Η απότομη επιδείνωση της ζωής των εξαθλιωμένων αγροτών στη διάρκεια του Μεσαίωνα εξωθεί σε κοινοτικές νησίδες επιβίωσης και απελπισμένες απόπειρες μεσσιανικού «καθαρμού» και κατάλυσης της «διαβολικής εξουσίας». Ο μεσσιανισμός αποτελεί τη βουλησιαρχική εκδήλωση της απέλπιδας προσπάθειας των ταπεινών της Γης να παρακάμψουν τις προϋποθέσεις υπέρβασης της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Από τα τέλη του 18ου αι. ώς τις αρχές του 20ού αιώνα, το φιλοσοφικό-καλλιτεχνικό κίνημα του ρομαντισμού, το οποίο στηρίχτηκε θεμελιακά στον ουτοπισμό και τη μεσσιανική παράδοσή του, γέννησε εντός του δύο διακριτά ρεύματα: έναν ουτοπικό, εξεγερσιακό, ρομαντικό αντικαπιταλισμό, ο οποίος βρίσκεται σε αλληλοτροφοδότηση με την κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού, και έναν σκοτεινό, δυστοπικό, αντιδραστικό ρομαντισμό (Νίτσε, ναρόντνικοι, Ντοστογιέφσκυ, Νετσάγεφ, νιχιλιστές κ.ά.) ο οποίος με τη σειρά του αλληλεπιδρά με τον ατομισμό (Στίρνερ) και το φιλελευθερισμό.
Εισαγωγή
Η αυθαίρετη απόσπαση της μορφής από το περιεχόμενο, χωρίς περαιτέρω «περιττή» έρευνα, βολεύει πολύ στην εξαγωγή προκάτ συμπερασμάτων. Το βολικό τσουβάλιασμα, κάτω από τον πιασάρικο τίτλο του άρθρου της Σ. Τριανταφύλλου περί Πολιτικού μεσσιανισμού (Τριανταφύλλου, 2012) σύμπασας της Αριστεράς ανεξαρτήτως τάσεων, υπό την κατηγορία του μεσσιανισμού, μόνο αντικομμουνιστική εμπάθεια φανερώνει, ειδικά όταν, ω του θαύματος, εξαιρείται οποιαδήποτε αναφορά στην αναρχία, τον κατεξοχήν μεσσιανικό χώρο. Συμπτώσεις… Καθώς ο ρομαντικός, συχνά μεσσιανικός ουτοπισμός αναβιώνει αναπαράγοντας δογματικά σχήματα εξισωτικών κολεκτίβων εν είδει πρότασης διεξόδου από την κρίση, η κριτική μεσσιανικών ουτοπικών ρευμάτων στην εποχή μας είναι απολύτως κρίσιμη. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Μεσσιανισμός είναι η πίστη στην ύπαρξη ενός (θεϊκού ή χαρισματικού) μεσολαβητή (μεσσία) –σωτήρα ή ηγέτη–, καθώς και το σύνολο των αντιλήψεων και παραδόσεων που ανέπτυξαν διάφοροι λαοί και φιλοσοφικά ρεύματα σχετικά με την προσδοκία ερχομού του στον κόσμο, σε ανύποπτο χρόνο, ως λυτρωτή. Σε αντάλλαγμα ο μεσσίας θα μεσολαβήσει τη μέρα της Αποκάλυψης υπέρ των πιστών για τη σωτηρία των ψυχών τους, ή στην περίπτωση του ηγέτη, θα λύσει για λογαριασμό τους όλα τα προβλήματα λαών και εθνών.
Μεσσιανικά όνειρα και προφητείες συνόδεψαν όλες τις μεγάλες ιστορικές απόπειρες ανατροπής, τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τα εξισωτικά κοινωνικά κινήματα, τα επεκτατικά αποικιοκρατικά ρεύματα όπως αυτά της Δύσης μετά τον 12ο αιώνα, τα ακραία εθνικιστικά ρεύματα όπως ο ναζισμός ή ο σιωνισμός που ευαγγελίζονται την κυριαρχία μιας περιούσιας φυλής. Τέλος, σχετικά πρόσφατα είναι τα αντι-αποικιοκρατικά ρεύματα όπως ο ισλαμοφασισμός.
Σε κάθε εποχή, τα μεγάλα μεσσιανικά ρεύματα έπαιρναν ποικίλες μορφές και εκδηλώνονταν με πολλαπλές εκφάνσεις. Ο μεσσιανισμός στη Δύση εκφράστηκε τόσο με τη σοβαρή θεολογική εκδοχή του όσο και με τον πληβειακό μεσσιανισμό. Οι δοξασίες για τον Αντίχριστο, τη Δευτέρα Παρουσία και τα χιλιαστικά οράματα χαρακτηρίζουν ολόκληρη την περίοδο του ύστερου Μεσαίωνα και της πρώιμης Αναγέννησης και τροφοδοτούν τις σταυροφορίες και τις επιδρομές κατά της χριστιανικής και της ισλαμικής Ανατολής. Λόγιος και λαϊκός, ο μεσσιανισμός θα καταλήξει στην πίστη για τη μεσσιανική αποστολή του «λευκού δυτικού ανθρώπου». Η πλέον παροξυσμική μορφή του ευρωπαϊκού ρατσισμού, ο ναζισμός, θα τροφοδοτηθεί από το μεσσιανικό όνειρο του χιλιετούς Ράιχ των Αρίων.
Ο μεσσιανισμός στηρίχτηκε στην πίστη μιας εκ βάθρων ανατροπής, μιας ανατροπής που θα εκφραστεί με τον ιουδαϊκό προφητισμό, τη Δευτέρα Παρουσία, την Αποκάλυψη, τη βασιλεία των δικαίων, την επανάσταση. Ο καταστροφικός ή αποκαλυπτικός μεσσιανισμός του χιλιαστικού (χριστιανικού-μεσσιανικού) σχήματος είναι μια απόλυτη καταστροφή η οποία έρχεται να διακόψει οριστικά την Ιστορία. Σε αυτή την ύστατη στιγμή διαφθοράς και «αποτυχίας» της ανθρωπότητας, θα υπάρξει κάποια εξωτερική δύναμη η οποία θα διασώσει την ανθρωπότητα και θα εγκαινιάσει ένα ουτοπικό μέλλον. Το όνειρο μιας καλύτερης ζωής δεν μέλλει να συντριβεί στις συμπληγάδες της πραγματικότητας, αλλά θα οδηγήσει τον κόσμο μπροστά, καθώς ο μεσσιανισμός υποτίθεται ότι είναι η καύσιμη ύλη των επαναστατικών ιδεών.
Ο μεσσιανισμός, όμως, δεν περιορίζεται στο χώρο της θρησκείας. Ως αντίληψη, ελπίδα και προσδοκία διαποτίζει και την κοινωνικοπολιτική ζωή ανθρώπων ή και λαών, οι οποίοι αναμένουν με λαχτάρα την εμφάνιση ενός χαρισματικού ηγέτη κι εναποθέτουν σ’ αυτόν όλες τους τις ελπίδες για άρση των αδιεξόδων, έξοδο από την κρίση, εκπλήρωση των συλλογικών οραμάτων και πόθων. Σύμφωνα με μελέτες της ιστορίας των θρησκειών (Ν. Κον, Κορδάτος), η καταγωγή των πρώτων επαναστατικών ιδεών είναι, αναπόφευκτα, μεσσιανική και εντοπίζεται στις χιλιαστικές αιρέσεις και ιδιαίτερα στις απόπειρες αναβίωσης των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων κατά τον Μεσαίωνα.
