Η επανάσταση του 1821 διαμόρφωσε μια εθνική δημοκρατική επαναστατική κουλτούρα η οποία σταδιακά αποκτούσε κοινωνικά χαρακτηριστικά, ενώ συνδεόταν και με τη Μεγάλη Ιδέα. Οι πρώτοι Έλληνες σοσιαλιστές εξέφρασαν μια σοσιαλιστική εκδοχή του ελληνικού επαναστατικού αιτήματος. Για αυτό το λόγο, εύκολα ενσωματώθηκαν στο βενιζελισμό. Η εμφάνιση του ΚΚΕ και του τριτοδιεθνιστικού λόγου ανέτρεψε αυτή την παράδοση. Η επανάσταση του 1821 χαρακτηρίστηκε αστική και σταδιακά ξένη με το ελληνικό εργατικό κίνημα. Σύντομα όμως, η λογική των λαϊκών μετώπων θα οδηγήσει σε μια νέα ερμηνεία του 1821. Οι αρχειομαρξιστές από τη μεριά τους θα αναγνωρίσουν στην επανάσταση του 1821 πολλά στοιχεία από την επανάσταση που οραματίζονταν. Ωστόσο, θα την απορρίψουν όταν το ΚΚΕ θα την οικειοποιηθεί.

Εισαγωγή

Η επανάσταση του 1821 είναι το έτος «μηδέν», το αφετηριακό σημείο για τη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους. Συνεπώς, η ερμηνεία της Ελληνικής Επανάστασης φορτίζεται σε κάθε περίπτωση με μια σημασία καθοριστική για όλη την πορεία του νεοελληνικού κράτους, καθώς προσλαμβάνεται ως ο γενεσιουργός σταθμός στη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής φυσιογνωμίας, δηλαδή του νεοελληνικού έθνους.

Η επανάσταση του 1821 είναι το έτος «μηδέν», το αφετηριακό σημείο για τη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους. Συνεπώς, η ερμηνεία της Ελληνικής Επανάστασης φορτίζεται σε κάθε περίπτωση με μια σημασία καθοριστική για όλη την πορεία του νεοελληνικού κράτους, καθώς προσλαμβάνεται ως ο γενεσιουργός σταθμός στη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής φυσιογνωμίας, δηλαδή του νεοελληνικού έθνους.

Με την εμφάνισή του, το σοσιαλιστικό και ευρύτερα εργατικό κίνημα ήρθε αντίστοιχα αντιμέτωπο με την πρόκληση να διεκδικήσει τη δική του ερμηνεία για το ‘21. Οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές επεξεργάζονται με βάση ταξικά κυρίως κριτήρια και καταλήγουν –ακόμη και όταν προτάσσουν την πλήρη άρνηση του ελληνικού έθνους και την απαξίωση των ελληνικών πατριωτικών παραδόσεων– σε διάφορες εκδοχές της ιστορικά διαμορφωμένης ελληνικής εθνικής φαντασιακής κοινότητας. Οι διαφορετικές εκδοχές, μερικές φορές εντελώς ανταγωνιστικές όχι μόνο με τις κυρίαρχες αλλά και μεταξύ τους, αντανακλούν σε διαφορετικά πολιτικά σχέδια που επικρατούν σε κάθε περίοδο στο σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα (Anderson, 1997· Ματάλας, 2003· Παλούκης, 2008).

Τα τελευταία 30 χρόνια, η μελέτη του ελληνικού εθνικισμού αποτελεί σταθερά ένα από τα πιο δυναμικά πεδία της ελληνικής ιστοριογραφίας και συνάμα ένα από τα σημεία τριβής των Ελλήνων ιστορικών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μελέτη των απόψεων των θεωρητικών ή των κομμάτων της ελληνικής Αριστεράς πάνω στο ελληνικό έθνος αποτέλεσε εξαρχής αντικείμενο ενδιαφέροντος πλουτίζοντας τη σχετική συζήτηση (Kitroeff, 1989· Hadziiosif, 1991· Liakos, 2004· Liakos, 2008). Ωστόσο, οι περισσότερες μελέτες είτε εστιάζουν στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις των διανοουμένων του ΚΚΕ είτε παρουσιάζουν γραμμικά την εξέλιξη ως μια εσωτερική διαδοχή θεωρητικών σχημάτων, συνήθως έξω από το ευρύτερο πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο της κάθε περιόδου (Ηλιού, 1976· Ασδραχάς, 1983· Ασδραχάς, 1995). Το παρόν άρθρο επιχειρεί, λοιπόν, να σκιαγραφήσει τις διαφορετικές προσεγγίσεις των ελληνικών κομμουνιστικών οργανώσεων της μεσοπολεμικής περιόδου πάνω στο ελληνικό έθνος και την επανάσταση του 1821 με βάση κυρίως τα επετειακά άρθρα που δημοσιεύονταν στις εφημερίδες κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου, αλλά και τη σχετική βιβλιογραφία.

Το σημαντικότερο και μεγαλύτερο αριστερό ρεύμα του ελληνικού μεσοπολέμου είναι το ΚΚΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας). Ιδρύθηκε το 1918 με το όνομα ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας) και το 1924 μετονομάστηκε σε ΚΚΕ υιοθετώντας το μπολσεβίκικο μοντέλο οργάνωσης. Παράλληλα, διάφορες μικρότερες ή μεγαλύτερες σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές ομάδες δρούσαν σε όλη τη μεσοπολεμική περίοδο. Η πιο σημαντική ήταν η αρχειομαρξιστική οργάνωση η οποία είχε μια ιδιόμορφη πορεία και ως έναν βαθμό ήταν συνομήλικη με το ΣΕΚΕ/ ΚΚΕ. Ο αρχικός της πυρήνας συγκροτήθηκε στα 1919 εντός του ΣΕΚΕ, αποχώρησε στα 1921 ιδρύοντας την ομάδα Κομμουνιστική Ένωση, επανεντάχθηκε στο ΣΕΚΕ το 1921, ενώ στα 1923 συγκρότησε την αρχειομαρξιστική οργάνωση η οποία αποχώρησε στα 1924. Η νέα ομάδα απέκτησε τα χαρακτηριστικά μυστικής εταιρείας του 19ου αιώνα, ενώ το 1930 συνδέθηκε με την ΔΑΑ (Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση), μετονομάστηκε σε ΚΟΜΛΕΑ (Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων Λενινιστών Ελλάδας – Αρχειομαρξιστών) και υιοθέτησε το μπολσεβίκικο μοντέλο λειτουργίας. Στα 1930 η ΚΟΜΛΕΑ ήταν σχεδόν ισοδύναμη με το ΚΚΕ, αλλά το 1934 διασπάστηκε και απώλεσε τη δυναμική της. Μια άλλη σημαντική οργάνωση ήταν η ομάδα Σπάρτακος. Προέκυψε στα 1928 ύστερα από διάσπαση του ΚΚΕ. Διεκδίκησε το επίσημο χρίσμα της ΔΑΑ, αλλά τελικά εντάχθηκε στην ομάδα του Κερτ Λαντάου (Παλούκης, 2020).

Η επανάσταση του 1821: η ανάδυση των εννοιών της εθνικής και πολιτικής ελευθερίας

Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Π. Τόμπσον η έννοια του «γεννημένου ελεύθερου Άγγλου», επενδεδυμένη με το συνταγματισμό και τις έννοιες της πολιτικής ελευθερίας, συνδέθηκε με το αρχαίο αγγλοσαξονικό παρελθόν απέναντι σε όλες τις ξένες επεμβάσεις. Αντίστοιχα, η έννοια του Γάλλου πολίτη συνδέθηκε με το αρχαίο γαλατικό παρελθόν σε αντίθεση με τη φραγκική κατάκτηση, αλλά και στο ιστορικό παρόν της Γαλλικής Επανάστασης ενάντια στις αγγλικές και γερμανικές επεμβάσεις. Κάτι ανάλογο συνέβη και στην περίπτωση της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 (Τόμπσον, 2018· Thompson, 1962).

Στα πλαίσια του ελληνικού Διαφωτισμού, αλλά κυρίως την περίοδο της επανάστασης του 1821 επικράτησε ο εθνοτικός όρος «Έλληνας» σε βάρος των άλλων εναλλακτικών, π.χ. Ρωμιός, Γραικός. Η «επιλογή» αυτή ενείχε ένα πολιτικό ριζοσπαστικό περιεχόμενο καθώς συνέδεε το νέο έθνος με την αρχαία δημοκρατική Αθήνα και άρα τις πολιτικές ελευθερίες. Ταυτόχρονα, ο μέχρι τότε κυρίαρχος αυτοπροσδιοριστικός όρος Ρωμιός που χρησιμοποιούσε η Ορθόδοξη κοινότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ταυτιζόταν με τον «δούλο» στην οθωμανική Πύλη, αλλά και συνέδεε το νέο έθνος με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και το μεσαιωνικό Βυζάντιο τα οποία αντιμετωπίζονταν ως κατακτητές των Ελλήνων. Συνεπώς, ο επαναστατημένος ελεύθερος πολίτης δεν μπορούσε να ταυτίζεται με τον Ρωμιό, αλλά με τον Έλληνα. Η επανάσταση του 1821, λοιπόν, έχει έναν καταλυτικό ρόλο όχι μόνο στη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, αλλά στην ίδια την παραγωγή, τη διαμόρφωση και δημοκρατική νοηματοδότηση του εθνικού χαρακτήρα του ελεύθερου Έλληνα πολίτη. Βέβαια, όλα αυτά δεν έμειναν στατικά, αλλά αμφισβητήθηκαν και επανανοηματοδοτήθηκαν. Ωστόσο, η αρχική εννοιολογική εκκίνηση των όρων έχει τη δική της σημασία για τη διαμόρφωση και τον χαρακτήρα της ελληνικής εθνοτικής συνείδησης.

Οι Έλληνες πολίτες εκπαιδεύονταν για δεκαετίες με την ιδέα ότι η επικράτηση της επανάστασης του 1821 ταυτιζόταν με την ελληνική ανεξαρτησία και τις πολιτικές ελευθερίες. Πατριωτισμός, εθνικισμός, ακόμη και η μισαλλοδοξία και η καταπίεση ήταν όλα επενδεδυμένα με τη ρητορική της ελευθερίας ανάλογα με την οπτική του ρήτορα. Σίγουρα, πρώτα απ’ όλα, «ελευθερία» σήμαινε ελευθερία από την ξένη κυριαρχία. Όμως, σε κάθε περίπτωση σήμαινε πολύ περισσότερα πράγματα, όπως ελευθερία από τον απολυταρχισμό, από την αυθαίρετη σύλληψη, δίκη με ενόρκους, την ισότητα ενώπιον του νόμου, ελευθερία από την αυθαίρετη είσοδο και έρευνα στην οικία και την ελευθερία της μετακίνησης, των συναλλαγών και της πώλησης της εργατικής τους δύναμης. Τέλος, η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της συνείδησης, η ελευθερία της καθολικής συμμετοχής για τους άνδρες στις εκλογές και η ελευθερία επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας των πολιτικών ηγετών εκπαίδευσαν τους Έλληνες πολίτες σε μια έντονη πολιτική ζωή γεμάτη πολιτικές συγκρούσεις και κομματικά πάθη. Στο σύνολό τους όλες αυτές οι ελευθερίες διαμόρφωναν μια πολιτική λαϊκή κουλτούρα την οποία η εκάστοτε εξουσία και έπρεπε να λαμβάνει πάντα υπόψη της, αλλιώς η εξουσία αυτή κινδύνευε να ανατραπεί είτε κοινοβουλευτικά μέσω των εκλογών είτε εξωκοινοβουλευτικά με το ξέσπασμα επανάστασης ή κινήματος.

