Ο φασιστικός ιός. Κείμενα της περιόδου 1923-1960
Καρλ Πολάνυι
Εκδόσεις Τόπος, 2021.
Μετάφραση – επιστημονική επιμέλεια – εισαγωγή: Μαρία Β. Μαρκαντωνάτου.

Ο Καρλ Πολάνυι –το ενδιαφέρον για τον οποίο αναζωπυρώθηκε μετά την κρίση του 2008– είναι γνωστός περισσότερο ως ο ιδρυτής διαφόρων ακαδημαϊκών πεδίων και ως πολέμιος της οικονομίας της αγοράς, αλλά όχι ως θεωρητικός του φασισμού. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι οι αναφορές στο φασιστικό φαινόμενο, είναι σποραδικές και ενίοτε ανολοκλήρωτες.

Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει η έκδοση του Ο φασιστικός ιός. Κείμενα της περιόδου 1923-1960 από τις εκδόσεις Τόπος, χάρη στην εξαιρετική μετάφραση, επιστημονική επιμέλεια και εισαγωγή της Μαρίας Μαρκαντωνάτου, επίκουρης καθηγήτριας του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Η επιλογή της θεματικής παρουσίασης των «κειμένων της περιόδου 1923-1960», που είναι συχνά κείμενα παρέμβασης στην πολιτική επικαιρότητα της εποχής , μας επιτρέπει να παρατηρούμε την εξέλιξη της σκέψης του συγγραφέα σχεδόν σε «ζωντανό χρόνο» και μας δίνουν συχνά μια αίσθηση ιστορικού μυθιστορήματος.

«Για να καταλάβουμε τον γερμανικό φασισμό, πρέπει να επιστρέψουμε στη ρικαρντιανή Αγγλία»

Μεγέθυνση

Ο φασιστικός ιός
Καρλ Πολάνυι
Εκδόσεις Τόπος, 2021.
Μετάφραση - επιστημονική επιμέλεια –
εισαγωγή: Μαρία Β. Μαρκαντωνάτου.

Βασική θέση του συγγραφέα είναι ότι ο καπιταλισμός είναι ασύμβατος και αντιπαραθετικός με τη δημοκρατία. Όπως αναλύει διεξοδικότερα στον Μεγάλο Μετασχηματισμό, στις προκαπιταλιστικές ανθρώπινες κοινωνίες η οικονομία ήταν ενσωματωμένη (ενθηκευμένη [embedded]) στην κοινωνία, ενώ στον καπιταλισμό η οικονομία (η αγορά) αυτονομείται και αυτορυθμίζεται. Ενώ μέχρι τον καπιταλισμό η οικονομική δραστηριότητα είχε ως στόχο την αναπαραγωγή της κοινωνίας, στον καπιταλισμό η κοινωνική αναπαραγωγή έχει ως στόχο την αδιάλειπτη συνέχιση της διαδικασίας συσσώρευσης. Η αυτονόμηση δε αυτή δεν γίνεται με κάποιο φυσικό αρμονικό τρόπο, αλλά με τη σφοδρή παρέμβαση του κράτους. Επειδή, λοιπόν, οι αυτορυθμιζόμενες αγορές και η εμπορευματοποίηση της εργασίας και της φύσης είναι κάτι εντελώς αφύσικο, η κοινωνία τείνει να αυτοπροστατευτεί ενάντια στις επιταγές της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.

Κατά συνέπεια, από τη μία ο φιλελεύθερος καπιταλισμός ωθεί αυθόρμητα τις «λαϊκές δυνάμεις» να αυξήσουν την επιρροή τους στην πολιτική, ώστε να αυτοπροστατευτούν από τον μηχανισμό της αγοράς. Από την άλλη, εξοπλίζει την τάξη των ιδιοκτητών με επιχειρήματα ότι αν δεν επιτευχθεί η αυτονομία της αυτορυθμιζόμενης αγοράς, οι οικονομικές συνέπειες θα υποσκάψουν τη συνολική ευημερία. Ο φόβος ότι οποιαδήποτε διεκδίκηση θα σπείρει «πανικό στις αγορές» λειτουργεί ως ένας μηχανισμός πειθάρχησης τόσο της εργατικής τάξης, όσο και των συνδικαλιστικών και πολιτικών της εκπροσώπων. Αυτό ακριβώς είναι που ο Πολάνυι ορίζει ως τον «αντιδημοκρατικό ιό» του καπιταλισμού, το «πιο μολυσματικό ξέσπασμα» του οποίου είναι ο φασισμός.