Εκτός του θρησκευτικού πεδίου, μεσσιανικές αντιλήψεις αναπτύχθηκαν, λανθάνουν κι επιβιώνουν στο πολιτικό (εθνικά και λαϊκοαπελευθερωτικά κινήματα), στον πολιτισμό (φουτουρισμός) και σε ποικίλες άλλες αναμετρήσεις ή δραστηριότητες (αθλητισμός). Νέα μορφή μεσσιανισμού αποτέλεσε ο τεχνολογικός, με το ρεύμα του φουτουρισμού ιδίως. Η θρησκεία του New Age είναι ακριβώς αυτή η απόπειρα συγκερασμού τεχνολογικού μεσσιανισμού και θρησκευτικού συναισθήματος.
Α. Ιστορικές μορφές του κοινοτικού μεσσιανισμού
1. Ιουδαϊσμός και ζηλωτές
Ο μεσσιανισμός έχει τις ρίζες του στις ανατολικές θρησκείες, κυρίως στην εβραϊκή, που καλλιέργησε την προσδοκία για έναν μεσσία-εθνικό απελευθερωτή, ο οποίος θ’ απάλλασσε το λαό απ’ το ζυγό των αυτοκρατόρων. Ο μεσσιανισμός προήλθε αρχικά και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα ως ιουδαϊσμός, ως προσδοκία του αναμενόμενου Σωτήρα, ο οποίος θα γλιτώσει το ιουδαϊκό έθνος από τα δεινά του και θα το αποκαταστήσει ως περιούσιο έθνος. Η «ενανθρώπιση» του Θεού μέσω του Υιού, η «γέννηση» του Μωάμεθ-προφήτη του Αλλάχ κ.λπ., σηματοδοτούν την εμφάνιση των πλέον χαρακτηριστικών μεσσιανικών θρησκειών.
Ο ιουδαϊκός μεσσιανισμός, η αρχέγονη μήτρα του μεσσιανισμού, για τρεις χιλιάδες χρόνια, διατηρεί την εθνικιστική (μιλιταριστική πλέον) ταυτότητα ενός λαού (από την εξέγερση των Μακκαβαίων έως τη σύγχρονη «επιστροφή» στη Σιών, την επιστροφή στην υποτιθέμενη «ιστορική πρωτεύουσα» του Ισραήλ Ιερουσαλήμ), με τη μεσσιανική τακτική της αποικιοποίησης της παλαιστινιακής γης, της συστηματικής εκκαθάρισης του παλαιστινιακού λαού και την άκρως ρατσιστική έως φασίζουσα πίστη στη φυλετική και πνευματική ανωτερότητα του περιούσιου λαού.
Στην πορεία διαμόρφωσης του χριστιανισμού μέχρι την επικράτηση της παυλιανικής του εκδοχής, οι δύο κύριες και αντιμαχόμενες τάσεις του ήταν η εσσαιϊκή ειρηνιστική εκδοχή της «μη βίας», της πολιτικής ανυπακοής και ενός πρωτόγονου διεθνιστικού χαρακτήρα της εποχής από τη μια και η «ζηλωτική» εκδοχή των «κοινοτήτων της αγάπης» από την άλλη, της σύγκρουσης με τους Ρωμαίους και του αφανισμού των πλουσίων, της κοινοκτημοσύνης και της αλληλεγγύης (Κάουτσκυ, 1982).
Όπως αναφέρει ο Γ. Κορδάτος στη μελέτη του Αρχαίες θρησκείες και Χριστιανισμός: «Η εμφάνιση τόσων πολλών προφητών στην Ιουδαία με εθνικιστικό και τρομοκρατικό πρόγραμμα, η επίδοση στη μαγεία και η επιδημία των σωτηριολόγων σ’ όλες τις ρωμαϊκές επαρχίες ήταν το ιδεολογικό καθρέφτισμα της ανήσυχης εκείνης εποχής. Μια βαθύτερη εξέταση και ανάλυση των ιστορικών πληροφοριών των προχριστιανικών χρόνων μάς πείθει πως όλοι οι προφήτες της Παλαιστίνης είχαν μερικά βασικά και κοινά σημεία στο κήρυγμά τους: α) παρουσιάζονταν απεσταλμένοι του Θεού, β) προπαγάνδιζαν το ξεσκλάβωμα των Εβραίων με συστηματικά τρομοκρατικά επαναστατικά μέσα, γ) κήρυτταν αμείλικτο πόλεμο ενάντια στους πλούσιους επιζητώντας τη μοιρασιά του πλούτου και δ) δίδασκαν την ιδέα της Βασιλείας των Ουρανών. (Κορδάτος, 1973: 242) Η παράδοση του πληβειακού μεσσιανισμού, με κύρια χαρακτηριστικά την κοινοτική αλληλεγγύη και την αντιπλουτοκρατική στάση, ήταν ακλόνητη.
2. Βογόμιλοι και επαναστατικός χιλιασμός
Στην εξέλιξη της χριστιανικής θρησκείας, η ειρηνιστική (Εσσαίοι) διεθνιστική της εκδοχή επικράτησε έναντι του μαχητικού, πιο πληβειακού και αντιπλουτοκρατικού, κοινοτικού ζηλωτισμού. Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία του εκδοχή τροφοδότησε την αίρεση των Βογόμιλων και των κατοπινών χιλιαστικών αιρέσεων. Η αίρεση των Παυλικιανών (Μ. Ασία – 7ος αι.) ήταν μια δυϊστική αίρεση, η οποία μετά από ανηλεείς διώξεις, συγκρούσεις και σφαγές δύο αιώνων, αποφάσισε να αντισταθεί ένοπλα στη βία του βυζαντινού κράτους. Μετά τη διάλυσή τους, ομάδες Παυλικιανών κατέφυγαν στα Βαλκάνια μεταδίδοντας εκεί την παράδοση και τις επαναστατικές τους ιδέες, οι οποίες επανεμφανίστηκαν τον 10ο αι. στη Βουλγαρία αρχικά, με την αίρεση των Βογομίλων, με έντονα αντι-ιεραρχικά, αντι-κρατικά, κοινοτικά, αντι-εξουσιαστικά στοιχεία. Οι διωκόμενοι αιρετικοί κατέφυγαν μέχρι τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Ρηνανία και από κει συνέβαλαν στην ανάπτυξη άλλων επαναστατικών αιρέσεων όπως ήταν οι Καθαροί, οι Αδαμίτες κ.ά. (Συλλογικό, χ.χ.[α]: 57) Παρότι οι συνθήκες διαβίωσης κάθε άλλο παρά εύκολες ήταν για τους αγρότες της εποχής (φεουδαρχία με εκτεταμένη ακόμα τη δουλοπαροικία), παρ’ ότι η γεωργική ζωή ήταν πάντα σκληρή και τόσο επισφαλής, στα όρια της επιβίωσης, ώστε μια κακή σοδειά σήμαινε μαζική λιμοκτονία, προστατευόταν από τα τιμαρικά έθιμα.
Τα μεσσιανικά κινήματα, λυτρωτικά επαναστατικά κινήματα των φτωχών, εμφανίζονται με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα στην Ευρώπη, από τα τέλη του 11ου αιώνα. Ειδικότερα στη Βόρεια Ευρώπη (σημερινό Βέλγιο και β. Γαλλία), η παράδοση του επαναστατικού χιλιασμού φτάνει ώς τα μέσα του 14ου αιώνα, ενώ στην κοιλάδα του Ρήνου, σε ορισμένες περιοχές της νότιας και κεντρικής Γερμανίας, από τα μέσα του 13ου ώς τη Μεταρρύθμιση, τον 16ο αιώνα. Ομοίως και η πάλη της πρώιμης αστικής τάξης απέναντι στη φεουδαρχία, πήρε τη μορφή ποικίλων αιρέσεων (Αλγιβήνοι, Λουθηριανοί, Καλβινιστές και πλήθος άλλων), ενίοτε ένοπλων.