Όλος σχεδόν ο 19ος αιώνας και οι πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα συνάρθρωναν μια εποχή αγώνων, εξεγέρσεων, ανατροπών κυβερνήσεων και μοναρχιών και επαναστάσεων στο όνομα της ελευθερίας. Αυτοί οι ριζοσπαστικοί αγώνες είχαν στόχο αρχικά την κατοχύρωση του συντάγματος (1843-4), στη συνέχεια τη ριζοσπαστική διεύρυνση (1862-1864) των συνταγματικών ελευθεριών, την υπεράσπιση του συντάγματος (1864- 1909) της καθολικής ψηφοφορίας και τέλος την ακόμα μεγαλύτερη δημοκρατική διεύρυνση των συνταγματικών και δημοκρατικών ελευθεριών (1909-1910). Ταυτόχρονα, η έννοια της ελευθερίας ποτέ δεν απώλεσε το εθνικοαπελευθερωτικό περιεχόμενό της όσον αφορά τις διεκδικούμενες περιοχές από τον ελληνικό αλυτρωτισμό. Σε διάφορες περιοχές μάλιστα που στη συνέχεια ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος ξεσπούσαν σε όλο τον 19ο αιώνα, αλλά και στις αρχές του 20ού αιώνα εξεγέρσεις και επαναστάσεις με εθνικό, αλλά και δημοκρατικό χαρακτήρα. Μάλιστα, στην Κρήτη, τα Επτάνησα και σε διάφορα μικρότερα νησιά αναπτύχθηκε έντονη εσωτερική πολιτική σύγκρουση στο όνομα της ελευθερίας με διακύβευμα τη συνταγματική κατοχύρωση δημοκρατικών και αστικών ελευθεριών. Ακόμα και σε περιοχές της Μικράς Ασίας αναπτύχθηκαν εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και επαναστάσεις με έντονο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα. Στο όνομα της εθνικής ελευθερίας κινήθηκαν όλοι οι πόλεμοι εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1897, 1912- 13, 1919-1922) συσπειρώνοντας πλατιά τον ελληνικό λαό. Τέλος, ακόμα και εάν η έννοια της ελευθερίας του πολίτη είχε για δεκαετίες ανδρικό πρόσημο, με βάση ακριβώς αυτή την έννοια διεκδικήθηκε ο ρόλος της «Ελληνίδος πολίτου» και αναπτύχθηκε ο ελληνικός φεμινισμός.

Στο όνομα της ελευθερίας, επίσης, την περίοδο του αποκαλούμενου «Εθνικού Διχασμού» συγκροτήθηκαν τα δύο αστικά πολιτικά στρατόπεδα με κεντρικό διακύβευμα τη συμμετοχή ή όχι στον Μεγάλο Πόλεμο, αλλά συνάμα με διακύβευμα τις πολιτικές ατομικές ελευθερίες καθώς το ένα στρατόπεδο κατήγγειλε το άλλο όχι μόνο για «εθνική προδοσία» και για «πολιτικό αυταρχισμό». Μάλιστα, το κίνημα της Εθνικής Άμυνας του Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν ουσιαστικά μια μορφή «επανάστασης» καθώς το κράτος διχάστηκε σε δύο κυβερνήσεις, μία φιλογερμανική την Αθήνα και μία φιλοαντατική στην Θεσσαλονίκη. Τέλος, στο όνομα της ελευθερίας επιβλήθηκε μια στρατιωτική «επανάσταση» το 1923 η οποία εξεδίωξε τη μοναρχία και επέβαλε το πολίτευμα της αβασίλευτης δημοκρατίας στα 1924.

Σε όλες αυτές τις πολιτικές κρίσεις και εξεγέρσεις αιωρούνταν ένα φάντασμα: η επανάσταση του 1821 με τα δημοκρατικά συντάγματα ψηφισμένα από τις πρώτες επαναστατικές εθνοσυνελεύσεις, ως ένα ημιτελές αίτημα τόσο από εθνική όσο και από πολιτική πλευρά. Με άλλα λόγια, η έννοια της ελευθερίας χρωμάτιζε εξίσου την εθνική ελευθερία, αλλά και την πολιτική ελευθερία του ατόμου και τη δημοκρατική λειτουργία της χώρας. Γι’ αυτό τον λόγο, η Μεγάλη Ιδέα ως η κυρίαρχη εθνικιστική ιδεολογία της επέκτασης του κράτους ουσιαστικά δεν είχε αποβληθεί από τη δημοκρατική και ριζοσπαστική Αριστερά ούτε και από τη σοσιαλιστική μέχρι το 1920, αλλά αντίθετα χρωματιζόταν με δημοκρατικό, συνταγματικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Η ίδια η έννοια του ελεύθερου Έλληνα πολίτη συνδεόταν καταλυτικά με την επανάσταση του 1821 γιατί τότε ακριβώς «γεννήθηκε» ως εθνικό και πολιτικό περιεχόμενο μαζί με την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Ουσιαστικά, η κληρονομιά που άφησε η επανάσταση του 1821 στην ελληνική κοινωνία ήταν μια εθνική δημοκρατική επαναστατική κουλτούρα με την οποία ανατράφηκαν οι πρώτες γενιές Ελλήνων. Αυτή η παράδοση θα λάμβανε ολοένα και πιο κοινωνικά χαρακτηριστικά.

Οι δημοκράτες σοσιαλιστές

Όλες οι σοσιαλιστικές ομάδες του 19ου αιώνα και της πρώτης 20ετίας του 20ού αιώνα, αλλά και οι εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές, τοποθετούνταν απέναντι στο εθνικό ζήτημα χρησιμοποιώντας μια λαϊκοδημοκρατική γλώσσα γιακωβίνικης παράδοσης. Μια σειρά από συνεντεύξεις προέδρων συντεχνιών το 1891, αλλά και οι εφημερίδες του πρώτου συντεχνιακού κινήματος σε Αθήνα και Βόλο, αποκαλύπτουν πλευρές αυτής της ανάγνωσης στα συντεχνιακά χειροτεχνικά στρώματα (Γκούτος, 2001· Κολιού, 1988). Η απελευθέρωση του ελληνικού έθνους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία θεωρούνταν μέρος ενός μεγάλου επαναστατικού σχεδίου που θα οδηγούσε σε μια «λαϊκή δημοκρατία» ή αλλιώς στον σοσιαλισμό στην ελληνική γλώσσα του σοσιαλισμού (Καραφουλίδου, 2011).

Σε αυτή την κατεύθυνση ο Γεώργιος Σκληρός, ψευδώνυμο του Γεώργιου Κωνσταντινίδη, με το βιβλίο του Το Κοινωνικό Ζήτημα έθεσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια μαρξίζουσα θεωρητική προσέγγιση της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού προκαλώντας μια πολύ έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στους διανοουμένους της εποχής. Ο Σκληρός υποστήριζε πως με την επανάσταση του 1821 κατοχυρώθηκε η αντικειμενική διάσταση της αστικότητας της νεοελληνικής κοινωνίας, δίχως όμως να επέλθει και η οριστική ρήξη με τα αριστοκρατικά ιδεώδη του παρελθόντος. Συνεπώς, ο καθαρμός της αστικής ιδεολογίας αποτελεί το κύριο συστατικό του πολιτικού αγώνα της εποχής του εστιάζοντας στην πάλη ενάντια στην απόλυτη μοναρχία, τον αγώνα υπέρ των δημοκρατικών συνταγματικών ελευθεριών μέχρι και το κίνημα του δημοτικισμού (Μπουμπούς, 1996: 5-6).

Ο Σκληρός, όπως και άλλοι μαρξίζοντες διανοούμενοι, πίστευε πως οι κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου, οι οποίες πρότασσαν τον «αληθή σοσιαλισμό» με αναφορά στο έθνος (Αβδελά, 1993), ολοκληρώνουν την αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και οι πόλεμοι εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απελευθερώνουν τους Έλληνες. Γι’ αυτό υποστήριξαν τις βενιζελικές κυβερνήσεις και τη στρατιωτική επέκταση της Ελλάδας την κρίσιμη πολεμική δεκαετία 1912-1922 και ουσιαστικά τοποθετούνταν στα αριστερά του βενιζελικού κόμματος. Σε αυτό ακριβώς το κλίμα στα 1910 η εφημερίδα Εφημερίς των Εργατών, η οποία εκδιδόταν από το Εργατικό Κέντρο Αθηνών, έναν πολιτικό οργανισμό καθοδηγούμενο από σοσιαλιστές του Κόμματος των Φιλελευθέρων, αφιερώνει μια σειρά άρθρων στην επανάσταση του 1821 παρουσιάζοντάς την πατριωτική, δηλαδή εθνική, και συνάμα δημοκρατική (Εφημερίς των Εργατών, 1910). Μέχρι το 1919, το ΣΕΚΕ και οι πρώτοι σοσιαλιστές διανοούμενοι γύρω από αυτό ανέπτυξαν παρόμοιες απόψεις. Θεωρούσαν την Αντάντ ένα αντιμοναρχικό-δημοκρατικό μέτωπο που πολεμούσε τις αυταρχικές κεντρικές αυτοκρατορίες και είχε ως στόχο τη δημοκρατικοποίηση της Γερμανίας (Ριζοσπάστης, 30/8/1917). Η νίκη των δυτικών Συμμάχων θεωρήθηκε ωφέλιμη για το εργατικό κίνημα και καθήκον του ελληνικού στρατού να πολεμήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να απελευθερώσει τις ελληνικές περιοχές (Ριζοσπάστης, 26/3/1918).

Την ίδια περίοδο ο Ριζοσπάστης χαρακτηρίζει την επανάσταση αμιγώς εθνική και οι αγωνιστές του 1821 εξιδανικεύονται για την ειλικρινή τους αυτοθυσία στον αγώνα για την ανεξαρτησία, αλλά και για το ιδανικό τους να γίνουν πολιτισμένοι, δηλαδή σαν τους «Φράγκους» που επισκέπτονταν ως περιηγητές την χώρα. Θεωρεί ωστόσο ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν πραγματοποίησαν αυτό το ιδανικό παρότι φοράνε τα δυτικά ενδύματα. Ως αληθινό μήνυμα της επετείου θεωρείται η ανάγκη της Ελλάδας να επανεύρει την πορεία προς τον πολιτισμό. (Ριζοσπάστης, 25/3/1918.) Οι δημοκράτες σοσιαλιστές συμμετέχουν, λοιπόν, επίσημα στη βενιζελική εκδοχή της ελληνικής φαντασιακής κοινότητας η οποία στα πλαίσια του Εθνικού Διχασμού, δηλαδή στην εμφύλια σύγκρουση με το φιλομοναρχικό πολιτικό συνασπισμό, φαντάζει επαναστατική στα μάτια τους πιέζοντας οι ίδιοι για μια ακόμα πιο ριζοσπαστική ανάγνωση και διαμόρφωση του χαρακτήρα του ελληνικού έθνους. Παραμένουν στα αριστερά του δημοκρατικού βενιζελισμού· γι’ αυτό άλλωστε μέλη του ΣΕΚΕ αναλαμβάνουν με επίσημη έγκριση της κυβέρνησης Βενιζέλου να συμμετάσχουν στο Συνέδριο των Σοσιαλιστικών Κομμάτων των νικητριών χωρών του Μεγάλου Πολέμου (Λεονταρίτης, 1978).

