορμή τη Μεγάλη Ιδέα δεν είναι «μεμονωμένα» περιστατικά στην ιστορική εξέλιξη του ελληνικού κράτους. Με αφορμή αυτήν θα ξεδιπλώσει χαρακτηριστικά που θα το συνοδεύουν σε όλη την ιστορική του διαδρομή. Περιβάλλον νταηλικιού χωρίς αντίκρισμα, μεγαλομανίας, ψυχωτικής υπερεκτίμησης των δυνάμεων, με τάξιμο και υποσχέσεις στους καταπιεσμένους.
Ένα κριτικό σχόλιο πριν το τέλος της παρουσίασής μας. Δεν συμφωνούμε με την αντίληψη που παρουσιάζει η Έλλη Σκοπετέα (Σκοπετέα, 1988: 292), επηρεασμένη σαφώς από τον Βασίλη Κρεμμυδά, ότι η Μεγάλη Ιδέα διαφοροποιείται από την επέκταση του ελληνικού κράτους. Χαρακτηριστικά γράφεται: «Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο η μέχρι τότε ανεξέλεγκτη Μεγάλη Ιδέα συγκαταβαίνει να συνδιαλλαγεί με το εφικτό και το διπλωματικώς ανεκτό, και έτσι ανοίγει ο δρόμος για απροκάλυπτα πλέον στενά ελλαδικούς ορισμούς της ίδιας της Μεγάλης Ιδέας». Ακόμα περισσότερο πως μετά την περίοδο του Όθωνα και την πιο ενεργή φάση της, η Μεγάλη Ιδέα θα είναι ένα ιδεολογικό εργαλείο στα χέρια αντισλαβιστών και γενικά θα λέγαμε θερμοκέφαλων μειοψηφιών. Το αντίθετο. Και στο Κρητικό ζήτημα, και στην περίπτωση της προσάρτησης των Επτανήσων ποτέ δεν απουσίασε η επιχείρηση της ταύτισης με τη Μεγάλη Ιδέα. Είναι άλλο θέμα εάν αυτή σύνδεση ήταν πραγματική ή όχι. Σε κάθε περίπτωση αυτά που θα ακολουθήσουν με τους Βαλκανικούς Πολέμους και το 1922 αρκούν.
Η απορία της συγγραφέως για την επιβίωση της Μεγάλης Ιδέας και μετά το 1880 και η απάντηση ότι κυρίως διατηρείται από τους Έλληνες εκτός των ελληνικών συνόρων (Σκοπετέα, 1988: 360), πιστεύουμε πως υποτιμά το ρόλο που θα παίζει η Μεγάλη Ιδέα όχι απαραίτητα ως άμεσος στόχος, αλλά ως κεντρική ιδεολογική αιχμή ενσωμάτωσης των λαϊκών μαζών. Μόνο που, ιδιαίτερα σε στιγμές κρίσης, όπως αυτή της δεκαετίας του 1890, ιδέες που μπορεί να επιβίωναν χωρίς σοβαρές πιθανότητες εκπλήρωσης, μπορούν να επανεμφανιστούν πιο ρωμαλέες και να καθορίσουν και πολιτικές εξελίξεις, όπως έγινε με τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο και το ρόλο της Εθνικής Εταιρείας.
Η Μεγάλη Ιδέα τον Αύγουστο του 1922 θα πνιγεί με το αίμα αυτών που υποτίθεται πως θα απελευθέρωνε. Σε αυτό τον ένα αιώνα θα ταλαιπωρήσει απίστευτα πληθυσμούς, θα τάξει καλύτερη ζωή, θα οδηγήσει σε πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς και θα τελειώσει με τους όρους που ξεκίνησε. Υπερφίαλη υπερεκτίμηση των δυνάμεων, υποσχέσεις και ψέματα, με καύσιμη ύλη πάντα τους καταπιεσμένους της εκάστοτε περιόδου.