Στο άρθρο που δανείζει τον τίτλο του στο βιβλίο, ο συγγραφέας τεκμηριώνει, μέσα από τα λόγια των θεωρητικών της φιλελεύθερης δημοκρατίας, την εγγενή εχθρότητά της ως προς την εκχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων στους «εξαρτημένους από το μισθό», απλούς ανθρώπους. Όσο οι διεκδικήσεις παραμένουν σε αποσπασματικό επίπεδο, το πρόβλημα έχει περιορισμένη έκταση. Όταν όμως τίθεται το ζήτημα της πραγματικής «λαϊκής διακυβέρνησης», δηλαδή το κεντρικό πολιτικό ζήτημα εξουσίας και απειλείται το ιερό δικαίωμα στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, τότε η σύγκρουση κοινωνίας και οικονομίας οδηγεί αναπόφευκτα σε κρίσεις. Τότε είναι που τίθεται το δίλημμα: είτε θα πρέπει να υποταχθεί η οικονομία σε μια δημοκρατική κοινωνία, είτε θα πρέπει να συντριβεί η δημοκρατία και η ελευθερία, ώστε να μπορεί να συνεχιστεί απρόσκοπτα η διαδικασία κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.

Στην περίοδο που γράφονται τα πρώτα κείμενα (χρονολογικά) λαμβάνει χώρα μια ιδιαίτερα βίαιη αναδιάρθρωση του καπιταλισμού, που υλοποιείται όχι μόνο από τις εθνικές αστικές κυβερνήσεις, αλλά και από το πρώτο παράδειγμα καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, την Κοινωνία των Εθνών. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιο είδος υπερεθνικής ολοκλήρωσης έπαιζε τόσο σημαντικό ρόλο στην αναδιάρθρωση της οικονομικής βάσης στο εσωτερικό των χωρών και που το χρέος «πολιτικοποιήθηκε» σε τέτοιο βαθμό, εκφράζοντας την αναγκαιότητα της αναδιάρθρωσης της οικονομίας για το «γενικότερο καλό», έξω από οποιαδήποτε έννοια δημοκρατικού ελέγχου. Τα «προγράμματα οικονομικής ανασυγκρότησης» (ή «διαρθρωτικής προσαρμογής», όπως θα λέγαμε σήμερα) καθιστούσαν τα συμπτώματα του «αντιδημοκρατικού ιού» τόσο πρόδηλα, που γινόταν λόγος για «οικονομική δικτατορία».

Στο τέλος της δεκαετίας του 1920, με το ξέσπασμα της δομικής κρίσης του καπιταλισμού που συγκλόνισε τον κόσμο, η περίοδος της «κοινωνίας της αγοράς» είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί, κατά τον Πολάνυι, και ανοίγονταν δύο δρόμοι για την ανθρωπότητα. Ο πρώτος ήταν ο φασισμός που απέρριπτε την αρχή της ελευθερίας και ο δεύτερος ήταν η σοσιαλιστική προοπτική, που εισήγαγε τα θετικά δικαιώματα και ελευθερίες και υπότασσε/ενθήκευε την οικονομία σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Ο φασισμός ερχόταν να διασώσει τον καπιταλισμό επιλύοντας την ασυμβατότητα μεταξύ της αρχής της πολιτικής ισότητας και της αρχής της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής: εφόσον η ανισότητα είναι φυσική στην οικονομία, θα πρέπει να επεκταθεί και στη σφαίρα της πολιτικής. Και μονάχα ένα αυταρχικό κράτος μπορεί να το διασφαλίσει αυτό.