Στην Αγγλία τα κινήματα και οι εξεγέρσεις των Diggers και Levelers, ερμηνεύοντας κατά τον δικό τους ριζοσπαστικό τρόπο τη Βίβλο, τραντάζουν τη συμμαχία κοσμικής και εκκλησιαστικής τάξης. Οι Levellers (ισοπεδωτές) βαπτίστηκαν έτσι από τους άρχοντες, γιατί ξήλωναν και κατέστρεφαν τις περιφράξεις που οριοθετούσαν ατομικές κυριότητες σε κοινές γαίες. Οι Diggers (σκαφτιάδες) καταλάμβαναν και καλλιεργούσαν αυτές τις γαίες, διεκδικώντας κοινοκτημοσύνη, συντροφικότητα και ελευθερία. Παρ’ όλο που αρνούνταν τη χρήση όπλων, οι Diggers υπέστησαν άγρια και αιματηρή καταστολή από μισθωμένους οπλοφόρους των τσιφλικάδων. Οι αγροικίες τους γκρεμίστηκαν, οι σοδειές τους κάηκαν και η κομμούνα τους διαλύθηκε11Τραγούδι για την αγροτική κομμούνα των Diggers, στo Σάρεϊ Αγγλίας του 17ου αιώνα (Billy Bragg και Amanda Palmer): To 1649 στο Λόφο του Αγ. Γεωργίου ήρθαν οι Diggers με τα παλιόρουχά τους να φανερώσουν τη θέληση του λαού, αψηφώντας γαιοκτήμονες και νόμους. Ήταν οι αποδιωγμένοι που ζητούσαν πίσω ό,τι ήταν δικό τους. Ήρθαμε ειρηνικά είπαν, να οργώσουμε και να σπείρουμε, ήρθαμε να δουλέψουμε τα κοινά χωράφια και να κάνουμε τη χέρσα γη να βλαστήσει. Αυτή την κομματιασμένη γη να την κάνουμε ολόκληρη ένα κοινό θησαυροφυλάκιο για όλους. Το αμάρτημα της ιδιοκτησίας δεν το καταδεχόμαστε, κανείς δεν έχει δικαίωμα να πουλά και ν’ αγοράζει τη γη για κέρδος δικό του. Κλέβοντας και δολοφονώντας άρπαξαν (οι πλούσιοι) τη γη, τώρα με φράχτες και τοίχους τη χωρίζουν νόμους φτιάχνουν να μας αλυσοδέσουν σφιχτά. Mε ουρανό ο κλήρος μάς φλομώνει, στην κόλαση μάς ρίχνει. Δε θα λατρέψουμε το Θεό τους, αυτόν που ταΐζει πλούσιους, ενώ ο φτωχός λαός λιμοκτονεί. Δουλεύουμε και τρώμε μαζί, μαζί σηκώνουμε το φτυάρι (σαν όπλο), δε χρειαζόμαστε σπαθιά. Δε θα προσκυνήσουμε τους αφέντες, μήτε νοίκι θα πάρουν από μας οι τσιφλικάδες. Ελεύθεροι είμαστε, αν και φτωχοί. Εμπρός Diggers, σηκωθείτε, ψηλά για τη δόξα. Μαντάτα ήρθαν απ’ τους κύριους της γης, μισθοφόρους έστειλαν και στρατιώτες τον αγώνα των Diggers να σβήσουν. Τις αγροικίες τους γκρέμισαν, χάλασαν το καλαμπόκι, τούς σκόρπισαν, μόνο το όραμά τους δε λέει να φύγει. Πάρτε θάρρος φτωχοί, πλούσιοι φυλαχτείτε. Κοινός θησαυρός είναι η γη, να τον μοιράζονται όλοι. Όλα μαζί κοινά, όλος ο λαός ένα. Ήρθαν ειρηνικά - οι εντολές ήταν να τους τσακίσουν. .
Στην εξαίρετη μελέτη του, ο Ν. Κον εντοπίζει τα αίτια της εμφάνισης του επαναστατικού χιλιασμού στις ραγδαίες κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές (Κον, 2006:51) που λαμβάνουν χώρα στη βόρεια Ευρώπη προς το τέλος του Μεσαίωνα και την εμφάνιση των πρώτων «καπιταλιστικών νησίδων». Eπί γενεές μεγάλες περιοχές της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης ρημάζονταν από ορδές γοτθικών φυλών και Ούννων, ενώ επί αιώνες μαίνονταν οι ιδιωτικοί πόλεμοι φεουδαρχών βαρόνων. Ακόμα κυριαρχεί η επαχθής και ταπεινωτική δουλοπαροικία η οποία μεταβιβάζεται από γενεά σε γενεά. Όμως η εκμετάλλευση της αγροτικής κοινότητας από τον τοπικό άρχοντα είχε όρια και φραγμούς, δεν ήταν ασύδοτη.
Στο πλαίσιο της φεουδαρχικής, αγροτικής κοινότητας και των «τιμαριακών εθίμων», εξασφαλιζόταν η επιβίωση της κοινότητας και κατ’ επέκταση η διαιώνιση του συστήματος. Παρ’ όλα αυτά, η γενίκευση της φτώχειας κι η εξαθλίωση των ακτημόνων που συρρέουν κατά χιλιάδες στις πόλεις είναι ο βασικός λόγος της χιλιαστικής έξαρσης, καθώς προχωρούσε η καταστροφή του παραδοσιακού τρόπου της αγροτικής ζωής. (Κον, 2006: 53-54) Η συσσώρευση πλούτου στα μοναστήρια, η σταδιακή σύμφυση της Εκκλησίας με την εξουσία, παράλληλα με την αργή ανάδυση των εθνικών κρατών, οι κοσμοϊστορικής σημασίας αλλαγές στην τεχνική και στα μέσα παραγωγής, σηματοδοτούν την πρώιμη εμφάνιση του νέου κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, του καπιταλισμού. «Σε μιαν εποχή που οι αποτελεσματικότερες εγγυήσεις προσωπικής ανεξαρτησίας βασίζονταν στην κατοχή γης και στην ικανότητα οπλοφορίας, οι γεωργοί ήταν σε πολύ μειονεκτική θέση· γιατί μόνον οι αριστοκράτες είχαν τα οικονομικά περιθώρια να συντηρούν πανοπλία και σχεδόν όλες οι γαίες στις γεωργικές περιοχές βρίσκονταν στα χέρια της αριστοκρατίας ή της Εκκλησίας. Τη γη που σε έθρεφε έπρεπε να την νοικιάσεις, την προστασία έπρεπε να την κερδίσεις· κι αυτό σήμαινε ότι οι περισσότεροι χωρικοί έπρεπε να παρέχουν στους κυρίους τους τεράστια ποσότητα εργασίας, κανονικά πάσης φύσεως δοσίματα και ειδικά τέλη και φόρους.» (Κον, 2006: 52)
Αυτά τα όρια της «ανεκτικής εκμετάλλευσης», που εξασφάλιζαν τη διαιώνιση της φεουδαρχίας και την επιβίωση των χωρικών, φαίνεται πλέον να παραβιάζονται αναπτύσσοντας νέες παραγωγικές σχέσεις, με τίμημα όμως τον αφανισμό στην κυριολεξία των εξαθλιωμένων «αβράκωτων» της υπαίθρου οι οποίοι αποτελούν πλέον το υπό διαμόρφωση κουρελοπρολεταριάτο των πόλεων, της μανιφατούρας και των λιμανιών της εμπορευματικής ανάπτυξης. Φτώχεια, κακουχίες κι εξευτελιστική, καταπιεστική εξάρτηση είναι η κοινωνική πραγματικότητα από την οποία επιθυμούν να δραπετεύσουν οι απελπισμένοι χωρικοί της μεσαιωνικής Ευρώπης, εφόσον η επιστροφή στον «παραδοσιακό» τρόπο ζωής αποδεικνύεται όλο και πιο αδύνατη.