Σήμερα το κεφάλαιο και το πολιτικό του προσωπικό βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Μπορεί να υπάρξει μια νέα Μεγάλη Ιδέα και ποια μπορεί να είναι αυτή; Στα μέσα του 20ού αιώνα η «αναγέννηση» της Ελλάδας περνούσε μέσα από τον αντικομμουνισμό. Μετά τη δικτατορία του 1967 θα έχουμε τη «Μεγάλη Ιδέα» της Ελλάδας στην ΕΟΚ-ΕΕ-ΟΝΕ. Μετά τη βαθύτατη συστημική κρίση των πρώτων δεκαετιών του 21ου αιώνα και τη σταδιακή αποσύνθεση της ΕΕ και ο ελληνικός αστισμός έμεινε ορφανός από Μεγάλη Ιδέα. Και είναι και αμφίβολο αν μπορεί να υπάρξει κάποιος μεγαλεπήβολος οικονομικός ή πολιτικός στόχος «εθνικής αναγέννησης και ενότητας».
Πράγμα που κάνει τους Έλληνες αστούς και το πολιτικό προσωπικό τους ακόμα πιο επικίνδυνους· πιο επικίνδυνους στο να εμπλέξουν χιλιάδες εργαζόμενους και νέους ανθρώπους σε μια νέα πολεμική περιπέτεια στην περιοχή, επειδή φυσικά θα εκτιμήσει ότι έχει κερδίσει πόντους στα μάτια και την τσέπη των ιμπεριαλιστών έναντι της Τουρκίας.
Η γνώση της ιστορικής εξέλιξης της Μεγάλης Ιδέας ας γίνει όπλο μας για την απόκρουση του πολεμικού κινδύνου, ή αν αυτό δεν καταστεί εφικτό, για τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού και αρπακτικού πολέμου σε εμφύλιο για τη νίκη των καταπιεσμένων.
Βιβλιογραφία
Γιανουλόπουλος Γ. (2003), «Η ευγενής μας τύφλωσις…» Εξωτερική πολιτική και «Εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, Αθήνα, Βιβλιόραμα
Δερτιλής Γ. (2018), Ιστορία της Νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας, 1750-2015, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Δερτιλής Γ. (2005), Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, 1830- 1920, τ. 2, Αθήνα, Εστία
Hering G. (2008), Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, Αθήνα, ΜΙΕΤ
Κορδάτος Γ. (1958), Ιστορία της Ελλάδος, Νεότερη Ιστορία, τ. Γ, Αθήνα, 20ός Αιώνας
Κρεμμυδάς B. (2010), Η Μεγάλη Ιδέα, μεταμορφώσεις ενός εθνικού ιδεολογήματος, Αθήνα, Τυπωθήτω
Δημαράς Κ. (1989), Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα, Ερμής
Δημαράς Κ. (1986), Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Η εποχή του, η ζωή του, το έργο του, Αθήνα, ΜΙΕΤ
Μαρξ Κ.- Ένγκελς Φ. (1985), Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, Αθήνα, Εκδόσεις Γνώση
Μαργαρίτης Γ., Μαρκέτος Σ., Μαυρέας Κ., Ροτζώκος Ν. (1999), Νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ
Ξιφαράς Δ. (1993), «Η “ακατάλυτη συνέχεια” του ελληνισμού: ορισμένες επίκαιρες σκέψεις για την “εθνική ιστορία”», Θέσεις, τ. 42
Παπαγεωργίου Σ. (2005), Από το Γένος στο Έθνος, Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση
Παπαρρηγόπουλος Κ. (1993), Ιστορία του ελληνικού έθνους, βιβλίο 16ο, Αθήνα, Εκδόσεις Κάκτος
Σκοπετέα Ε. (1988), Το «Πρότυπο Βασίλειο και η Μεγάλη Ιδέα». Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα, Εκδόσεις Πολύτυπο
Στάθης Π. (2002), Ενθέματα Κυριακάτικης Αυγής, τ. 232 Φαλμεράυερ Ι.Φ. (1984), Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων, Αθήνα, Νεφέλη, σ. 75