Από την άλλη, η σοσιαλιστική προοπτική επιλύει αυτή την αντίφαση με την «επέκταση της δημοκρατικής αρχής στην οικονομία», υποτάσσοντας την οικονομία στην εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και καταργώντας την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και συνακόλουθα την αυτονομία της οικονομίας. Αντί για τις κοινωνικές σχέσεις ιδιοκτητών-μη ιδιοκτητών που συνεπάγεται ο καπιταλισμός, στις κοινωνικές σχέσεις στο σοσιαλισμό παρεισφρέει «άμεσα και ουσιωδώς» το ανθρώπινο στοιχείο μετατρέποντάς τες πραγματικά σε σχέσεις ανθρώπου προς άνθρωπο.

Απορρίπτεται, λοιπόν, η φιλελεύθερη αντίληψη περί της αρνητικής σχέσης ατόμου και κοινωνίας και προτάσσεται η αντίληψη ότι η ατομικότητα και η ατομική ελευθερία αποκτούν ουσιαστικό περιεχόμενο, μόνο όταν αναγνωρίζεται ότι το άτομο εντάσσεται σε ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων και αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές συνέπειες των πράξεών του. Ως πραγμάτωση, λοιπόν, αυτής της «κοινωνικής ατομικότητας», ο σοσιαλισμός ανοίγει για την ανθρωπότητα την προοπτική της ανώτατης κοινωνικής και ατομικής ελευθερίας «μέσω της ολοκληρωμένης σύλληψης της αλληλεγγύης ανθρώπου από άνθρωπο».

Το πολανυικό σοσιαλιστικό κράτος και τα όργανά του εργάζονται για τη θεσμική πραγμάτωση αυτής της κοινωνικής ατομικότητας, μέσω της προώθησης της πολιτικής και οικονομικής αυτοδιαχείρισης και της εδαφικής και λειτουργικής αντιπροσώπευσης και της «λειτουργικής δημοκρατίας», έννοια η οποία αντλεί από τον κοινωνικό λειτουργισμό των αυστρομαρξιστών και τον συντεχνιακό σοσιαλισμό του Κόουλ. Πρόκειται για ένα «εκδημοκρατισμένο» κράτος, το οποίο κατέχει τα μέσα παραγωγής και ελέγχεται δημοκρατικά από συμβούλια στα οποία αντιπροσωπεύονται λειτουργικά οι κοινότητες (κομμούνες), οι συλλογικοί παραγωγοί (τα σωματεία), και οι συλλογικοί καταναλωτές.

Προς μια μαρξιστική κριτική

Παρ’ όλη την ισχύ επιμέρους συμπερασμάτων του Πολάνυι, η ανάλυσή παρουσιάζει ορισμένες αδυναμίες και αστοχίες. Πρώτον, υποτίμησε την συγκρότηση μαζικών φασιστικών κινημάτων και τη σημασία του αντισημιτισμού για τους Ναζί. Δεύτερον, αν και η ανάλυσή του για τον φασισμό αποτελεί σίγουρα μια οικονομική-δομική θεώρηση του φασισμού, εντούτοις υποτιμά τα εσωτερικά (οικονομικά) αίτια των κρίσεων που τον γέννησαν, ενώ δεν παρέχει μια επεξεργασμένη θεωρία σχετικά με το πώς λειτουργεί ο μηχανισμός των κρίσεων με βάση τον επεκτατισμό της αγοράς. Τρίτον, η ίδια κριτική ισχύει και για τις περιόδους ραγδαίας ανάπτυξης και ταυτόχρονα επέκτασης των θεσμών κοινωνικής πρόνοιας, στο πλαίσιο της οικονομικής και της κοινωνικής του αναπαραγωγής, όπως και συνέβη μεταπολεμικά. Συνεπώς, η αδυναμία να παρέχει μια συνολικότερη θεωρία μετάβασης από τον έναν τύπο κοινωνίας στον επόμενο και τα μεθοδολογικά εργαλεία που χρησιμοποιεί τελικά καταλήγουν να καθιστούν την οπτική του αρκετά γραμμική και ντετερμινιστική.