Η ριζοσπαστικοποίηση του ΣΕΚΕ επιδρά στην ανάγνωση του 1821 και στην πρόσληψη του έθνους

Οι πολιτικές εξελίξεις, δηλαδή η αυταρχική και αντεργατική πολιτική της φιλοαντατικής κυβέρνησης του Ελευθέριου Βενιζέλου σε συνδυασμό με τη νέα εκστρατεία στην Μικρά Ασία, έχουν προκαλέσει ένα σημαντικό ρήγμα στα αριστερά του φιλελεύθερου δημοκρατικού βενιζελισμού και εντός του νέου σοσιαλιστικού κόμματος. Η παρέμβαση των κομμουνιστών στρατιωτών στο μέτωπο και η εμφάνιση παράλληλα μιας αμιγώς αντιπολεμικής τάσης μέσα στο ΣΕΚΕ, η εκστρατεία του ελληνικού στρατού στην Κριμαία (1919), αλλά κυρίως η ήττα στο Μικρασιατικό Μέτωπο (1922), η επίδραση των διεθνιστικών ιδεών της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας μέσω της εβραϊκής Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη συνέβαλαν στην επαναξιολόγηση των θέσεων του ΣΕΚΕ απέναντι στα εθνικά ζητήματα. Οι νέοι κομμουνιστές στο μέτωπο και στην Ελλάδα επιλέγουν να υιοθετήσουν τα αντιπολεμικά «ντεφετιστικά» μπολσεβίκικα συνθήματα διαρρηγνύοντας κάθε σχέση με τη μέχρι τότε «λαϊκοδημοκρατική» παράδοση, ενώ τα λενινιστικά και μπολσεβίκικα κείμενα για τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα δεν μεταφράζονται και ούτε απασχολούν τους Έλληνες τριτοδιεθνιστές. Έτσι, η Μεγάλη Ιδέα, το ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης και εν γένει ο πατριωτισμός θεωρούνται πλέον αντιδραστικά και εθνικιστικά συνθήματα και γενικά αποβάλλονται από την κομμουνιστική ρητορική (Philip, 1992· Λεονταρίτης, 1980· Δάγκας και Αποστολίδης, 1989· Apostolakou, 1997).

Η επανάσταση του 1821 αντιμετωπίζεται ως εθνική απέναντι στον «τουρκικό ζυγό», αλλά και ταξική εκφράζοντας τα οικονομικά συμφέροντα των τότε εμπόρων και τσιφλικούχων. Το ελληνικό έθνος παραμένει μια ενιαία ενότητα η οποία προδίδεται από τις διεφθαρμένες αστικές τάξεις, ενώ συνδέει την απουσία εσωτερικής ελευθερίας και εκμετάλλευσης του εργατικού και αγροτικού λαού, την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων και την πολιτισμική καθυστέρηση με την εξάρτηση της χώρας από τις ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες. Ως εκ τούτου, «από τας ελευθερίας για τας οποίας επολέμησε ο λαός του Εικοσιένα, τίποτε σήμερα δεν μένει». Η ηθικοποιημένη εργατική τάξη, η «ψυχή του ταπεινού εργατικού λαού», ο «νέος κόσμος» που «γεννιέται μέσα στα υγρά υπόγεια των πόλεων και τις καλύβες των αγρών» και όχι οι διεφθαρμένες αστικές τάξεις αποτελούν την ελπίδα για τη σωτηρία του έθνους. Ταυτόχρονα, λόγω της συμμετοχής του ΣΕΚΕ στη Σοσιαλιστική Βαλκανική Ομοσπονδία προστίθεται μια μορφή παμβαλκανικής πρόσληψης της ελευθερίας (Ριζοσπάστης, 25/3/1920). Η εργατική τάξη, λοιπόν, δεν είναι ένα ανταγωνιστικό στοιχείο στο έθνος, αλλά η μόνη υγιής δύναμη η οποία μπορεί να δράσει απελευθερωτικά για χάρη όλου του εθνικού συνόλου.

Μέσα στο 1921 και σε καιρό όξυνσης του πολέμου στο μέτωπο, έλαβαν χώρα συνολικά 50 μεγάλες απεργίες με συμμετοχή 40.000 εργατών. Οι περισσότερες από αυτές καταπνίγηκαν με την επέμβαση του στρατού και της αστυνομίας, με την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου, με συλλήψεις και στρατοδικεία οδηγώντας σε ήττα και απογοήτευση τους εργάτες. Κατάληξη όλων αυτών είναι η δίωξη της ΚΕ του ΣΕΚΕ(Κ) και του Ριζοσπάστη και η όξυνση της τρομοκρατίας τον Νοέμβρη του 1921. Τον Φεβρουάριο του 1922 η σοσιαλιστική ηγεσία του ΣΕΚΕ διακηρύσσει στροφή προς τη νόμιμη πολιτική δράση εγκαταλείποντας την απεργιακή δράση ως άγονη και μη αποτελεσματική. Ωστόσο, η εμπειρία αυτή των τελευταίων χρόνων φαίνεται πως κατασταλάζει και εξελίσσει την αντίληψη για το παρόν πολιτικό καθεστώς και ως εκ τούτου για την επανάσταση του 1821. Η επανάσταση του 1821 παρουσιάζεται σαν μια απάτη των «μικροαστών και των εμπόρων της εποχής» οι οποίοι κατέχοντες την οικονομική ζωή της χώρας «είχον συμφέρον να αποκτήσουν και την πολιτικήν εξουσίαν». Η έννοια του έθνους δεν καλύπτει όλες τις τάξεις, αλλά αποτελείται μόνο από τις εργατικές και λαϊκές τάξεις. Ως εκ τούτου, οι καπιταλιστές αντιμετωπίζονται ως οι νέοι κατακτητές του έθνους καθώς οι αγρότες βρίσκονται σε χειρότερη θέση κάτω από τον «Έλληνα αγά», ενώ οι ελεύθεροι μικροαστοί προλεταριοποιούνται και υποδουλώνονται στους καπιταλιστές. Συνεπώς, ο ελληνικός λαός δεν μπορεί να βρει κάποιο νόημα σε αυτή την επέτειο, αφού η ελευθερία την οποία επόθησαν οι επαναστάτες του 1821 δεν υπάρχει εντός του αστικού καθεστώτος.

Η επέτειος του 1821 χαρακτηρίζεται ως μια μυθιστορία των αστών πανηγυριστών που προσπαθούν να συγκινήσουν τις μάζες επαναλαμβάνοντας για 100 χρόνια αυτή την κωμωδία, αφορά τη δική τους ελευθερία σε βάρος των ελευθεριών του λαού. Ωστόσο, πετιέται εντελώς ο επαναστατικός συμβολισμός της επετείου. Αντίθετα, επανανοηματοδοτείται παρουσιάζοντας τις λαϊκές μάζες έτοιμες για το πυρ ενός νέου «1821» με σκοπό «την ολοσχερή κατάλυσιν όλων των τυραννιών και όλων των τυράννων, τάξεως, φυλής, θρησκεύματος» και την ίδρυση του «μεγάλου Ναού της Παγκόσμιας Ελευθέρας Ανθρωπότητος» (Ριζοσπάστης, 25/3/1922). Οι σοσιαλιστές δεν αρνούνται, λοιπόν, την έννοια του έθνους, αλλά την επανερμηνεύουν. Το έθνος ταυτίζεται με τα λαϊκά εργατικά και αγροτικά στρώματα και η άρχουσα τάξη προσλαμβάνεται ως ο νέος κατακτητής του, διάδοχος του ξένου κατακτητή. Ο νέος εθνικός χαρακτήρας της επαγγελλόμενης επανάστασης θεωρείται πλέον καθαρά η απελευθέρωση από την αστική τάξη.

Το σχήμα Κορδάτου εναντίον των δημοκρατικών και σοσιαλιστών: «αστική ή λαϊκή επανάσταση»

Η ήττα στο Μικρασιατικό Μέτωπο προσδίδει νέα περιεχόμενα στη ρητορική περί εθνικού εχθρού και ταυτόχρονα περί επανάστασης. Η νέα βενιζελική εξουσία αυτοχαρακτηρίζεται «επαναστατική» και εκτελεί ως υπεύθυνους της ήττας έξι εξέχοντα στελέχη του φιλομοναρχικού στρατοπέδου, τρεις πρωθυπουργούς, δύο υπουργούς και έναν αρχιστράτηγο. Ταυτόχρονα, υπόσχεται δημοκρατία και ελευθερία. Με την κατοχύρωση, λοιπόν, του συντάγματος του 1924 το οποίο όριζε την αβασίλευτη κοινοβουλευτική δημοκρατία, η πλειοψηφία των δημοκρατών σοσιαλιστών του αριστερού βενιζελισμού θεωρούν πλέον ότι το πολίτευμα έχει επιλύσει όλα τα αστικά δημοκρατικά ζητήματα. Το ίδιο σταδιακά αρχίζουν να πιστεύουν και αρκετοί σοσιαλιστές οι οποίοι αποσκιρτούν από το ΣΕΚΕ.

Στα 1924 η επέτειος του 1821 ταυτίζεται με την επίσημη ανακήρυξη της Ελληνικής Δημοκρατίας και παρουσιάζεται από τον φιλοβενιζελικό και δημοκρατικό Τύπο, όπως και από την κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, ως διπλή γιορτή. «Άριστον το σύμβολον της συμπτώσεως» γράφει η φιλοβενιζελική εφημερίδα Έθνος σημειώνοντας πως «η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας είναι ο γυρισμός του ελληνικού λαού στο φυσικό του Πολίτευμα» (Έθνος, 26/3/1924, 28/3/1924). Η εφημερίδα Δημοκρατία, επίσημο όργανο του κυβερνητικού κόμματος, συσχετίζει άρρηκτα την Ελληνική με την Γαλλική Επανάσταση, ενώ σε πλήρη αντίθεση με τις κομμουνιστικές αναγνώσεις περί αστικού χαρακτήρα της επανάστασης προσδίδει σαφή λαϊκή φυσιογνωμία στους αγωνιστές του 1821. Το ελληνικό έθνος παρουσιάζεται δημοκρατικό από τη συγκρότησή του στα τέλη του 18ου αιώνα και ύστερα και αντιστασιακό στη φύση του απέναντι σε κάθε τυραννία. Η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας ταυτίζεται με την αδελφοσύνη και την ενότητα, την ελευθερία της συνείδησης και των ιδεών, την ειρήνη, την τάξη και την παραγωγική εργασία και συμπληρώνει το έργο των ηρώων του 21, δικαιώνεται καθώς φτάνει πλέον στο θριαμβευτικό τέλος (Δημοκρατία, 25/3/1924).