Β. Τυπικά χαρακτηριστικά των μεσσιανικών ρευμάτων
Ο εξισωτικός-κοινοτικός μεσσιανισμός θα επιχειρήσει να εκκοσμικεύσει τη μεσσιανική προσδοκία και να οδηγήσει όχι πλέον στο βασίλειο του Θεού, αλλά της ισότητας επί της γης, αίροντας κάθε «πόνο και οδυρμό». Στην εποχή της γενικής δυστυχίας, ο κοινοβιακός, συντροφικός βίος έδινε άμεσα ωφελήματα στα φτωχά λαϊκά στρώματα, προπάντων υλικά, και παρουσιαζόταν ως η μόνη δυνατή διέξοδος στον κοινωνικό και ηθικό βούρκο των χρόνων εκείνων, δίνοντας προλεταριακά χαρακτηριστικά κινήματος στις κοινότητες αγάπης της εποχής. (Κορδάτος, 1973: 299) Η συντηρητικοποίηση των χριστιανικών Εκκλησιών έφτασε στο σημείο τα ανώτερα κοινωνικά της στρώματα να χρησιμοποιούν τα κηρύγματα του χριστιανισμού ενάντια στην αφύπνιση και τον ξεσηκωμό των φτωχών και των δούλων. (Κορδάτος, 1973: 313)
Όσο όμως οι ταξικές αντιθέσεις οξύνονταν και η αστική τάξη από επαναστατική συντηρητικοποιείται ενώ η Εκκλησία παίρνει ανοιχτά θέση πλάι της, τόσο το θρησκευτικό στοιχείο επανερχόταν στο προσκήνιο, έστω και με διαφορετική μορφή. Η άμεση μεσσιανική δράση αποτελεί απέλπιδα απάντηση στη ματαίωση του κοινοτικού χριστιανισμού και στην ταξική διαφοροποίηση της Εκκλησίας, το τελευταίο μέχρι πρότινος στήριγμα κι αποκούμπι. Οι χιλιαστές αναγκάζονται να αναλάβουν αδιαμεσολάβητη επαναστατική δράση, χωρίς να ελπίζουν πλέον στην εκκλησία ή στους εκπροσώπους του θεού επί της γης. Το αίτημα της κοινής ιδιοκτησίας-κοινοκτημοσύνης στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες είναι η ισόποση-εξισωτική μοιρασιά του πλούτου.
Ο μεσσιανισμός, ως βαθύτατα συντηρητική αντίληψη, έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό την αδυναμία του υποκειμένου να αντιπαλέψει τις υπέρτερες φυσικές-κοινωνικές δυνάμεις και την εναπόθεση αυτής της διαπάλης σε κάποιο σωτήρα που θα μεσολαβήσει και θα ενεργήσει αναλόγως. O χριστιανισμός δανείστηκε την ιδέα αυτή από την εβραϊκή θρησκεία για να τη διευρύνει, αναδεικνύοντας τον Χριστό-Μεσσία ως πνευματικό λυτρωτή ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Η «ανάθεση» μιας υπόθεσης «σωτηρίας» αφορά τον δούλο, ο οποίος δεν μπορεί να δει τον ιστορικό ορίζοντα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Επομένως, η μεσσιανική βασιλεία είναι κάτι που αναπόφευκτα τού «παρέχεται», δεν σχεδιάζεται, δεν κατακτιέται, το πολύ-πολύ να επισπευστεί απλώς με την «δράση» της αποκαλυπτικής βίας των «δούλων», σύγχρονων ή μη. Αυτή η μη συμμετοχή του υποκειμένου είναι που καθιστά μεν θελκτική τη μεσσιανική υπόθεση στους ανήμπορους να σχεδιάσουν την ιστορική τους απελευθέρωση και ενοποίηση της ανθρωπότητας (ως δυνατότητα της σύγχρονης εργατικής τάξης), στους αδύναμους ανθρώπους (παρά την εγγενή τάση της για υπόκλιση στον αυταρχισμό) σε ρεύματα ριζοσπαστικά έως αντιδραστικά (π.χ. εθνικισμός, μιλιταρισμός κ.ά.) και την καθιστά μοιρολατρική, έως βαθύτατα συντηρητική, αντίληψη. Γενικά, πρόκειται για την προσδοκία και πίστη της μελλοντικής έλευσης της σωτηρίας (ατομικής ή συλλογικής, με ή χωρίς σωτήρα), της εκ βάθρων ανατροπής που θα επιφέρει και θα λυτρώσει τον κάθε άνθρωπο, με ή χωρίς «επαναστατική δράση» του τελευταίου.
Στη σύγχρονη εποχή, το ζήτημα τίθεται, στην ουσία του, ως ζήτημα με επίκεντρο την εργασία και την κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και όχι την εξισωτική μοιρασιά, ώστε όλη η ανθρωπότητα προοπτικά να μπορεί να ζει και να εργάζεται. Επισημαίνοντας τη θεμελιώδη αυτή διαφορά, η Ρ. Λούξεμπουργκ, γράφει: «Το αίτημα των χριστιανών για συλλογική ιδιοκτησία δεν σχετιζόταν με τα μέσα παραγωγής, αλλά με τα μέσα κατανάλωσης. Δεν απαιτούσαν η γη, τα εργαστήρια και τα εργαλεία δουλειάς να γίνουν συλλογική ιδιοκτησία, αλλά μόνο το κάθε τι να μοιράζεται ανάμεσά τους, σπίτια, ρουχισμός, τροφή και τα πιο αναγκαία για τη ζωή έτοιμα προϊόντα. Οι χριστιανοί κομμουνιστές φρόντιζαν να μην αναρωτιούνται για την προέλευση αυτού του πλούτου.» (Λούξεμπουργκ, 1905: 226)
Η πρακτική της κοινοκτημοσύνης ήταν τόσο εδραιωμένη στους πρώτους χριστιανούς, σε βαθμό που η εγκατάλειψη της οικογενειακής ζωής να συνενώνει σε κοινοβιακές κολεκτίβες μέχρι και ολόκληρη πόλη, όπου όλες οι χριστιανικές οικογένειες ζούσαν μαζί, σαν μία μεγάλη ενιαία οικογένεια. Η πρακτική αυτή της κοινοκτημοσύνης έφτανε ώς την κοινοκτημοσύνη των γυναικών, κάτι ιδιαίτερα συνηθισμένο ανάμεσα στους πρώτους χριστιανούς.
Ο χριστιανικός κομμουνισμός δεν μπορούσε να αντιληφθεί και να αντιμετωπίσει τα κοινωνικά-οικονομικά ζητήματα κι έτσι εξαφανίστηκαν και οι πρώτες «αγάπες» αφού επέστρεψαν στην αφετηρία τους, χωρίς να αλλάξουν καθόλου την κοινωνική πραγματικότητα. (Λούξεμπουργκ, 1905:228) Κι αυτό ήταν αναπόφευκτο, αφού ο χριστιανικός σοσιαλισμός δεν θα μπορούσε να δει σαν αιτία του κακού την κατάργηση της ανισότητας στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ή στην εργασία και την εκμετάλλευσή της, αλλά στην άνιση ανακατανομή των αγαθών.
Η προσπάθεια αυτή αποδυναμώθηκε βαθμιαία με την ταξική διαστρωμάτωση που οξύνθηκε στην Εκκλησία (αφού η ανακατανομή πρόκρινε την ένταξη πλουσίων στους κόλπους της ώστε να υπάρχει πλούτος για μοίρασμα και βαθμιαία απώλεια των προλεταριακών χαρακτηριστικών της, με αποτέλεσμα την πρόκριση της παυλιανικής επικράτησης έναντι της ζηλωτικής-κοινοτικής), τη σύμφυση Εκκλησίας-εξουσίας και τον απροκάλυπτο πια πλουτισμό της και του ανώτερου κλήρου (Λούξεμπουργκ, 1905: 231-233).
