Η τελευταία ευκαιρία του καπιταλισμού

Patrick Artus – Marie-Paule Virard
Α. Α. Λιβάνης, Αθήνα 2021

Γραμμένο το 2021, το βιβλίο των Πατρίκ Αρτίς και Μαρί-Πολ Βιράρ είναι ένα από τα πολλά που κυκλοφόρησαν εν μέσω πανδημίας, επιδιώκοντας να αποκρυπτογραφήσουν τις τάσεις που αυτή έφερε στο προσκήνιο και τις βαθύτερες διεργασίες που βρίσκονται πίσω από αυτές, από τη μια, και παράλληλα να σκιαγραφήσουν –με τη μορφή διαπιστώσεων ή προτάσεων– βασικά στοιχεία της «επόμενης ημέρας». Ως εκ τούτου, στις σελίδες του ο αναγνώστης θα βρει μερικούς από τους προβληματισμούς που αναπτύσσονται στο αστικό στρατόπεδο και κάποιες από τις επιλογές που συζητιούνται για τη μετά Covid-19 εποχή.

Μεγέθυνση

Η τελευταία ευκαιρία του καπιταλισμού
Patrick Artus - Marie-Paule Virard
Α. Α. Λιβάνης, Αθήνα 2021

Τρεις είναι οι λόγοι που προσδίδουν στο βιβλίο ιδιαίτερη αξία. Κατ’ αρχήν, το γεγονός ότι προσεγγίζει τα ως άνω ζητήματα από σκοπιά κριτική μεν προς τον νεοφιλελευθερισμό αλλά υπερασπιστική προς τον θεωρητικό πατέρα του, τον Μίλτον Φρίντμαν – υποστηρίζοντας, δηλαδή, ότι από ένα σημείο και μετά η πολιτική που ακολουθήθηκε ήταν ασύμβατη με βασικές ιδέες του. Δεύτερον, το ότι εμφορείται από μια ιδιαίτερη παραλλαγή του φιλελευθερισμού, τον ορντοφιλελευθερισμό (σσ. 230-232), που ακούγεται όλο και πιο συχνά τελευταίως. Και τρίτον, το ότι σε βασικές απόψεις συναντιέται με την προβληματική που διατύπωσε επίσης εν μέσω πανδημίας μια εμβληματική προσωπικότητα του «συλλογικού κεφαλαίου», ο ιδρυτής του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός, Κλάους Σβαμπ, στο Η μεγάλη επανεκκίνηση – προβληματική που συμπυκνώνεται στον όρο «συμπεριληπτικός καπιταλισμός» ή «καπιταλισμός των ενδιαφερομένων».

Διατρέχοντας το βιβλίο, αντιλαμβάνεται κανείς ότι στον πυρήνα της συλλογιστικής που αναπτύσσει βρίσκονται δύο βασικοί και αλληλένδετοι πυλώνες∙ σε αυτούς εστιάζουν τόσο η κριτική αποτίμηση της προηγούμενης περιόδου όσο και οι προτάσεις για το μέλλον. Ο ένας είναι πολιτικός και ο άλλος οικονομικός.