Οι κομμουνιστές που επικρατούν σε βάρος των σοσιαλιστών εντός του ΣΕΚΕ(Κ), παρότι χαιρετίζουν την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, έχουν μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Εξάλλου, η εργατική απεργιακή κινητικότητα δέχθηκε ένα μεγάλο χτύπημα τον Αύγουστο του 1923 στο Πασαλιμάνι από τη βενιζελική «επαναστατική κυβέρνηση» επιφέροντας, 11 νεκρούς, απαγόρευση των απεργιών, διάλυση των συνδικάτων, φυλακίσεις, εξορίες και μεγάλη καταστολή σε βάρος διακεκριμένων συνδικαλιστών. Ο Ριζοσπάστης τοποθετείται με ένα άρθρο προφανώς γραμμένο από τον Γιάνη Κορδάτο, διευθυντή της εφημερίδας και μέλος της ηγεσίας του κόμματος. Σε αυτό διαγράφεται για πρώτη φορά το σχήμα του σημαντικού αυτού διανοούμενου. Η διαφορά είναι σαφής σε σχέση με την αστική δημοκρατική αστική αφήγηση: η επανάσταση του 1821 δεν ήταν ταξικά και κοινωνικά λαϊκή, δεν αφορά τις εργατικές και λαϊκές τάξεις, αλλά ταξικά και κοινωνικά αστική. Ωστόσο, υπάρχει μια κοινή ανάγνωση, η αναγνώριση της ολοκλήρωσης του αστικού δημοκρατικού ζητήματος που τέθηκε το 1821 και πραγματοποιήθηκε το 1924. Απλά, στους μεν σημαίνει πραγμάτωση του ιδανικού της ελευθερίας και στους δε πραγμάτωση της αστικής ελευθερίας και διαιώνιση της εργατικής και αγροτικής σκλαβιάς. Η πτώση της βασιλείας δεν πρέπει να γίνεται με ψηφίσματα, αλλά στον δρόμο και να οδηγεί στην αγχόνη, ενώ πρέπει να συνοδεύεται με άλλες κοινωνικές ριζικές μεταρρυθμίσεις. Συνεπώς, αποτελεί εκκρεμότητα το εργατικό 1821 (Ριζοσπάστης, 25/3/1924).

Τους επόμενους μήνες και μέσα σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο ο Γιάνης Κορδάτος κυκλοφορεί το βιβλίο που φαίνεται ότι ήδη γράφει με τίτλο Η κοινωνική σημασία της επανάστασης του 1821. Ο Κορδάτος προσπαθεί εντελώς μηχανιστικά να εντοπίσει την τάξη που απετέλεσε την επαναστατική πρωτοπορία του 1821, έχοντας ως υπόδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση και τον επαναστατικό ρόλο των Γάλλων αστών. Σε αυτή την προσέγγιση ρητά αντιγράφει την προσέγγιση των Μαρξ-Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ενώ εν πολλοίς βασίζεται στο βιβλίο του Γκ. Ι. Μπρόιντο, Λαϊκού Επιτρόπου των Εθνοτήτων της Σοβιετικής Ένωσης, Το εθνικό ζήτημα κάτω από το φως του μαρξισμού. Το κύριο αποτέλεσμα της μεθοδολογικής επιλογής του Κορδάτου είναι το συμπέρασμα πως η Ελληνική Επανάσταση ήταν «αποκλειστικώς έργον» της αστικής τάξης. Χαρακτηρίζοντας τους κοτζαμπάσηδες, τους Φαναριώτες και την Εκκλησία ως φεουδαρχική αριστοκρατία, υποστήριζε ότι τοποθετήθηκαν εναντίον της επανάστασης. Θεωρώντας ότι η αγροτική τάξη δεν είχε συγκροτηθεί, την αντιμετώπιζε ως παθητικό όργανο της αστικής τάξης. Η Ελληνική Επανάσταση, κατά τον Κορδάτο, ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα των «πολέμων» που περιέγραφε ο Λένιν στην μπροσούρα Σοσιαλισμός και πόλεμος: Ήταν εξέγερση και κατά της τουρκικής τυραννίας, του ξένου δυνάστη και πάλη που στρεφόταν ενάντια στο φεουδαρχισμό (Μπουμπούς, 1996:79· [Μπρόιντο], 1925· Παναγιωτίδης, 2015). Η πιο σημαντική πλευρά του σχήματος του Κορδάτου είναι ότι η αστική τάξη, παρότι συγκρούστηκε με τους Έλληνες γαιοκτήμονες-φεουδάρχες, στη συνέχεια ζήτησε τη συνδρομή της στη σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τελικά συμβιβάστηκε με αυτήν σε βάρος των αγροτών και των φτωχών εργατών. Από το 1880 κι έπειτα, θεωρεί ότι η παλιά αστική τάξη μετασχηματίζεται σε κεφαλαιοκρατική και αντιδραστικοποιείται καθώς σταδιακά η πάλη των τάξεων μετατίθεται ανάμεσα στην αστική και εργατική τάξη. Τέλος, υποστηρίζει ότι κατά την περίοδο 1912-1922 η ελληνική κεφαλαιοκρατική τάξη «έπαιξε τον ρόλον του ιμπεριαλισμού». Θεωρεί, λοιπόν, ότι ο προοδευτικός χαρακτήρας της έχει προ πολλού χαθεί, όπως διεθνώς συμβαίνει με τις εθνικές αστικές τάξεις των άλλων χωρών και, συνεπώς, «μόνον η οργανωμένη εργατική τάξις είναι σήμερα τάξις προοδευτική», εμπνέεται από τον κομμουνισμό, τον διεθνισμό, πολεμάει τη φρίκη των ιμπεριαλιστικών πολέμων και μέσα από την κοινωνική επανάσταση θα γίνει «και ο ελευθερωτής όλων των καταπιεζομένων μαζών» (Μηλιός, 1994).

Σημαντική εξέλιξη, επίσης, στα τέλη του 1924 είναι η «μπολσεβικοποίηση» του ΣΕΚΕ και ο μετασχηματισμός του σε ΚΚΕ με νέο γραμματέα τον Παντελή Πουλιόπουλο. Η νέα ηγεσία αποδέχεται την απαίτηση της ΒΚΟ και ΚΔ να υιοθετηθεί από όλα τα εθνικά βαλκανικά ΚΚ η θέση του ΚΚΒ για την αυτονόμηση της Μακεδονίας και της Θράκης στην προοπτική μιας Συνομοσπονδίας των Βαλκανικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών. Από αυτή την άποψη, η λογική των εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων δεν ήταν ένα πολιτικό εργαλείο ξένο προς την κομμουνιστική Αριστερά. Το αντίθετο, το ΚΚΕ έθετε εθνικοαπελευθερωτικό ζήτημα για τη σλαβομακεδονική εθνότητα της ελληνικής επικράτειας. Ωστόσο, αυτό το σύνθημα ενέτασσε τους Έλληνες κομμουνιστές του ΚΚΕ σταθερά σε διεθνιστικούς επαναστατικούς προσανατολισμούς και όχι εθνικοπατριωτικούς. Ο Κορδάτος διαφωνεί με αυτό το σύνθημα εκτιμώντας ότι δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για ένα σλαβόφωνο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα σε Μακεδονία και Θράκη. Σύντομα, οδηγείται στην αντιπολίτευση και το 1927 διαγράφεται με την κατηγορία του «τροτσκιστή».

Οι αντιδράσεις στο έργο του Γιάνη Κορδάτου ήταν έντονες. Πρώτα πρώτα αποτέλεσε αντικείμενο σκληρής πολεμικής από τους παραδοσιακούς διανοούμενους του ελληνικού εθνικισμού, ενώ ακόμα και η Ιερά Σύνοδος της Ελληνικής Εκκλησίας συζήτησε το ενδεχόμενο αφορισμού του (Μπουμπούς, 1996: 118-153). Στα πλαίσια του κομμουνιστικού στρατοπέδου, οι περισσότεροι διανοούμενοι, όπως οι λογοτέχνες Κώστας Παρορίτης και Πέτρος Πικρός, αλλά και το ΚΚΕ μέσω του Ριζοσπάστη και της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης, υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό το βιβλίο. Ωστόσο, κάποιοι κομμουνιστές διανοούμενοι, όπως ο Ανδρόνικος Χαΐτάς, γραμματέας του ΚΚΕ την περίοδο 1927- 1931, και ο Κώστας Σκλάβος, διευθυντής της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης, ο οποίος διαγράφτηκε το 1927, παρουσίασαν μικρές διαφορετικές προσεγγίσεις οι οποίες προσιδίαζαν περισσότερο στο σχήμα των παλιών σοσιαλιστών του ΣΕΚΕ (Μπουμπούς, 1996: 154-159).

Φαίνεται μάλιστα ότι το επετειακό άρθρο στον Ριζοσπάστη του 1926 είναι μάλλον του Κώστα Σκλάβου. Σε αυτό προσλαμβάνει το ελληνικό έθνος με θετικό πρόσημο το οποίο η σύγχρονη αστική τάξη πρόδωσε πουλώντας τη χώρα στον βρετανικό ιμπεριαλισμό, ενώ ταυτόχρονα εξωραΐζει την αστική τάξη της επαναστατικής εποχής. Ο Σκλάβος δεν θεωρεί ότι η επανάσταση ήταν μόνο έργο της αστικής τάξης, αλλά την υποστήριξαν συνειδητά και οι άλλες τάξεις προσδοκώντας οφέλη από την εθνική απελευθέρωση, όπως απελευθέρωση από τη δουλοπαροικία και παραχώρηση γης στους αγρότες. Ωστόσο, αυτές οι τάξεις που έμειναν μετά την επανάσταση εκτός εξουσίας είδαν τις ελπίδες τους να διαψεύδονται (Ριζοσπάστης, 25/3/1926). Το επετειακό άρθρο στον Ριζοσπάστη του 1928 βρίσκεται επίσης κοντά στην ανάλυση του Σκλάβου και επιμένει σε μια λογική κριτικής οικειοποίησης της επετείου. Η αστική τάξη δε νομιμοποιείται να γιορτάζει γιατί πλειοδοτεί στην υποδούλωση στους Άγγλους, ενώ «οι εργάτες ξέρουν πως ακόμα το έργο της απελευθέρωσης δεν τελείωσε». Με αυτή την έννοια υπονοεί πως με την επανάσταση του 1821 ξεκίνησε το έργο της απελευθέρωσης (Ριζοσπάστης, 25/3/1928). Η θέση του Κώστα Σκλάβου φαίνεται ότι ταίριαζε στη λογική του ΚΚΕ όταν αυτό εφάρμοζε την πολιτική του ενιαίου μετώπου και πρότασσε το σύνθημα για μια «πραγματική δημοκρατία», σύνθημα κοντά στις θέσεις των σοσιαλιστών.