Γ. Η φιλοσοφική συγκρότηση του μεσσιανισμού
Στα τέλη του 19ου αι. το φιλοσοφικό-καλλιτεχνικό κίνημα του ρομαντισμού το οποίο στηρίχτηκε θεμελιακά στον ουτοπισμό και τη μεσσιανική παράδοσή του, γέννησε εντός του δύο διακριτά ρεύματα: έναν ουτοπικό, εξεγερσιακό, ρομαντικό αντικαπιταλισμό ο οποίος βρίσκεται σε αλληλοτροφοδότηση με την κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού, και ένα σκοτεινό, δυστοπικό, αντιδραστικό μηδενισμό (Νίτσε, ναρόντνικοι, Ντοστογιέφσκυ, Νετσάγεφ, νιχιλιστές κ.ά.) ο οποίος με τη σειρά του αλληλεπιδρά με τον ατομισμό (Στίρνερ) και το φιλελευθερισμό. Όπως είναι φυσικό, τα δύο αυτά ρεύματα βρίσκονται σε σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ τους.
Αντεστραμμένα είδωλα: Η κριτική στον θετικισμό ως αντι-προοδευτισμός
«Η ρομαντική, μεσσιανική αντίληψη της ιστορίας έρχεται σε ρήξη με τη φιλοσοφία της προόδου και της θετικιστικής πίστης στην επιστήμη και την τεχνολογία, κοινό θεμέλιο της δυτικής σκέψης για δύο περίπου αιώνες κι a priori κατηγορία ερμηνείας της ιστορίας για ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Είναι μια ποιοτική, μη εξελικτική σύλληψη του ιστορικού χρόνου, όπου το πέρασμα από το παρελθόν είναι προϋπόθεση για το άλμα προς το μέλλον, που έρχεται σε αντιπαράθεση με την ποσοτική ανοδική πορεία προς την πρόοδο που εξέφραζε τόσο ο σοσιαλδημοκρατικός μεταρρυθμισμός, όσο και η πίστη στην ιστορική νομοτέλεια του ιστορικού κομμουνιστικού ρεύματος». (Συνέντευξη Μ. Λεβύ, 2018)
Η Αποκαλυπτική διάσταση του χρόνου, η αναμόρφωση του κόσμου διά της βίας της Αποκάλυψης (Δευτέρα Παρουσία, ο Μεσσίας συνήθως είναι τιμωρός-εκδικητής) ο ζήλος για τον αγώνα, η βεβαιότητα για τη νίκη και η ηθική αναγέννηση μιας νέας ουτοπίας-χριστιανικού σοσιαλισμού, έχουν τυπικά θρησκευτικά χαρακτηριστικά.
Ανορθολογισμός και μεταφυσική της αντι-διαλεκτικής σκέψης
Ο ανορθολογισμός ελλοχεύει στη μεσσιανική αντίληψη, όπως επίσης και η αντίληψη περί του αναλλοίωτου στο χώρο και χρόνο έθνους-κράτους, εντάσσεται στην κατηγορία της μεταφυσικής, της πολιτικής θρησκείας και του μεσσιανισμού. Η θέση του ρομαντικού μεσσιανισμού για αντι-ιεραρχική, αντι-εξουσιαστική μεσσιανική λύτρωση δεν είναι παρά μια θέση θεολογική και ατεκμηρίωτη. Ο «δημοκρατικός» μεσσιανισμός παραμένει πάντα μεσσιανισμός. Όπως το επισημαίνει εύστοχα ο Μ. Λεβύ: «Στη σχέση ανάμεσα στο μεσσιανισμό και το μαρξιστικό διαλεκτικό υλισμό δε μπορεί παρά να παρατηρήσει κανείς τη βασική αντινομία ανάμεσα στον αθεϊσμό και τη θρησκεία, τον υλισμό και την πνευματικότητα, το ρομαντισμό και τον ορθολογισμό.
Στη ρομαντική κριτική της νεωτερικής ορθολογικότητας ελλοχεύει σίγουρα ο κίνδυνος του ανορθολογισμού. Αυτό που μπορεί να πει κανείς, με βεβαιότητα πάντως, είναι ότι η γενιά αυτή των στοχαστών κατάφερε να αποφύγει τις δυο πιο καταστροφικές μορφές συνδυασμού της μεσσιανικής σκέψης με την πολιτική: αφενός τη λατρεία του κράτους και την πολιτική θρησκεία του έθνους-κράτους, καθώς η έχθρα για το κράτος που τους χαρακτήριζε ήταν διαμετρικά αντίθετη με τον θριαμβευτικό κρατικό μεσσιανισμό, κι αφετέρου τη λατρεία του ηγέτη, με τη μορφή του αλάνθαστου αυταρχικού Μεσσία. Στη σκέψη τους, ο Μεσσίας ως χαρισματικός σωτήρας, προφήτης ή χιλιαστικός ήρωας απουσιάζει. Πρόκειται για έναν απρόσωπο μεσσιανισμό χωρίς Μεσσία». (από τη συνέντευξη του Μ. Λεβύ, 2018)
Η συνολική αντίληψη για την ιστορία και το χρόνο παραμένει ανορθολογική, αντι-επιστημονική, κατά βάση μεταφυσική. Γράφει ο Μ. Λεβύ παρουσιάζοντας τη Θέση 6 από τις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας και τον μεταφυσικό ανορθολογισμό του Β. Μπένγιαμιν: «Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώριση του τρόπου με τον οποίο υπήρξε πραγματικά. Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης, καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου. Για τον ιστορικό υλισμό το ζήτημα είναι να συλλάβει μια εικόνα του παρελθόντος καθώς αυτή εμφανίζεται απροσδόκητα στο ιστορικό υποκείμενο, τη στιγμή του κινδύνου. Ο κίνδυνος απειλεί τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης, όσο και τους παραλήπτες του. Και για τους δύο είναι ο ίδιος: Να γίνουν όργανα της κυρίαρχης τάξης. Κάθε εποχή πρέπει να κάνει τη δική της προσπάθεια για την εκ νέου αρπαγή της παράδοσης από τον κομφορμισμό, που είναι έτοιμος να την καταδυναστεύσει, γιατί ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο σαν λυτρωτής, αλλά και σαν νικητής του Αντιχρίστου. Το χάρισμα να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν έχει εκείνος μόνο ο ιστορικός που είναι απόλυτα πεισμένος ότι ούτε ακόμα κι οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό, εάν αυτός νικήσει κι ο εχθρός αυτός δεν έχει πάψει να νικά» (Βάλτερ Μπένγιαμιν. Θέση 6: Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας) (από τη συνέντευξη του Μ. Λεβύ, 2018).
Στην ουσία αντιμετωπίζει όλα τα θεωρητικά προβλήματα διαύγασης και κατανόησης της πραγματικότητας μέσα από τον μεταφυσικό υποβιβασμό σε καλό και σε κακό, καλή θεωρία και «κακή» απόκλιση από την καλή θεωρία. Πρόκειται για μεταφυσική αναγωγή του προβλήματος στη μεσσιανική αντίληψη υπαγωγής του ιστορικού υλισμού σε «μεσσιανική κατηγορία» ώς την «οριστική νίκη» και δικαίωση ψυχών, νεκρών και ζωντανών.