Ας δούμε κατ’ αρχήν τον πολιτικό. Οι δύο συγγραφείς εστιάζουν στην καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνικής πλειονότητας, συμπεραίνοντας ότι «η δυστυχία πυρπολεί τα πνεύματα»: «Η υποτίμηση της εργασίας προκειμένου να αυξηθεί το κέρδος, ιδού ο λόγος της οργής» (σσ. 13, 27). Στην πιο αναλυτική τους τοποθέτηση επί του θέματος γράφουν, με αφορμή τις κοινωνικές εκρήξεις του τελευταίου διαστήματος σε μια σειρά χώρες: «Σίγουρα οι συνθήκες διαφέρουν από τη μια χώρα στην άλλη, οι διεκδικήσεις κάθε φορά είναι μοναδικές. Αλλά ο θόρυβος που ακούγεται στο παρασκήνιο είναι σταθερός – παντού, κυβερνητικά μέτρα που επηρεάζουν άμεσα το κόστος ζωής, αν όχι και το μέλλον του ίδιου του πλανήτη, προκάλεσαν συσπάσεις τόσο ξαφνικές όσο και βίαιες. Παντού οργανώθηκαν μαζικές κινητοποιήσεις. Η ίδια η ετερογένειά τους αποκαλύπτει μία σταθερά: την έκφραση μίας απογοήτευσης ή ακόμη και αγανάκτησης, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους, απέναντι σε ένα οικονομικό σύστημα που προκαλεί πάρα πολλά κοινωνικά δεινά, πάρα πολλές περιβαλλοντικές καταστροφές. […] Η εξέγερση σιγοβράζει πλέον σε χαμηλή φωτιά, Η σφοδρότητα της αμφισβήτησης μπήκε στον πάγο, περιορίστηκε από την πανδημία, αλλά δεν μένει παρά να εκφραστεί ξανά, υποκινούμενη από την προαναγγελθείσα οικονομική και κοινωνική καταστροφή» (σσ. 26-27). Κι αλλού, ακόμη πιο τολμηρά διαπιστώνουν ότι «με την υγειονομική κρίση, η απόρριψη του καπιταλισμού που “αναδύεται” σε όλες τις δημοσκοπήσεις εδώ και πολλά χρόνια θα συνεχίσει να εντείνεται» (σ. 224) και διερωτώνται: «Προς τι η έκπληξη αν, μέσα σε μια τέτοια αγωνία, ξεσπούν διαμαρτυρίες και άλλες μορφές εξέγερσης που συνδυάζουν την αποκήρυξη κάθε ηπιότερης εναλλακτικής λύσης και την απροθυμία να δουν οι διαμαρτυρόμενοι τον εαυτό τους στο μέλλον;» (σ. 12).

Οι παραπάνω διαπιστώσεις αναδεικνύουν την πραγματική αγωνία των think tank του κεφαλαίου –ιδιαίτερα εκείνων που εκφράζουν τη συνείδηση «συνολικού κεφαλαιοκράτη»– η οποία απορρέει από τη γενικευμένη δυσαρέσκεια και αγανάκτηση των λαϊκών μαζών προς το σύστημα γενικά –κι όχι απλώς προς μια κυβέρνηση–, από τη βεβαιότητα ότι αυτές θα παράγουν κοινωνικές εκρήξεις και από τη διαπίστωση ότι αποκηρύσσονται «ηπιότερες εναλλακτικές λύσεις». Θα ήταν μεγάλη απρονοησία εκ μέρους της αστικής τάξης να προσπεράσει αυτή την πραγματικότητα – ακόμη και σήμερα, που η κατάσταση του αντίπαλου-αντικαπιταλιστικού ρεύματος δεν είναι τέτοια ώστε να εμπνέει επί του παρόντος ανησυχία. Επί του παρόντος, όμως, κι όσο τούτο το ρεύμα δεν συναντιέται με όρους προοπτικής με τα «πνεύματα που πυρπολεί η δυστυχία». Από αυτή την άποψη, οι προβληματισμοί που καταθέτουν οι Αρτίς-Βιράρ είναι σαν το «καναρίνι στο ορυχείο», σαν η συγγραφική ηχώ εκείνων των αστικών αναζητήσεων που θεωρούν ότι κάτι πρέπει να γίνει απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ότι το σύστημα δεν μπορεί και κυρίως δεν πρέπει να μείνει απαθές απέναντι στους κινδύνους που εγκυμονεί – κινδύνους που το απειλούν και πολιτικά και οικονομικά.