Οι κύκλοι των διανοουμένων της σοσιαλιστικής Αριστεράς, αλλά και της δημοκρατικής διανόησης, αρθρογραφώντας κυρίως στη φιλοβενιζελική εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα αναγνωρίζουν ως θετική τη συμβολή μιας υλιστικής και επιστημονικής ανάγνωσης της επανάστασης του 1821, αλλά επιμένουν πως υπάρχει από την επαύριον κιόλας της άλωσης της Κωνσταντινούπολης ένα ενιαίο εθνικό φρόνημα του υπόδουλου ελληνισμού, το οποίο και θεωρείται ως η κύρια αιτία για το ξέσπασμα της επανάστασης. Την περίοδο 1927-1930 η συζήτηση γύρω από την επανάσταση του 1821 εντείνεται ανάμεσα σε αριστερούς και συντηρητικούς διανοούμενους. Ωστόσο, μέσα από αυτή τη συζήτηση έχει συγκροτηθεί μια αυστηρή «γεωγραφία» απόψεων από την εθνικιστική Δεξιά ως την κομμουνιστική Αριστερά (Μπουμπούς, 1996:154-177). Η εθνικιστική Δεξιά παρουσιάζει την επανάσταση κυρίως εθνική, το δημοκρατικό Κέντρο ως εθνική και συνάμα δημοκρατική που ολοκληρώνεται το 1924, ενώ η σοσιαλιστική Αριστερά θεωρεί πως ήταν εθνική-δημοκρατική με τη συμμετοχή όλου του λαού, αλλά προδόθηκε από την αστική τάξη. Η κομμουνιστική Αριστερά κυμαίνεται σε δύο αντιλήψεις, ανάμεσα στου Κορδάτου και του Σκλάβου, αλλά καταλήγει στη θέση του πρώτου.

Συγκεκριμένα, η «στροφή» προς μια ακραία υπερεπαναστατική τακτική, τη λεγόμενη «τριτοπεριοδική πολιτική», αντανακλάται στα σχετικά επετειακά άρθρα για το 1821. Από το 1929 μέχρι το 1933, δηλαδή λίγο πριν τη νέα «στροφή» του ΚΚΕ, ο Ριζοσπάστης αντιμετωπίζει την επέτειο με έναν κοινό πάνω-κάτω τρόπο, βασισμένο στο σχήμα του Κορδάτου. Συνήθως επιμένει στην απαξίωση και την καταγγελία της επετείου σαν εθνικιστική και φασιστική φιέστα, ενώ αμφισβητεί την ίδια την έννοια του έθνους σαν σχέδιο της αστικής τάξης να πείσει τις μάζες ότι αποτελούν έναν «Λαό, ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο, που πρέπει να αντικρούση ενωμένο και αδιάσπαστο τον εχθρό», «τέκνα μιας “πατρίδος” της “ενδόξου και μεγάλης ελληνικής πατρίδος”». Για παράδειγμα, στην επέτειο του 1929, το ΚΚΕ οργάνωσε και ο Ριζοσπάστης παρουσίασε στο πρωτοσέλιδο μια άλλη επέτειο, εκείνη της Κομμούνας του Παρισιού. Ο ανταγωνιστικός συμβολισμός σαφής: οι αστοί και οι εργάτες τιμούν ξεχωριστά ο καθένας τη δική του επέτειο (Ριζοσπάστης, 25/3/1929).

Το επετειακό άρθρο του 1930 έχει ως θέμα την εκμετάλλευση και την καταπίεση των Ελλήνων εργαζομένων μετά από 100 χρόνια ελευθερίας. Αντίστοιχα, το άρθρο του 1932 παρουσιάζει την επέτειο ως «μέρα χαράς, μέρα πανηγυρισμού για τη μπουρζουαζία», ενώ «για την εργατική τάξη και για τους φτωχούς χωρικούς είναι σύμβολο καταπίεσης, εκμετάλλευσης, σκλαβιάς». Στόχος της νέας επανάστασης δεν θα είναι να κυματίζει ελεύθερα η κυανόλευκη σημαία, αλλά η κόκκινη σημαία. Στο άρθρο του 1933 ο Ριζοσπάστης καταγγέλλει τις εθνικιστικές επιδείξεις φασισμού και τον κίνδυνο ενός νέου πολέμου. Γι’ αυτό καλεί την εργατική τάξη να σαμποτάρει «τις γιορτές, τις παράτες, τις παρελάσεις κι επιδείξεις για την εθνική απελευθέρωση». Συνολικά, το ΚΚΕ αποστασιοποιείται ακόμα πιο ρητά από την επανάσταση του 1821 θεωρώντας μάλιστα ότι με την επέτειο η μπουρζουαζία πανηγυρίζει τη δική της απελευθέρωση όχι σε βάρος των Τούρκων, αλλά σε βάρος της ελευθερίας των εργατών και των αγροτών (Ριζοσπάστης, 25/3/1930, 25/3/1933).

Η εκδοχή του Νίκου Ζαχαριάδη: «το ταξικό έθνος των Ρωμιών»

Τη νέα επίσημη άποψη του Κομμουνιστικού Κόμματος για την επανάσταση του 1821 όμως μπορεί να διαβάσει κανείς στα 1932 σε ένα άρθρο του νέου γραμματέα Νίκου Ζαχαριάδη. Ο Ζαχαριάδης διαχωρίζει πλήρως τον αρχαίο ελληνικό κόσμο από τους σύγχρονους «Ρωμιούς» υιοθετώντας την εθνολογική προσέγγιση των «δημοτικιστών» και συγκεκριμένα του λογοτέχνη Αργύρη Εφταλιώτη. Οι «δημοτικιστές» ήταν φιλελεύθεροι διανοούμενοι που υποστήριζαν τη χρήση της καθημερινής γλώσσας και όχι την αρχαΐζουσα γλώσσα όπως συνέβαινε στην Ελλάδα μέχρι το 1974. Αυτοί αρνήθηκαν το όνομα «Έλληνες» και υιοθέτησαν τον όρο «Ρωμιοί» για τον σύγχρονο ελληνικό λαό υποστηρίζοντας την ιστορική εθνολογική συνέχεια με τον λαό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μέσα από αυτό το πρίσμα ο κομμουνιστής ηγέτης υποστήριξε ότι η αστική πρωτοπορία των Ρωμιών ίδρυσε τη Φιλική Εταιρεία, ακολουθώντας το παράδειγμα των Καρμπονάρων και προετοίμασε ιδεολογικά την επανάσταση και το εθνικό κίνημα το 1821. Ο ίδιος τονίζει ως θετικά στοιχεία της Φιλικής Εταιρείας τα τρομοκρατικά μέσα που έχουν επιβληθεί ενάντια σε προδότες και αποστάτες και τα επιτυχημένα συνθήματα που κινητοποίησαν τους αγρότες. Ωστόσο, όταν επικράτησε η επανάσταση, η αστική τάξη των Ρωμιών συνθηκολόγησε με τους γαιοκτήμονες και το Πατριαρχείο, ενώ είχε υιοθετήσει τη Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή το όραμα της επέκτασης του σύγχρονου ελληνικού κράτους στα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με τη νίκη της επανάστασης του 1821, οι εργαζόμενοι Έλληνες δεν κέρδισαν την ελευθερία τους, αλλά βρήκαν αντικαταστάτη στο μαστίγιο. Ως εκ τούτου, η επέτειος του 1821 είναι μια γιορτή της αστικής τάξης, προκειμένου να κοιμίσει τους εργάτες. Εξάλλου πλέον «ο αιώνιος εχθρός της αστικής τάξης δεν είναι τώρα οι Βούλγαροι και Τούρκοι, αλλά το ελληνικό προλεταριάτο και οι αγρότες και οι εργαζόμενοι της Σοβιετικής Ένωσης». Έτσι, το μήνυμα της επετείου του 1821 είναι εχθρικό προς τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Η προσέγγιση του Νίκου Ζαχαριάδη βασίζεται εν πολλοίς στο σχήμα του Κορδάτου, αλλά προσθέτει μια εντελώς διαφορετική εθνολογική ματιά. Ουσιαστικά είναι ένα νέο σχήμα. Σε κάθε περίπτωση εκφράζει την εποχή του συνθήματος «της τάξης εναντίον τάξης» εντός του ΚΚΕ καθώς παρουσιάζει την αστική τάξη και τον πατριωτισμό ως απόλυτα εχθρικά σύμπαντα στην ιδεολογία της εργατικής τάξης. Τέλος, η εθνολογική προσέγγιση του Ζαχαριάδη ενδεχομένως να εκφράζει περισσότερο τους Μικρασιάτες πρόσφυγες από τους οποίους αντλούσε κυρίως μέλη το ΚΚΕ και στους οποίους το βυζαντινό παρελθόν και η ταυτότητα του Ρωμιού παρέμενε πιο ζωντανή. Αν λάβει κανείς υπόψη τον αποκλεισμό των προσφύγων από την οικονομική και πολιτική ζωή, αλλά και τη σύγκρουση με το ελλαδικό στοιχείο, τότε η εθνολογική προσέγγιση του επίσης πρόσφυγα Ζαχαριάδη προσδίδει στην ταξική διαπάλη ένα εθνολογικό χρώμα. Αποτελεί μια διαφορετική ταξική ανάγνωση του εθνολογικού χαρακτήρα της ελληνικής φαντασιακής κοινότητας. Η εθνολογική χρήση της ρωμιοσύνης θα επανέλθει στην αριστερή προσέγγιση της ελληνικής φαντασιακής κοινότητας κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Η αρχειομαρξιστική προσέγγιση

Τον 1931 δημοσιεύεται στην Πάλη των Τάξεων, την εφημερίδα της ΚΟΜΛΕΑ, μια σειρά ανυπόγραφων άρθρων με τίτλο «Η Ελληνική επανάσταση του 1821». Σύμφωνα με αυτά ο ιστορικός υλισμός μπορεί να βοηθήσει την εργατική τάξη να αντλήσει από την επανάσταση «διδάγματα ωφέλιμα για την επιτυχέστερη κατεύθυνση των σημερινών αγώνων». Συγκεκριμένα, ο αρχειομαρξισμός αντιλαμβάνεται την ύπαρξη μιας ενιαίας ελληνικής εθνικής ιστορίας-φαντασιακής κοινότητας στην οποία η εργατική τάξη έχει θέση. Συγκεκριμένα, οι αρχειομαρξιστές επιχειρούν να οικειοποιηθούν και να ενσωματώσουν με έναν τρόπο την επανάσταση του 1821 στο δικό τους επαναστατικό πρόταγμα, λόγο και αφήγηση. Ακόμα είναι αξιοσημείωτη η πεποίθηση ότι υπάρχει συγκροτημένη πολύ πριν την επανάσταση μια «υπόδουλη Ελλάδα» στους Τούρκους. Ως εκ τούτου, ο αρχειομαρξισμός αναγνωρίζει τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα της επανάστασης, καθώς «χάρισε τη λευτεριά στους Έλληνες» (Πάλη των Τάξεων, 27/3/1931). Η εργατική συνείδηση συμμετέχει, λοιπόν, στην ελληνική συνείδηση και η συμμετοχή αυτή δεν θεωρείται ασύμβατη με τον δεδηλωμένο διεθνισμό, αλλά αντίθετα διά της επανάστασης του 1821 συμβατή με το επαναστατικό όραμα. Οι αρχειομαρξιστές με αυτό τον τρόπο δεν απομακρύνονται από την εθνικοαπελευθερωτική επαναστατική παράδοση της παλιάς ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Από αυτή την άποψη βρίσκονται πιο κοντά στο σχήμα του Σκληρού και του Σκλάβου παρά σε εκείνο του Κορδάτου ή και του Ζαχαριάδη (Πάλη των Τάξεων, 3/4/1931). Ωστόσο, ο αρθρογράφος πλησιάζει περισσότερο τον Κορδάτο όταν κάνει ευθεία αναγωγή στη Γαλλική Επανάσταση και αντιλαμβάνεται την Ελληνική Επανάσταση ως σύγκρουση της αστικής τάξης με τον φεουδαρχισμό, ενώ αρνείται σε αυτή τη συμμετοχή του κλήρου και των κοτζαμπάσηδων.