Όλα αυτά έχουν μια αξία, οπωσδήποτε αγγίζουν πλευρές του ψυχισμού των αγωνιστών στην ιστορία της ανθρωπότητας ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση. Όσο ανεπαρκής όμως και περιορισμένη η κατανόηση της πραγματικότητας, τόσο περισσότερος ο χώρος για ανορθολογισμό και μεταφυσική πίστη. Από αυτή τη μεταφυσική πίστη, η οποία δεν ταυτίζεται με την πεποίθηση ή προσδοκία ή αγωνιστική στράτευση, δεν εξαιρούνται προνομιακά ούτε «πιστοί» της επαναστατικής θεωρίας και πράξης, οι οποίοι αναλόγως των προτιμήσεων «θεοποιούν» είτε τους ιστορικούς ηγέτες της, είτε «την εργατική τάξη και το κόμμα της», ή σχηματοποιούν εν είδει Δέκα Εντολών, προσωπικές προτιμήσεις κλπ (ταξική πάλη, κίνημα, κόμμα).
Βασικοί φιλοσοφικοί πυλώνες της τάσης του ρομαντικού ρεύματος, συμπεριλαμβανομένης και της επαναστατικής του αντικαπιταλιστικής τάσης, είναι ο ιδεαλισμός, η βουλησιαρχία, η αντι-διαλεκτική σκέψη (για την ανάδειξή τους όμως η έκταση ενός άρθρου δεν αρκεί), η καταστατική του μεταφυσική-ανορθολογική βάση: «Στη ρομαντική κριτική της νεωτερικής ορθολογικότητας ελλοχεύει σίγουρα ο κίνδυνος του ανορθολογισμού… Στη σκέψη τους, ο Μεσσίας ως χαρισματικός σωτήρας, προφήτης ή χιλιαστικός ήρωας απουσιάζει. Πρόκειται για μια ρομαντική επαναστατικότητα μακριά από τις αυταρχικές, ανορθολογικές και σκοταδιστικές τάσεις του αντιδραστικού ρομαντισμού.» (Συνέντευξη Μ. Λεβύ, 2018)
Κοινοτισμός και μεσσιανική τάση από τη μια και η αντικοινωνική μηδενιστική βία είναι ιδεολογίες αντι-ιστορικές: εμφανίζουν μια στιγμιαία κατάσταση της κοινωνικής πραγματικότητας ως καθολική και αιώνια απεικόνιση, ως πραγματικότητα που συμβαίνει σε κάθε τόπο και χρόνο. Με τον όρο «κοινωνιστές» δεν εννοούμε αυτούς που έχουν κοινωνικές αναφορές ή επιδιώκουν την κοινωνική απεύθυνση, αλλά αυτούς που ηθικοποιούν τον κοινωνικό αγώνα, εμφανίζοντας την κοινωνία ως συμπυκνωμένο Καλό που μάχεται εναντίον του συμπυκνωμένου Κακού (του Κράτους). Αναλύουν την κοινωνία μέσα στην ιστορική της κίνηση, ως διαδοχή μεταβατικών κοινωνικών μορφών, ως γένεση του νέου μέσα από το παλιό, ως διαρκές γίγνεσθαι. Αδυνατούν να δουν τα κοινωνικά φαινόμενα μέσα στην αντιφατικότητά τους, την αλληλεπίδρασή τους και την αλληλοδιαδοχή τους. Παρά τη φαινομενική αντιπαλότητά τους είναι δύο όψεις του ίδιου μεταφυσικού νομίσματος: ως αντιδιαλεκτικές ιδεολογίες βλέπουν από κοινού τον κόσμο κομμένο σε βολικές φέτες.
1. Νιχιλισμός12Με τον όρο νιχιλισμός ή μηδενισμός εδώ αναφέρεται αποκλειστικά το επαναστατικό κίνημα της Ρωσίας που επεδίωκε την ανατροπή του τσαρισμού με τεροριστικές μεθόδους και όχι ο ηθικός ή φιλοσοφικός μηδενισμός της Δυτικής Ευρώπης. Το πρόγραμμά του συνοψιζόταν στην ιδεολογική προπαγάνδα, την τεροριστική δράση, τη συνωμοτική οργάνωση και την αυτοδιεύθυνση της ζωής και της παραγωγής σε (αγροτικές κυρίως) κολλεκτίβες. και Αποκαλυπτική βία: Οι μεσσιανικές απαρχές του μηδενισμού
— Για εξήγησέ μου επιτέλους… ποιος είναι ο σκοπός σας;
— Να καταστραφούν τα πάντα… Να μην υπάρχουν πια έθνη, ούτε κυβερνήσεις, ούτε ιδιοκτησία, ούτε θεός, ούτε θρησκεία.
— Καταλαβαίνω. Αλλά πού θα οδηγήσει κάτι τέτοιο;
— Στην κομμουνιστική κοινωνία, έναν κόσμο καινούργιο στον οποίο όλα θα ξεκινούν από την αρχή.
— Και πώς θα το πραγματοποιήσετε; Πώς λογαριάζετε να δράσετε;
— Με τη φωτιά, με το δηλητήριο, με το μαχαίρι. Ο ληστής είναι ο αληθινός ήρωας, είναι ο εκδικητής του λαού. Είναι ο επαναστάτης που ενεργεί χωρίς φράσεις παρμένες από τα βιβλία. Μια σειρά από τρομερές απόπειρες πρέπει να τρομοκρατήσει τους ισχυρούς και να ξυπνήσει τον λαό. (Εμίλ Ζολά: Ζερμινάλ)
Μετά την αποτυχία της «Καθόδου στο λαό» και της ειρηνικής προπαγάνδισης του σοσιαλισμού, ο μηδενισμός στην τσαρική Ρωσία αποκτά μια πιο σφιχτή δομή, μαζικοποιείται και εγκαταλείπει σιγά-σιγά τον αναρχικό φεντεραλισμό υιοθετώντας τη μπλανκιστική συγκεντρωτική δομή κι έναν νέο λαϊκό σοσιαλισμό (ναροντνικισμό). Ο νιχιλισμός ουσιαστικά γεννά το ναροντνικισμό, με «κόκκινη γραμμή» σύνδεσής τους τη συνωμοτική οργάνωση και τον τερορισμό. (Ως ατομική, τρομοκρατική βία καλούμε τη βία ομάδων οι οποίες δεν συνδέονται με το μαζικό εργατικό κίνημα και τις διαδικασίες του.)
Έτσι, το 1878 η οργάνωση Ζέμλια ι Βόλια (Γη και Ελευθερία, η οποία την 1η Μάρτη του 1881 δολοφονεί τον τσάρο), δηλώνει: «… Ανάμεσα στα διάφορα είδη του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλισμού, δίχως δισταγμό επιλέγουμε τη φεντεραλιστική Διεθνή, δηλαδή τους αναρχικούς.»
Για τον Μπακούνιν, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ως πρόγονος του συγχρόνου αναρχοπρωτογονισμού, η ανάγκη της ισοπεδωτικής, καταστροφικής βίας έμπαινε τόσο επιτακτικά ακόμη κι αν η κοινωνική επανάσταση έπρεπε να πάει πιο πίσω κι από τον Μεσαίωνα, στην πρωτόγονη κοινωνία. Από τον κομμουνισμό του στρατώνα στον κομμουνισμό των καρποσυλλεκτών, δηλαδή.