Το παράδοξο είναι ότι αυτή είναι και η κριτική που διατυπώνει ο ίδιος προς τον μαρξισμό, τον οποίο έβρισκε υπερβολικά οικονομιστικό και ρικαρδιανό. Γι’ αυτό και μετατοπίζει τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού από την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας στη διαλεκτική σχέση μεταξύ της αυτορυθμιζόμενης αγοράς και της κοινωνίας που προσπαθεί να αυτοπροστατευτεί από αυτήν. Ωστόσο, αν και η θεωρία του δεν μπορεί να ενταχθεί στις μαρξιστικές αναλύσεις, είναι ιδιαίτερα εμφανής και η επιρροή του Μαρξ στη διαμόρφωση της σκέψης του, ιδιαίτερα ως προς την τάση του καπιταλισμού για εμπορευματοποίηση κάθε πτυχής της κοινωνικής ύπαρξης, τον φετιχισμό του εμπορεύματος και την αλλοτρίωση, αλλά και ως προς τον βαθύ ανθρωπισμό του Μαρξ (βλ. άρθρο του «Η ουσία του φασισμού»).

Αν και η κριτική που ασκεί στον Μαρξ είναι εξηγήσιμη –καθώς αφενός δεν ήταν διαθέσιμα τα άπαντα του Μαρξ, αφετέρου ερχόταν σε επαφή με εκδοχές του μαρξισμού που ήταν όντως οικονομιστικές– δεν μπορεί να θεωρηθεί και ορθή στο σήμερα. Οι Μαρξ και Ένγκελς αναγνώρισαν έγκαιρα ότι ο υπερθεματισμός της σημασίας της οικονομικής βάσης, κατά την αντιπαράθεσή τους με ιδεαλιστικά ρεύματα, είχε οδηγήσει στον οικονομιστικό και μηχανιστικό εκχυδαϊσμό της θεωρίας τους από διάφορους «μαρξιστές» της εποχής. Αντιθέτως, οι ίδιοι αναγνώριζαν τη διαλεκτική αλληλεπίδραση βάσης και εποικοδομήματος και την σημασία του ανθρώπινου παράγοντα στη διαμόρφωση της Ιστορίας. Μάλιστα, ο Ένγκελς θεωρούσε ότι ο κράτος ή άλλα τμήματα του εποικοδομήματος έχουν την δυνατότητα να αποσπώνται από την οικονομική βάση, αλλά αυτό έχει ως τίμημα την απομάκρυνσή τους από τις ανάγκες των παραγωγικών σχέσεων και συνεπώς στην εμφάνιση «ατυχών γεγονότων» στην ανάπτυξή της. Αυτή η μη μηχανιστική και ταυτόχρονα μη οικονομιστική οπτική μπορεί να αποτελέσει μια πιο στέρεη βάση για την εξέταση της αντιφατικής σχέσης καπιταλισμού και δημοκρατίας.

Εν κατακλείδι

Το βιβλίο αποτελεί σίγουρα ένα απαραίτητο ανάγνωσμα, πέρα από τις όποιες αδυναμίες του, για όσες και όσους θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά με το φασιστικό φαινόμενο. Ο φασισμός δεν είναι άλλο από την ύστατη λύση για τη διάσωση του καπιταλισμού από τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Είναι εξαιρετικά χρήσιμο επίσης, ώστε να κατανοήσουμε ότι αυτό που γίνεται αντιληπτό στην καθημερινότητα ως οικονομική δικτατορία –η συνταγματοποίηση της λιτότητας και η αναγωγή της αρχής του ανταγωνισμού σε πρωταρχική αξία (π.χ. της ΕΕ) ή η απαίτηση μεγάλων τραπεζών να τελειώνουμε με τα «αντιφασιστικά συντάγματα»– δεν αποτελούν κάποια απόκλιση από το φιλελεύθερο μοντέλο, αλλά τον πυρήνα του. Μέσα από τα κείμενα, καθίσταται σαφές ότι οποιαδήποτε μεταρρύθμιση του καπιταλισμού, ακόμα και αν εξασφαλίζει κάποιο επίπεδο εργασιακής ασφάλειας, θα είναι πλανερή και προσωρινή. Μόνο με την κατάργηση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και την οικοδόμηση ενός δημοκρατικού συστήματος που να αντικαθιστά τις αλλοτριωμένες κοινωνικές σχέσεις με ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις αλληλεγγύης και στόχο την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών, μπορεί η ανθρωπότητα μπορεί να πάει μπροστά. Και αυτό δεν είναι δεδομένο, αλλά είναι κάτι που πρέπει επειγόντως να ξαναθυμηθούμε.