Το αρχειομαρξιστικό άρθρο υπερτονίζει και εξυμνεί τον καθοδηγητικό ρόλο της Φιλικής Εταιρείας θεωρώντας τον καθοριστικό για τη νίκη, ενώ ιδιαίτερη μνεία κάνει για την επινόηση και την προβολή του μύθου της «Αόρατης Αρχής» και της ρωσικής υποστήριξης. Στο σημείο αυτό διαφαίνεται άρρητα η πρόθεση ταύτισης με τη Φιλική Εταιρία και η ανάδειξή της ως ελληνικό ιστορικό πρότυπο για την Αρχειομαρξιστική Οργάνωση. Η Φιλική Εταιρεία παρουσιάζεται σαν ένα ελληνικό ιστορικό μοντέλο ίσης αξίας με το μπολσεβίκικο κόμμα του Λένιν και περιγράφεται με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να ταιριάζει με την αρχειομαρξιστική αντίληψη, πρακτική και κουλτούρα για τις επαναστατικές οργανώσεις· δηλαδή, οι αρχειομαρξιστές θεώρησαν ότι οι ίδιοι ήταν η σύγχρονη Φιλική Εταιρεία. Και δεν είχαν πολύ άδικο. Η αρχειομαρξιστική οργάνωση μέχρι το 1930, δηλαδή μέχρι τη σύνδεση με τη Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση όταν υιοθέτησε τη λενινιστική δομή, έμοιαζε περισσότερο με μια μυστική επαναστατική εταιρεία του 19ου αιώνα, όπως εκείνη των Καρμπονάρων, και όχι σαν ένα σύγχρονο μπολσεβίκικο κόμμα. Η ιεραρχία βασιζόταν στη μόρφωση και δεν υπήρχαν δημοκρατικές διαδικασίες, η ηγεσία δεν εκλεγόταν από κάποιο συλλογικό σώμα, ενώ ο ηγέτης της Δημήτρης Γιωτόπουλος, ο οποίος αποκαλούνταν η «Εργασία», καλλιεργούσε ένα μύθο για τον εαυτό του, όπως ακριβώς μια Αόρατη Αρχή. Μάλιστα, οι αρχειομαρξιστές κατηγορούνταν συχνά από τους αντιπάλους τους για αυτά τα χαρακτηριστικά τους.

Στα υπόλοιπα σημεία η αρχειομαρξιστική προσέγγιση δεν διαχωρίζεται από τις κατά Κορδάτο κομμουνιστικές αναγνώσεις της ελληνικής ιστορίας. Με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, η ελληνική αστική τάξη κατέκτησε την εξουσία· όμως, η δημοκρατία αυτή δεν ωφέλησε την εργατική τάξη, καθώς η ελευθερία των αστών έχει πλέον διαφορετικό νόημα και σημαίνει «ελευθερία» για την εκμετάλλευση των εργατών (Πάλη των Τάξεων, 10/4/1931). Ως εκ τούτου, μια νέα προλεταριακή επανάσταση είναι αναγκαία βασισμένη τόσο στη διεθνή πείρα όσο και στην ελληνική παράδοση. Σε αυτό το σχήμα που προβάλλει η Πάλη των Τάξεων το εθνικό, απελευθερωτικό και αστικό δημοκρατικό στάδιο θεωρείται αναγκαία ιστορική διαδικασία που όμως ολοκληρώθηκε εμφανίζοντας νέες ανάγκες και προτάγματα. Με αυτό τον τρόπο, ο αρχειομαρξισμός δεν αρνείται εν γένει τις εθνικές και αστικές διεκδικήσεις, αλλά τις ιστορικοποιεί. Αυτή η ιστορικοποίηση επιτρέπει στους αρχειομαρξιστές να υποστηρίζουν εθνικο-απελευθερωτικά αιτήματα σε σύγχρονες περιπτώσεις είτε αφορούν άλλες χώρες είτε αφορούν ελληνικά κινήματα, όπως π.χ. στην περίπτωση του Κυπριακού Ζητήματος, δηλαδή του κινήματος εναντίον της βρετανικής κατοχής που παρουσιάζει έξαρση στα 1931 (Πάλη των Τάξεων, 27/10/1931, 13/11/1931).

Για τους αρχειομαρξιστές πολύ γρήγορα το «εθνικό» ζήτημα ταυτίζεται ολοκληρωτικά με το «εθνικιστικό» και σταδιακά με τον «φασισμό». Έτσι, την 25 Μαρτίου 1933 δεν θα υπάρχει κάποιο άρθρο που θα επιχειρεί να εντάξει τον αγώνα της ανεξαρτησίας στην ελληνική επαναστατική παράδοση, αλλά ένα άρθρο εναντίον του εθνικισμού και της έννοιας της πατρίδας. Όπως ακριβώς το ΚΚΕ, θεωρούν την επέτειο αποκλειστικά γιορτή της πατρίδας των αστών με την οποία ρητά θεωρούν ότι «οι μάζες των καταπιεσμένων δεν έχουν καμία σχέση», ενώ αντίθετα «τη μισούν γιατί είναι η πατρίδα των εχθρών τους», «η ταξική πατρίδα των εκμεταλλευτών και των δολοφόνων τους». Καταγγέλλουν την επέτειο γιατί με τις παρελάσεις και τις στολές κάτω από την επίδραση του «χιτλερισμού» αποκτάει σύγχρονο φασιστικό χαρακτήρα. «Πατρίδα δική τους, τμήμα της παγκόσμιας πατρίδας των εργατών, η Ελλάδα θα γίνει μόνο όταν το προλεταριάτο πάρει στα χέρια του την εξουσία για ν’ ανοίξει το δρόμο προς το σοσιαλισμό. Πατρίδα δική τους σήμερα είνε μονάχα η Σοβιετική Ρωσσία» (Πάλη των Τάξεων, 25/3/1933).

Η αλλαγή παραδείγματος

Το ΚΚΕ στα μέσα της δεκαετίας θα αλλάξει συνολικά στρατηγική κατεύθυνση ακολουθώντας την ΚΔ. Εκτιμάει πως η επικείμενη επανάσταση θα έχει πρώτα αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα και ότι στην πορεία πρόκειται να μετατραπεί σε σοσιαλιστική επανάσταση. Το ΚΚΕ πλέον διεκδικεί την ηγεμονία από τα αστικοτσιφλικάδικα κόμματα και θέτει το ζήτημα της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας από τον ελληνικό φασισμό, της εθνικής ανεξαρτησίας-ελευθερίας της χώρας απέναντι στη διπλή εξάρτηση από ντόπιο και ξένο κεφάλαιο και της ακεραιότητάς της σε μια ενδεχόμενη επίθεση από τον ξένο φασισμό. Οι αστικοδημοκρατικές ελευθερίες θεωρούνται ότι δεν έχουν ακόμα κατακτηθεί, χρειάζεται λαϊκό ενιαιομετωπικό δημοκρατικό-αντιφασιστικό μέτωπο εναντίον του μοναρχισμού-φασισμού για ένα λαοκρατικό-δημοκρατικό ξεκαθάρισμα της εσωτερικής ζωής της χώρας.

Σε αυτή τη βάση το ΚΚΕ επανερμηνεύει την επανάσταση του 1821 και όλης της ριζοσπαστικής αστικοδημοκρατικής δραστηριότητας των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του 19ου αι. Ο Γιάννης Ζέβγος (ψευδώνυμο του Γιάννη Ταλαγάνη), μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ εξαπολύει στα τέλη του 1933 μετωπική επίθεση ενάντια στον Γιάνη Κορδάτο και το έργο του. Δεν είναι οι προοδευτικοί αστοί έμποροι που έκαναν την επανάσταση του 1821, όπως υποστήριζε ο Κορδάτος, αλλά, όπως πιστεύει πλέον ο Ζέβγος, ο ένοπλος λαός με τα αντάρτικα σώματά του σε σύγκρουση με τους προδότες των εθνικών συμφερόντων αστούς και κοτζαμπάσηδες, σε αντιπαράθεση με τη «Μεγάλη Ιδέα». Ούτε επίσης η αστική επανάσταση είχε πραγματοποιηθεί και άρα μια σειρά από αστικοδημοκρατικά ζητήματα παραμένουν άλυτα. Ο Ζέβγος θα επιχειρήσει να δώσει το δικό του ταξικό εξηγητικό σχήμα για την Ελληνική Επανάσταση θέτοντας στο επίκεντρο το υποκείμενο «λαός». Ακολουθεί μια έντονη διαμάχη ανάμεσα σε Ζέβγο και Κορδάτο με ανταλλαγή κειμένων με έντονους προσωπικούς αφορισμούς (Μπουμπούς, 1996: 196-202).

Ουσιαστικά, στο επετειακό φύλλο της 25 Μαρτίου 1936, λίγες ημέρες πριν από τη μεγάλη εργατική εξέγερση στη Θεσσαλονίκη, είναι σε θέση κανείς να αναγνώσει την πλήρη αποκρυστάλλωση της νέας προσέγγισης του 1821. Το ΚΚΕ, υιοθετώντας πλήρως το εθνικό αφήγημα, πανηγυρίζει στο πρωτοσέλιδο άρθρο για τα «εκατοδεκαπέντε χρόνια… απ’ τη μέρα που οι σκλάβοι Έλληνες σήκωσαν τη σημαία της εθνικής απελευθέρωσης και κήρυξαν την επανάσταση ενάντια στους τυράννους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Οι καταπιέσεις και η βία τόσο των Οθωμανών όσο και των εμπόρων σε βάρος των δούλων ξύπναγαν «σιγά-σιγά τον πόθο της “λευτεριάς” και ταυτόχρονα “έπλαθαν” και “διαμόρφωναν” τη “νεοελληνική εθνική συνείδηση”». Οι κλέφτες θεωρούνται οι κύριοι φορείς της επανάστασης, η Φιλική Εταιρία χαρακτηρίζεται σαν «το κόμμα της επανάστασης». Όμως, «η λαϊκή δημοκρατική κληρονομιά» προδόθηκε καθώς απ’ την επανάσταση του 1821 η Ελλάδα δεν βγήκε με λαϊκό δημοκρατικό πολιτικό καθεστώς αλλά επιβλήθηκε το «αστικοτσιφλικάδικο κράτος» και ο ζυγός «των ξένων προστάτιδων δυνάμεων». Ο λαός ωστόσο συνέχισε τους αγώνες του με σκοπό «να συμπληρώσει την εθνική του απελευθέρωση με τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό της χώρας». Η «λαϊκή ψυχή» καταλαβαίνει ότι η σημερινή Ελλάδα «είνε τ’ αντίθετο απ’ αυτό που συνέλαβαν οι ηρωικοί αγωνιστές του 1821» και, ως εκ τούτου, «η επαναστατική κληρονομιά του 1821 ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην εργατική τάξη, στον εργαζόμενο λαό» που μέσα «απ’ την απέραντη δυστυχία και το μεγάλο πόνο της δημιουργεί, πλάθει, φουντώνει το νέο επαναστατικό ξεσήκωμα». Η εργατική τάξη γέννησε το ΚΚΕ και αυτό δεν υστερεί σε αγώνες και θυσίες από τους ήρωες του 1821 κηρύττοντας «τη δεύτερη λαϊκή επανάσταση» που θα ολοκληρωθεί με τη νίκη της «Εργατοαγροτικής Σοβιετικής Δημοκρατίας» (Ριζοσπάστης, 25/3/1936).