Για τον Νίτσε, ο νιχιλισμός είναι η απελπισμένη διαμαρτυρία απέναντι στην απαξίωση του πνεύματος το οποίο παύει πλέον να δίνει νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη, ο άνθρωπος παραδόθηκε στη φθορά του κενού, το τυχαίο και το παράλογο, στη βία των πιο σκοτεινών βιολογικών δυνάμεων που αποδέσμευσε η απουσία κάθε ανώτερης αξίας και ανώτερου ελέγχου. (Παπαϊωάννου, χ.χ.: 115)
Οπωσδήποτε σε αυτή την πικρή διαπίστωση του Νίτσε, πατέρα των υπερσυντηρητικών ρομαντικών, παραδίδονται χωρίς πρόταση διεξόδου και προοπτικής, υπερθεματίζοντας με επιδείξεις θεωρητικού κυνισμού και με μια μεταφυσική χωρίς θεό, οι επίγονοι και θαυμαστές του Νίτσε, όπως οι Heidegger, Spengler κ.ά.
Οι Βαρκάρηδες, η τρομοκρατική βουλγάρικη τρομομηδενιστική ομάδα –ίνδαλμα για τους σύγχρονους αναρχικούς– δρα στη Θεσσαλονίκη (1898-1903), σχεδιάζοντας εντυπωσιακά χτυπήματα (τα περισσότερα μεγαλεπήβολα και αποτυχημένα) απέναντι σε διπλωματικούς και στρατιωτικούς-οικονομικούς στόχους. Aυτοχαρακτηρίζεται ως «μια χούφτα φανατικοί που κατεβαίνουμε αλαλάζοντας το πλατύ ποτάμι της Ιστορίας. Και θα φτάσουμε εκεί», εγκαταλείποντας τα όρια της έννομης τάξης, στις ελεύθερες και άγριες θάλασσες της παρανομίας.
Σε αντίθεση με τον κομμουνισμό των Μαρξ και Ένγκελς της αέναης ανάπτυξης, οι Ρώσοι νιχιλιστές έχουν μια εσχατολογική αντίληψη της αταξικής κοινωνίας, αφού την βλέπουν ως αποτέλεσμα μιας ισοπεδωτικά βίαιης και Αποκαλυπτικής επανάστασης. Λέει αποκαλυπτικά ο Α. Χέρτσεν: «Τι θα βγει από την επερχόμενη επανάσταση; Ας γίνει ό,τι γίνει. Αρκεί να ξέρουμε ότι σ’ αυτή την πυρκαγιά, που θα την ανάψει η τρέλα, το μίσος, η εκδίκηση και η διχόνοια, ο κόσμος θα χαθεί. Συνεπώς, Ζήτω το χάος, Ζήτω ο θάνατος… Δική μας δουλειά είναι η παθιασμένη, πλήρης, ολοκληρωτική και ανελέητη καταστροφή.» (Συλλογικό, 2011) Στο ίδιο μήκος κύματος της Αποκαλυπτικής καταστροφής, ο Ντιμίτρι Πισάρεφ προσθέτει: «Θέλουμε να είμαστε χρήσιμοι για την κοινωνία. Απλά επί του παρόντος, η άρνηση και η ολοκληρωτική καταστροφή της είναι ότι πιο χρήσιμο.» (Συλλογικό, 2011)
Ο αυταρχικός αναρχοσοσιαλισμός του Νετσάγεφ και του πρώιμου Μπακούνιν – ακόμη μπλανκιστή στο πλαίσιο της ‘Α Διεθνούς, διακηρύσσει τη δικτατορία της επαναστατικής ελίτ, τον φεντεραλιστικό σοσιαλισμό, την υπερσυγκέντρωση των μέσων παραγωγής σε μια επιτροπή, οργάνωση σε κολεκτίβες και υποχρεωτική εργασία υπό την απειλή θανάτου! Ο ωμός κομμουνισμός τους τύπου στρατώνα προκάλεσε τα ειρωνικά σχόλια των Μαρξ και Ένγκελς: «Εδώ τα έχετε όλα: κοινοτικό φαγητό, κοινοτικό ύπνο, διευθύνοντες και υπηρεσίες που θα ρυθμίζουν την εκπαίδευση, την παραγωγή, την κατανάλωση, με λίγα λόγια όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες και το επιστέγασμα όλων αυτών, η Επιτροπή μας, ανώνυμη και άγνωστη σε όλους, ως υπέρτατος διευθύνων. Αυτό είναι πραγματικά ο καθαρότερος αντι-αυταρχισμός.» (Συλλογικό, 2011)
Η τακτική της ατομικής βίας καταδικάστηκε από το κομμουνιστικό κίνημα και τους κυριότερους εκπροσώπους του. Η εμπειρία του «αντάρτικου πόλεων» ανέδειξε την τραγική αυτονόμηση ατόμων και ομάδων από τις διαδικασίες του κινήματος και την εκούσα-άκουσα αυτοανακήρυξή τους σε αδιαμφισβήτητο «επαναστατικό» Μεσσία, με «τελετουργική» υπαγωγή όλης της συνωμοτικής δράσης στον εικαζόμενο κάθε φορά «υπέρτατο σκοπό», την πρωταρχικότητα των «μέσων» επί των σκοπών, της πεφωτισμένης ηγεσίας επί της απούσας, «αδαούς» τάξης, την τραγική τους κατάληξη σε μιλιταριστικές πρακτικές και αντιλήψεις που φλερτάρουν με το μηδενισμό και τον αμοραλισμό.
Σχεδόν προφητικά ο Ένγκελς, κριτικάροντας τον επαναστατικό ελιτισμό και τη συγκεντρωτική μορφή οργάνωσης του μπλανκισμού, κατέληγε στο συμπέρασμα πως αναπόφευκτα μια τέτοια μορφή οργάνωσης θα μετέτρεπε τη δικτατορία του προλεταριάτου –δηλαδή την πιο πλατιά δημοκρατία της λαϊκής αντεξουσίας– σε δικτατορία ενός ή περισσότερων προσώπων, επί του προλεταριάτου.
Ο Ένγκελς, υπερασπιζόμενος ένα μη θεοκρατικό κι όχι αντι-θρησκευτικό κράτος, όταν οι μπλανκιστές της Παρισινής Κομμούνας θέλησαν να απαγορεύσουν διά νόμου την θρησκεία, γράφει: «Κι αυτή η απαίτηση να γίνουν οι άνθρωποί άθεοι “με διαταγή του Μουφτή” υπογράφεται από δύο μέλη της Κομμούνας, που σίγουρα έχουν όλον τον καιρό να διαπιστώσουν ότι μπορείς να διατάζεις οτιδήποτε στα χαρτιά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πραγματοποιηθεί και δεύτερον, ότι ο διωγμός είναι ο καλύτερος τρόπος για να ενισχυθούν οι ανεπιθύμητες πεποιθήσεις». (Συλλογικό, 2011)
Ο Λένιν καταδικάζει την εν λόγω τακτική στο Τι να κάνουμε (1890), στη μεταγενέστερη μπροσούρα του, όμως, Για τον παρτιζάνικο πόλεμο (1905), θέτει ως προϋποθέσεις για την παρτιζάνικη τακτική τη συγκυρία της ταξικής πάλης, δηλ. την ύπαρξη προ-επαναστατικής κατάστασης και την οργανική σχέση των επαναστατών με το μαζικό εργατικό κίνημα. Ο Λένιν δε θέτει ηθικής φύσης ενστάσεις στην άσκηση επαναστατικής βίας, η κριτική του εστιάζεται περισσότερο στο ξεκαθάρισμα των προτεραιοτήτων του εργατικού κινήματος. Η κριτική του στοχεύει περισσότερο στη βία μπλανκιστικού (συνωμοτικού) τύπου κι όχι στη μαζική επαναστατική βία και ως μέσο αυτοάμυνας του κινήματος. (Μπελαντής, Οικονομάκης, 2004: 180)
Ο νιχιλισμός, η μηδενιστική ατομική τρομοκρατία, δεν έχει τίποτα κοινό με τη μαζική επαναστατική βία, η οποία είτε ως μορφή λαϊκής αυτοάμυνας, είτε ως επαναστατική ρήξη με την κεντρική εξουσία, προϋποθέτει συνθήκες επαναστατικής κατάστασης οι οποίες παροξύνονται με τη συνειδητή επαναστατική δράση κάποιου επαναστατικού κόμματος/μετώπου, η «τάξη» μετασχηματίζεται σε τάξη για τον εαυτό της, διαμορφώνοντας συνθήκες δυαδικής εξουσίας· απονομιμοποιεί την προηγούμενη νομιμότητα και κατατείνει στη διαμόρφωση κατάστασης νέας και στη δημιουργία επαναστατικού-μεταβατικού κράτους το οποίο τείνει στο μαρασμό του, με την αυτόνομη συγκρότηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων της, την πορεία άρσης κάθε εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής κ.λπ.