Ο δεύτερος πυλώνας του βιβλίου είναι ο οικονομικός. Εγκαλείται στις σελίδες του ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός τής προ πανδημίας περιόδου διότι εκτός από άνισος και άδικος είναι και «οικονομικά αναποτελεσματικός», «δεν παράγει τον πλούτο που υποσχόταν» (σσ. 13, 56, 87, 91 κ.ε.). «Ο προβληματισμός μας», γράφουν, «αφορά περισσότερο την ικανότητά του να κάνει αυτό που υποτίθεται ότι ξέρει να κάνει καλύτερα: να δημιουργεί οικονομική μεγέθυνση και ευημερία για τους πολλούς» (σ. 91). Οι Αρτίς-Βιράρ αποδίδουν την αναποτελεσματικότητα αυτή στην αποσύνδεση των πραγματικών μισθών από την παραγωγικότητα (σ. 28), στην «παράλυση της κοινωνικής κινητικότητας» (σ. 34 – των προσδοκιών κοινωνικής ανέλιξης), στην έκρηξη της κοινωνικής ανισότητας, στο γεγονός ότι «από λαϊκός, ο καπιταλισμός έγινε ελιτίστικος και κερδοσκοπικός», (σ. 47), «καπιταλισμός των μετόχων», στο γεγονός ότι αφέθηκαν «χωρίς χαλινάρι τα μονοπώλια» (σ. 75) – την αποδίδουν, εν ολίγοις, στις «εκτροπές» και «υπερβολές» του σύγχρονου καπιταλισμού (σ. 79). Κι όπου προσπαθούν να γίνουν πιο συνολικοί, υποστηρίζουν ότι «η ουσία των δυσλειτουργιών που προκαλεί ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός πηγάζει από το παράλογο πείσμα να γίνουν θυσία τα εισοδήματα των πολλών, επομένως και η κατανάλωση των νοικοκυριών, γεγονός που αποθαρρύνει τις επενδύσεις και τελικά υπονομεύει την οικονομική μεγέθυνση» (σ. 14). Ή ακόμη: «[…] η ουσία των δυσλειτουργιών που γέννησε ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός πηγάζει από αυτή την αφύσικα υψηλή [σσ. υπογράμμιση δική μας] απαίτηση κερδοφορίας του κεφαλαίου για τον μέτοχο και από αυτή τη διαρθρωτική ανισορροπία στην κατανομή των εισοδημάτων» (σ. 81) – ανισορροπία, μάλιστα, που υποστηρίζεται ότι «δεν αντιστοιχεί πραγματικά στο όραμα του Φρίντμαν για τον καπιταλισμό» (σ. 81). Διακρίνει κανείς εδώ την ανησυχία για τις οικονομικές συνέπειες στο κεφάλαιο της παρατεταμένης συμπίεσης τω εργατικών εισοδημάτων (πτώση πωλήσεων, δυσκολίες δηλαδή στην πραγμάτωση της εντός παραγωγής αντληθείσας υπεραξίας).

Απομάκρυνση από τις θέσεις του Φρίντμαν (σ. 123) θεωρούνται και τα τρία «δεκανίκια» που κατά τους Αρτίς-Βιράρ χρησιμοποίησε ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός για να επιλύσει την αντίφαση που γεννούσε η προσπάθειά του να «εγγυηθεί με οποιοδήποτε κόστος μια υψηλή απόδοση του κεφαλαίου στους μετόχους του» και η συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων (σ. 121). Τα «δεκανίκια» αυτά ήταν, κατά σειρά, η τόνωση της ζήτησης μέσω του δανεισμού των νοικοκυριών (που όμως γιγάντωσε τα χρέη των νοικοκυριών), η γιγάντωση του δημόσιου χρέους και τέλος η νομισματοποίηση του χρέους, των δημόσιων ελλειμμάτων από τις κεντρικές τράπεζες. Γι’ αυτό το τελευταίο και στενά συνδεδεμένο με την πανδημία «δεκανίκι», γράφουν: «Με την κρίση του 2020, ο πλανήτης έχει εισέλθει οριστικά σε ένα νέο στάδιο δημιουργίας χρήματος σε μεγάλη κλίμακα. Ένα στάδιο νομισματοποίησης του δημόσιου χρέους από τις κεντρικές τράπεζες. […] Χωρίς να το λένε πραγματικά, οι κεντρικές τράπεζες έχουν οργανώσει τη νομισματοποίηση της οικονομίας, χρηματοδοτώντας απευθείας τις κυβερνήσεις, γεγονός που διασφαλίζει εκ των πραγμάτων τη φερεγγυότητα των κρατών, αποφεύγοντας παράλληλα μια αύξηση της τιμής του χρήματος μακροπρόθεσμα. Το 2020, τα ανεξόφλητα δημόσια χρέη που κατείχαν οι κεντρικές τράπεζες είχαν φτάσει τα 12 τρισεκατομμύρια δολάρια στις χώρες του ΟΟΣΑ, ποσό δωδεκαπλάσιο σε σχέση με το 2008, και οι κεντρικές τράπεζες αύξησαν την προσφορά χρήματος κατά 75% περίπου. […] Η αρχή παραμένει ίδια: οι κυβερνήσεις εκδίδουν ομόλογα, τα οποία αγοράζονται αμέσως από τις κεντρικές τράπεζες και αντικαθίστανται από χρήμα» (σ. 139).