Στις επόμενες σελίδες του Ριζοσπάστη ακολουθούν μια σειρά από αφιερώματα στο 1821, μεταξύ άλλων και ένα άρθρο του ποιητή Κώστα Βάρναλη με τίτλο «Το αληθινό νόημα της Εθνικής Γιορτής», σύμφωνα με το οποίο μόνο όταν πάρει ο λαός στα χέρια του την κοινωνική πραγματικότητα θα ξαναπάρει πίσω την επέτειο από τους «αντεπαναστάτες». Το άρθρο αυτό διαφοροποιείται κατά ένα τρόπο από το πρωτοσέλιδο καθώς θεωρεί ότι ακόμα η επέτειος παραμένει οικειοποιημένη από τον εχθρό (Ριζοσπάστης, 25/3/1936). Ακολουθεί ένα κείμενο του Γιάννη Ζέβγου με τίτλο «Οι λαϊκές μάζες στα 1821» και ένα άλλο του Κώστα Καρβούνη «Η Φιλική Εταιρεία». Στο πρώτο οι λαϊκές μάζες παρουσιάζονται να έχουν την πρωτοκαθεδρία της εξέγερσης με τους εμποροκοτζαμπάσηδες να εξαναγκάζονται να ακολουθήσουν, ενώ στο δεύτερο «οι οργανωτές της Φιλικής Εταιρείας» θεωρούνται «συνδεδεμένοι με το λαό» (Ριζοσπάστης, 25/3/1936). Αξιοσημείωτο είναι ότι το κείμενο του Ζέβγου δεν καταλήγει με όραμα μια σοβιετική, αλλά μια λαοκρατική επανάσταση. Θα μπορούσε, λοιπόν, κάποιος να παρατηρήσει πως στα τρία άρθρα (πρωτοσέλιδο, Βάρναλη, Ζέβγου) υπάρχουν κάποιες ελαφρές διαφοροποιήσεις.

Στα 1934 ο Παντελής Πουλιόπουλος, ηγέτης της τροτσκιστικής οργάνωσης Σπάρτακος θα ασκήσει με το βιβλίο του Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα; κριτική στη «νέα γραμμή» του ΚΚΕ βασισμένος εν πολλοίς στο σχήμα Κορδάτου (Πουλιόπουλος, 1934). Την ίδια χρονιά η ΚΟΜΛΕΑ θα διασπαστεί και η πλειοψηφία της αρχειομαρξιστικής οργάνωσης ακολουθώντας τον Γιωτόπουλο θα μετονομαστεί σε ΚΑΚΕ (Κομμουνιστικό Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδας). Μπροστά σε αυτή τη φανερά πατριωτική στροφή του ΚΚΕ η αρχειομαρξιστική οργάνωση αισθανόταν την ανάγκη να πάρει κάποια απόσταση. Ήδη από το 1933 είχε υιοθετήσει μια ανοιχτά διεθνιστική προσέγγιση του ζητήματος της πατρίδας· στα 1936 κατήγγειλε το ΚΚΕ «ότι καταπροδίνει τους εργάτες» γιατί «οι αληθινοί κομμουνιστές δεν έχουν τίποτε το κοινό με τους ήρωες του 21». Αντίθετα, «έχουν την υποχρέωση να παλαίψουν κατά των ιδεών για τις οποίες εκείνοι εθυσιάσθησαν γιατί οι ιδέες του 21 δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα όπως θα την δηλητηρίαζαν και τα κουφάρια τους αν η σήψη δεν τα είχε αποσυνθέσει» (Εστία, 11/1/1936).

Ο Ριζοσπάστης με άρθρο του Ζαχαριάδη καταγγέλλει την αρχειομαρξιστική αυτή προσέγγιση του 1821, σημειώνοντας πως αποβλέπει να αποξενώσει τους κομμουνιστές απ’ τις επαναστατικές παραδόσεις του ελληνικού λαού και να αποδείξει ότι ο κομμουνισμός δεν έχει καμία σχέση με την ιστορία, την ανάπτυξη, την ύπαρξη του ελληνικού λαού. Μάλιστα, συγκρίνει αυτές τις απόψεις με την αντικομμουνιστική ρητορική της φασίζουσας εφημερίδας Εστία, η οποία σύμφωνα με το κομμουνιστικό έντυπο προσπαθεί με ανάλογη επιχειρηματολογία να πείσει τον λαό ότι «ο κομμουνισμός εκπροσωπεί ιδέες παρμένες απ’ το εξωτερικό που δεν μπορεί να ενδιαφέρουν τους εργαζόμενους της Ελλάδας». Πράγματι, η εφημερίδα Εστία ειρωνεύεται τη στροφή του ΚΚΕ γράφοντας ότι οι Έλληνες κομμουνιστές «ελησμόνησαν τον Μαρξ και τας αρχάς του και το παρελθόν των και ενεφανίσθησαν αιφνιδίως ως απόγονοι των ηρώων του 1821». Με αφορμή αυτή την αντιπαράθεση σημειώνει πως «είνε άμεση η σχέση της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης» καθώς «αποτελούν δύο διαφορετικές βαθμίδες στην ίδια κλίμακα των λαϊκών αγώνων για την τελειωτική απελευθέρωση των εργαζομένων» κάτι που ο αρχειομαρξισμός «δεν το καταλαβαίνει». Βέβαια, λίγα χρόνια νωρίτερα οι ηγέτες του ΚΚΕ ανέπτυσσαν την ίδια ακριβώς ρητορική (Εστία, 11/1/1936). Μάλιστα, για επενδύσει «λενινιστικά» αυτή την πατριωτική έξαρση του ΚΚΕ ο Ζαχαριάδης καταφεύγει σε κάποιες διατυπώσεις του Λένιν με τις οποίες υπερασπίζεται το «αίσθημα της εθνικής υπερηφάνειας» των Μεγαλορώσων και δηλώνει περήφανος ότι «η μεγαλορωσική εργατική τάξη δημιούργησε το 1905 το πανίσχυρο επαναστατικό κόμμα των μαζών».

Τέλος, καταγγέλλοντας τη στάση του αρχειομαρξισμού αναπτύσσει τη συλλογιστική με βάση την οποία το ΚΚΕ αποφάσισε να ενσωματώσει το 1821 στο δικό του επαναστατικό αφήγημα: «Ο αρχειοφασισμός με το να αρνιέται στον ελληνικό λαό την αποκλειστική κυριότητά του πάνω στην επαναστατική κληρονομιά του 1821 κάνει έργο αντεπαναστατικό. Αφίνει λέφτερη την αστοτσιφλικάδικη σκέψη και πράξη να μονοπωλεί και να καπηλεύεται την επαναστατική αυτή κληρονομιά, να παρουσιάζει τον εαυτό της σαν οργανωτή, πρωτεργάτη και συνεχιστή του 1821». Με αυτό τον τρόπο «η κεφαλαιοκρατία καλύπτει και σκεπάζει και τις παληές και τις σημερινές της προδοσίες, το αδιάκοπο και ξεδιάντροπο ξεπούλημα της χώρας στους ξένους», ενώ μονοπωλώντας την εθνικοαπελευθερωτική κληρονομιά την χρησιμοποιεί σε βάρος του ελληνικού λαού και για το «φασιστικό αλυσσόδεμά του». Συνεπώς, η άρνηση των επαναστατικών παραδόσεων του ελληνικού λαού οι οποίες εμπνέουν και σπρώχνουν τους εργάτες σε νέους ηρωισμούς παραδίδονται στους πλουτοκράτες και εκμεταλλευτές (Ριζοσπάστης, 3/4/1936).

Την ίδια περίοδο το ΚΚΕ θα υπογράψει το περίφημο σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα, μια κοινοβουλευτική συμμαχία με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, μια πολιτική επιλογή που εισάγει το ΚΚΕ στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό όχι ως εχθρό, αλλά ως επικίνδυνο ρυθμιστή. Λίγους μήνες αργότερα ο Ιωάννης Μεταξάς θα κηρύξει το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου.

Επίλογος

Η ελληνική επανάσταση του 1821 και η έννοια της εθνικής ελευθερίας συνέβαλε σημαντικά στην πολιτική ριζοσπαστικοποίηση και, επομένως, προς τον ταυτοτικό και ιδεολογικό σχηματισμό της ελληνικής εργατικής τάξης. Οι Έλληνες εργάτες συνειδητοποιούν ότι δεν ισχύει αυτό που διδάχθηκαν από το σχολείο, την Εκκλησία και τις εφημερίδες, δηλαδή ότι ήταν ελεύθεροι πολίτες σε ένα ελεύθερο εθνικό κράτος, προϊόν της Ελληνικής Επανάστασης. Η συστηματική παραβίαση της ελευθερίας των εργατών στους χώρους εργασίας, η ανοιχτή υπονόμευση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και της εργατικής νομοθεσίας, η σκληρή καταστολή των απεργιών και του συνδικαλισμού, η υπονόμευση του ιδανικού της κοινωνικής και εργατικής κινητικότητας ως ατομική πορεία προς την παραγωγική ανεξαρτησία των τεχνιτών, τα επαναλαμβανόμενα στρατιωτικά πραξικοπήματα, η αντικομμουνιστική και αντεργατική νομοθεσία, οι εξορίες, οι φυλακές και τα βασανιστήρια των ακτιβιστών του εργατικού κινήματος, σε συνδυασμό με την πτώχευση της Μεγάλης Ιδέας μετά την καταστροφή στο μέτωπο της Μικράς Ασίας στα 1922, και τέλος μια μορφή ιδεολογικής ποινικοποίησης της φτώχειας και παράλληλα γεωγραφική-ταξική πόλωση ανάμεσα σε περιθωροποιημένα εργατικά προάστια και κέντρα των μεγάλων πόλεων έθεσαν σε αμφισβήτηση τη θέση και τον ρόλο των εργατικών στρωμάτων μέσα στον εθνικό κορμό. Οι εργάτες και οι εργάτριες, λοιπόν, αντιμετωπίζουν το έλλειμμα ελευθερίας σαν απόρριψη από την εθνική φαντασιακή κοινότητα και το βιώνουν ως μια μορφή «ιδεολογικού τραύματος».

Τα ριζοσπαστικά στρώματα της εργατικής τάξης, διεκδικώντας αυτόνομη δράση από τα αστικά κόμματα, αναζητούσαν μια εκ νέου επανανοηματοδότηση της έννοιας της ατομικής και εθνικής ελευθερίας και άρα της ιστορικής μήτρας που την γέννησε, δηλαδή της επανάστασης του 1821. Οι αναζητήσεις των κομμουνιστών και σοσιαλιστών, αλλά και των οργανώσεών τους, απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση και το ελληνικό έθνος, βασίζεται ακριβώς πάνω σε αυτή την κοινή εμπειρία και κοινή ανάγνωση της κατάστασης. Ωστόσο, οι απαντήσεις που προτάσσονται δεν είναι πάντοτε ίδιες καθώς η επανάσταση του 1821 αποτελεί άλλοτε μέρος και άλλοτε όχι μιας μοντέρνας κομμουνιστικής αφήγησης για το παρελθόν. Αυτές οι διαφοροποιήσεις συνδέονται εν πολλοίς με τις στρατηγικές και τις τακτικές απέναντι στα ρεφορμιστικά και δημοκρατικά κόμματα, με τους πολιτικούς στόχους, αλλά και με τα πραγματικά περιθώρια πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών.

Κατά τη δεκαετία του 1910 και εν μέρει και τη δεκαετία του 1920, ο ριζοσπαστικός δημοκρατικός και κοινωνικός χαρακτήρας κάποιων αστικών πολιτικών δυνάμεων προσέφερε την αίσθηση στους σοσιαλιστές της πάλης για την ολοκλήρωση των αιτημάτων της επανάστασης του 1821. Οι εργάτες αποτελούσαν τον υγιή ή ακόμη και τον αυθεντικό φορέα του ελληνικού έθνους απέναντι στους προδότες των ιδεών της Ελληνικής Επανάστασης. Η εργατική τάξη αναγνωρίζεται ως τμήμα του έθνους, ως εξυγιαντικός φορέας του έθνους, ή ακόμα και το «πραγματικό έθνος» απέναντι στους αστούς σύγχρονους καταπιεστές του, καθώς ως εκμεταλλευτές κληρονόμησαν τον ρόλο των Οθωμανών και ως εκ τούτου δεν ανήκουν στο έθνος.

Μετά το 1924 και κυρίως την περίοδο 1929-1933, η ιδεολογική και θεσμική αναγνώριση του κομμουνισμού ως εθνικού εχθρού και του αυτόνομου ρόλου της εργατικής τάξης ως κάτι επικίνδυνου μέσα στην αστική δημοκρατία επανακαθόρισε την εθνική οπτική. Η απόλυτη διεθνιστική ταύτιση με τη Σοβιετική Ένωση ως μίας και μοναδικής πατρίδας για όλους τους προλετάριους όριζε την ελληνική εργατική τάξη εκτός της ελληνικής φαντασιακής κοινότητας και την ενέτασσε στην παγκόσμια φαντασιακή εργατική κοινότητα που έχει ως έδρα τη μεγάλη προλεταριακή πατρίδα, ενός παγκόσμιου εργατικού έθνους απόλυτα ασύμβατου με το ελληνικό έθνος και τις δικές του παραδόσεις. Ακόμα, άλλοτε υιοθετείται η ταυτότητα του «Ρωμιού» προτάσσοντας μια εθνολογική διάκριση του πραγματικού εργατικού έθνους από το ψευδές αστικό έθνος των εκμεταλλευτών. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι το 1934 παραμένει κοινός παρονομαστής από όλες τις κομμουνιστικές οργανώσεις ο ταξικός ανταγωνισμός και η προβολή ενός διακριτού άλλου πολιτικού και κοινωνικού σώματος από το κυρίαρχο είτε η επανάσταση του 1821 θεωρείται μέρος μιας ελληνικής κομμουνιστικής αφήγησης είτε αντιμετωπίζεται ως ξένη.

Η απειλή του φασιστικού κινδύνου, αλλά και η απομόνωση των κομμουνιστών δυνάμεων από τα πλατιά εργατικά στρώματα οδήγησαν σε μια αλλαγή στρατηγικής του ΚΚΕ μετά το 1934. Η εργατική τάξη διεκδικεί την ηγεμονία με τη γκραμσιανή έννοια ως εθνικός, πολιτισμικός και κοινωνικός πόλος εντός μιας ενιαίας ελληνικής φαντασιακής κοινότητας. Μάλιστα, η εργατική τάξη διεκδικεί την πολιτική ηγεμονία και την εξουσία στο όνομα του συνόλου του έθνους και όχι μόνο στο όνομα της εργατικής τάξης. Οι κομμουνιστές, υποχωρώντας από την «τριτοπεριοδική» αντικοινοβουλευτική τους ρητορική και δηλώνοντας υπερασπιστές της ελληνικής δημοκρατίας, υιοθετούν τη ρεπουμπλικανική ελληνική παράδοση και έτσι μεταμορφώνονται σε νέους Γιακωβίνους. Αυτή η τομή δημιουργεί ένα νέο παράδειγμα που έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τον αμιγώς ταξικό και διεθνιστικό εργατικό πόλο. Εκεί δημιουργείται και η οριστική ρήξη ανάμεσα σε τροτσκιστές και σταλινικούς καθώς οι πρώτοι τονίζουν τον διεθνιστικό τους χαρακτήρα και οι δεύτεροι ολοένα και περισσότερο τον πατριωτικό (Brower, 1968· Παλούκης, 2008).

Η ελληνική εθνική φαντασιακή κοινότητα, παρότι αντικειμενικά ορατή σε όλους, είναι σε όλο τον 19ο και 20ό αιώνα εντέλει εξαιρετικά ρευστή και ενέχει στο εσωτερικό της πολλαπλές αντιφατικές μεταξύ τους υποκειμενικές προσεγγίσεις. Κάθε πολιτικό σχέδιο που συγκροτεί μια «διαφορετική εκδοχή του έθνους» προτάσσει έναν διαφορετικό τρόπο πολιτικής οργάνωσης, αντλεί από το παρελθόν διαφορετικές συνέχειες ή ερμηνεύει διαφορετικά το παρελθόν, βασίζονται σε διαφορετικές κληροδοτημένες πολιτισμικές, ιδεολογικές ή πολιτικές παραδόσεις. Αυτά τα «συγκρουόμενα πολιτικά σχέδιασυγκρούομενες εκδοχές του έθνους», εφόσον ηγεμονεύουν, καθορίζουν σε μια συγκεκριμένη αποκρυστάλλωση τη φυσιογνωμία του έθνους. Εφόσον ηγεμονεύονται, συνιστούν «δυνατά ενδεχόμενα». Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι κομμουνιστικές αφηγήσεις αποτελούν κάθε φορά μία εκ των πολλαπλών και συγκρουόμενων εκδοχών εθνικής ιδεολογίας μέσα στο εσωτερικό της ελληνικής φαντασιακής κοινότητας. Όλες έχουν την ανάγκη να τοποθετηθούν απέναντι στη μεγάλη μήτρα, την επανάσταση του 1821, γιατί ακριβώς τότε γεννήθηκε και επικράτησε η ιδέα της εθνικής και κοινωνικής ελευθερίας.

Βιβλιογραφία

Ασδραχάς Σπύρος, 1983. Ζητήματα Ιστορίας, Αθήνα.

Ασδραχάς Σπύρος, 1995. Ιστορικά Απεικάσματα, Αθήνα.

Γκούτος Χαρίλαος, 2001. Ο συνδικαλισμός στην Αθήνα το 1891: Συνδικάτα, απεργίες, συνθήκες εργασίας, σοσιαλισμός, Αθήνα: Σάκκουλας.

Δάγκας Αλέξανδρος και Αποστολίδης Άκης, 1989. Η σοσιαλιστική οργάνωση Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης, 1909-1918, ΚΜΕ: Αθήνα.

Έφη Αβδελά, 1993. «Ο σοσιαλισμός των ‘‘άλλων’’: ταξικοί αγώνες, εθνοτικές συγκρούσεις και ταυτότητες φύλου στη μετα-οθωμανική Θεσσαλονίκη», Τα Ιστορικά, 10 (Iούνιος – Δεκέμβριος).

Ηλιού Φίλιππος, 1976. Η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας, Αθήνα.

Καραφουλίδου Βική, 2011. Η γλώσσα του σοσιαλισμού. Ταξική προοπτική και εθνική ιδεολογία στον ελληνικό 19ο αιώνα, Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Κολιού Νίτσα, 1988. Οι ρίζες του εργατικού κινήματος και ο εργάτης του Βόλου, Αθήνα: Οδυσσέας.

Λεονταρίτης Γεώργιος, 1980. «Το ελληνικό εργατικό κίνημα και το αστικό κράτος: 1910-1920» στο Δημητρακόπουλος Ορ. κ.ά., Μελετήματα για τον Βενιζέλο και την εποχή του, Αθήνα: Φιλιππότης.

Λεονταρίτης Γιώργος, 1978. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μτφ. Αντ. Σαράντης, Αθήνα: Εξάντας.

Ματάλας Παρασκευάς, 2003. Έθνος και Ορθοδοξία, οι περιπέτειες μιας σχέσης, από το «Ελλαδικό» στο Βουλγαρικό σχίσμα, Ηράκλειο: ΠΕΚ.

Μηλιός Γιάννης, 1994. «Η εξέλιξη των αντιλήψεων της κομμουνιστικής Αριστεράς για τον ελληνικό καπιταλισμό», Θέσεις, 49 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος).

Μπουμπούς Γιώργος Δ., 1996. Η ελληνική κοινωνία στην πρώιμη μαρξιστική σκέψη, Γ. Σκληρός

Γ. Κορδάτος, (1907-1930), διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Μπρόιντο, Το εθνικό ζήτημα κάτω από το φως του μαρξισμού, μετάφραση: Α.Χ., επιμέλεια: Ανδρόνικος Χαϊτάς και Π. Σαρκάτος (= Πουλιόπουλος), Σοσιαλιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 1925.

Παλούκης Κώστας, (2020), Αρχειομαρξιστές, οι άλλοι κομμουνιστές του μεσοπολέμου, Αθήνα: Ασίνη.

Παλούκης Κώστας, 2008. “Το «Ελληνικό Έθνος» του Νίκου Σβορώνου: σχέδιο για τη θεωρία και τη γενεαλογία του”, Ουτοπία, 82 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος).

Παναγιωτίδης Σταύρος, 2015. «Οι “τρεις Κορδάτοι”. Θέσεις, συγκρούσεις και παλινωδίες στο πλαίσιο της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας», στο Μιχάλης Λυμπεράτος και Προκόπης Παπαστράτης (επιμ.), Αριστερά και αστικός πολιτικός κόσμος, 1940-1960, Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Πουλιόπουλος Παντελής, 1934. Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;, Αθήνα.

Anderson Benedict, 1997. Φαντασιακές Κοινότητες, Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Αθήνα: Νεφέλη.

Apostolakou Lito, 1997. «“Greek’’ Workers or Communist ‘‘Others’’: The Contending Identities of Organized Labour in Greece, c. 1914-36», Journal of Contemporary History, 32:3 (Ιούλιος), 409-424.

Brower Daniel R., 1968. The New Jacobins: The French Communist Party and the Popular Front, Cornell University Press.

Carabott Philip, 1992. «“The Greek communists” and the Asia Minor campaign», Bulletin of the Centre for Asia Minor Studies,9, 99-118.

Kitroeff Alexander, 1989. “Continuity and change in contemporary Greek historiography.” European History Quarterly, 19:2, 269-298.

Kitroeff, Alexander, και Christos Hadziiosif, 1991. “Historian Nicos Svoronos and His Relationship to the Historiography of Modern Greece.” Journal of the Hellenic Diaspora, 17:2, 37-56.

Liakos Antonis, 2004. “Modern Greek Historiography (1974–2000): The Era of Tradition from Dictatorship to Democracy.” Ulf Brunnbauer (ed.).

Liakos, Antonis, 2008. “Hellenism and the making of modern Greece: Time, language, space.” Hellenisms. Culture, Identity, and Ethnicity from Antiquity to Modernity, Aldershot: Ashgate.

Thompson Edward P., 1962. “The free-born Englishman,” New Left Review, 1.

Thompson Edward P., 2018. Η συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης, Αθήνα: ΠΙΟΠ.