Πού οδεύουμε, λοιπόν. Οι δύο συγγραφείς διαπιστώνουν ότι οδεύουμε προς «το τέλος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στην παραδοσιακή του εκδοχή», προτείνοντας ως διάδοχο σχήμα έναν «συμπεριληπτικό καπιταλισμό», ο οποίος θα εξασφαλίζει «μια νέα ισορροπία μεταξύ μετόχων, καταναλωτών, εργαζομένων και πολιτών» (σ. 222), «θα ευθυγραμμίζει τα συμφέροντα τριών ομάδων οικονομικών παραγόντων: των μετόχων, των διευθυντών, αλλά και της κοινωνίας» (σ. 242). Αναφωνούν, μάλιστα, για τον «συμπεριληπτικό καπιταλισμό» με ενθουσιασμό: «Αναμφίβολα, η λέξη της εποχής!». Πόσο πιθανό είναι ο «συμπεριληπτικός καπιταλισμός» τους να έχει έστω και κατ’ ελάχιστον ψήγματα «κοινωνικού κράτους» και κεϊνσιανισμού, να αποτελεί –όπως διατείνονται– μια μορφή «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς»; Απαντούν οι ίδιοι, διευκρινίζοντας ότι το μοντέλο αυτό «δεν απέχει και τόσο πολύ από τη φιλοσοφία του Μίλτον Φρίντμαν» (σ. 235), έχει ως βασική του αρχή τον «έντονο ανταγωνισμό» (σ. 232) και προϋποθέτει το «να εγκαταλείψουμε τη στρατηγική τής κατά προτεραιότητα στήριξης του καταναλωτή και της αγοραστικής δύναμης» (σ. 221) μιας και «κάθε συνταγή που βασίζεται στην αύξηση των μισθών μπορεί να παρουσιάσει πολλά μειονεκτήματα, όπως στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των χωρών» (σ. 226).

Και πότε θα εφαρμοστεί; Σίγουρα όχι άμεσα, καθώς οι ίδιοι διαπιστώνουν: «Σε πρώτη φάση, υπάρχει ο φόβος ότι μετά το πέρασμα του κορονοϊού θα συνεχίσει να υφίσταται ένας καπιταλισμός ακόμη πιο σκληρός, πιο “άγριος” απ’ ό,τι στο παρελθόν» (σ. 202). Μήπως αργότερα; Κι αυτό είναι αμφίβολο, όμως, μιας και όπως πάλι οι ίδιοι υπογραμμίζουν, όσοι θέλουν να εφαρμόσουν τις ιδέες τους «έρχονται αντιμέτωποι με αντιφατικές προσταγές, τις οποίες είναι όλο και πιο δύσκολο να συμβιβάσουν (σ. 219). Αυτή τους η διαπίστωση δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την παραδοχή των εγγενών αντιφάσεων και ορίων που θέτουν τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας στις κάθε πολιτικής απόχρωσης προσπάθειες «εξανθρωπισμού» της χωρίς ακύρωση και κατάργηση της εκμεταλλευτικής της βάσης.