Αντί επιλόγου
Κατά τη γνώμη μας, εκεί όπου υπάρχει ζήτημα σύγκλισης ρευμάτων, με την έννοια της εκλεκτικής συγγένειας του Μ. Λεβύ (χωρίς να είναι η μόνη, βλέπε σύγκλιση μηδενιστικών άκρων ρομαντισμού-φασισμού στο Μεσοπόλεμο, μεταγραφές Τζεντίλε-Ρόσσι κ.ά.), δεν είναι η προβοκατόρικη σύγκλιση «κόκκινου» και μαύρου ολοκληρωτισμού, αλλά αφορά την εκλεκτική συγγένεια των ρευμάτων του ρομαντικού αντικαπιταλισμού (Σορέλ), ειδικά της μεσσιανικής του πτέρυγας (Λαντάουερ) και της μηδενιστικής, αντεπαναστατικής βίας και τρομοκρατίας (Νετσάγεφ, Novatore). Η μηδενιστική, μεσσιανική βία είναι το πεδίο σύγκλισης και οβιδιακών μεταμορφώσεων-μεταγραφών από το ένα ρεύμα στο άλλο σε έναν θολό, ανορθολογικό-μυστικιστικό τόπο ιδεών.
Οπωσδήποτε οι χιμαιρικές απόψεις και στάσεις των ουτοπικών ρευμάτων αποτελούν στην ουσία δογματικές προσεγγίσεις και επιβιώσεις μεσσιανικών αντιλήψεων, οι οποίες, όπως και οι θρησκευτικές άλλωστε, αναπαράγονται πάνω στο έδαφος της σκληρής εκμεταλλευτικής πραγματικότητας, ιδιαίτερα σε καιρούς κρίσης και εγκλωβίζονται σε ουτοπικές εμμονές και μεσσιανικές κραυγές.
Σήμερα, ακόμη διατηρούνται παρόμοιες μεσσιανικές ιδέες περί της έλευσης ενός μελλοντικού αναμορφωτή της ανθρωπότητας με διάφορες προεκτάσεις, άλλοτε λαϊκίστικης σωτηριολογίας και άλλοτε καταστροφολογίας, οι οποίες, όπως και να ‘χει, πηγάζουν κυρίως από τον πόθο μιας καλύτερης και δίκαιης ζωής των λαών επί της γης.
Ο πολιτικός μεσσιανισμός, λοιπόν, μπορεί να ενδύεται οποιαδήποτε περιβολή, «αναρχική» ή «κομμουνιστική», να φαντασιώνεται ό,τι θέλει για τον εαυτό του, αλλά να παραμένει πάντα εν αγνοία του μεσσιανισμός, ουτοπικός, αδιάλλακτος και αφόρητα δογματικός, παπαδίστικος στο όνομα των πιο ευγενικών ιδεών, αφοριστικός και άτεγκτος στο όνομα της αποφασιστικότητας. Η δογματική αντίληψη μιας υπερεπαναστατικής πολιτικής ταυτοτήτων, όπως γίνεται συνήθως με τις ριζοσπαστικές και αναρχικές ομάδες, παραφορτώνει με ιδεολογικά φτιασίδια αντί γειωμένης επαναστατικής θεωρίας, προσδίδοντας στην πολιτική στράτευση όλη τη δόξα του … Ροσινάντε.
Θρησκεία και αναρχία έχουν κοινά μεθοδολογικά χαρακτηριστικά. Παρά τις πλευρές ριζοσπαστικής κριτικής της «Κοιλάδας των δακρύων», τα ρεύματα του μηδενισμού και της ατομικής τρομοκρατίας (τύπου black block) είναι αντιδραστικά.
Τα ρεύματα του πρωτογονισμού και του μεσσιανισμού αντιμετωπίζουν το όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης ως επιστροφή στο παρελθόν του πρωτόγονου κοινοτισμού και όχι ως το μέλλον της εργατικής χειραφέτησης. Το πρόταγμά τους, η εξισωτική αγροτική κοινότητα, στηρίζεται σε έναν ανεπαρκή «κομμουνισμό» της εξισωτικής κατανάλωσης και του πλιάτσικου και όχι της μη εκμεταλλευτικής αναδιοργάνωσης και εργατικής αυτοδιεύθυνσης της παραγωγής.
Απέναντι στον μεσσιανισμό των ανορθολογικών ρευμάτων, την απογείωση ή το σκοταδισμό, ο μαρξισμός ως επαναστατικός ρεαλισμός αφομοιώνει δημιουργικά, ενσωματώνει κριτικά τα προωθητικά στοιχεία (όπως έκανε κι ο ίδιος ο Μαρξ με τους μεγάλους oυτοπικούς), στοιχεία που από μόνα τους μπορεί και να συνιστούν νοσταλγία ή αντίδραση, εντάσσοντάς τα στο μαρξιστικό πλαίσιο μέσα από μια διαδικασία αφομοίωσης-άρνησης-υπέρβασης. Και ακριβώς αυτή η θεωρητική-πρακτική ανάπτυξη του μαρξισμού στη σύγχρονη εποχή είναι και το μεγάλο στοίχημα για το μέλλον της ανθρωπότητας.
Βιβλιογραφία
Billy Bragg & Amanda Palmer, «Τραγούδι για την αγροτική κομμούνα των Diggers»
Κάουτσκυ, Κ. (1982), Η καταγωγή του Χριστιανισμού, εκδ. Αναγνωστίδη
Κεχρής, Δ. (2015), «Το μεσσιανικό βασίλειο και η προλεταριακή επανάσταση». Το Περιοδικό, 26/09/2015
Κον, Ν. (2006), Αγώνες για την έλευση της χιλιετούς βασιλείας του Θεού, εκδ. Νησίδες
Κορδάτος, Γ. (1973), Αρχαίες θρησκείες και χριστιανισμός, εκδόσεις Αναγνωστίδη
Λέβυ Μ. (2018), «Συνέντευξη Μ. Λέβυ» (απομαγνητοφώνηση της εκπομπής AgitPop της 12.01.2018 στο Radiobubble)
Λένιν, Β. Ι. (2011), «Σοσιαλισμός και θρησκεία». Περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη, τ. 3, Σεπτ.-Δεκ. 2011, εκδ. Τόπος
Λούξεμπουργκ, Ρ. (2011), Μαρξιστική Σκέψη τ. 3, Σεπτ.- Δεκ. 2011, εκδ. Τόπος
Μπελαντής Δ., Οικονομάκης Γ. (2004), «Πολιτική βία και ηγεμονία και πάλη των τάξεων», Ουτοπία, τ. 58
Παπαϊωάννου, Κ. (1995), Ο άνθρωπος και ο ίσκιος του, εκδ. Το Ποντίκι
Συλλογικό (2011), Δελτίο Ασύμμετρη Απειλή, τ. 9.
Συλλογικό (χ.χ.α), Ο διάβολος στη σάρκα τους, τα απολωλότα πρόβατα του πληβειακού χριστιανισμού, εκδόσεις Ασύμμετρη Απειλή
Συλλογικό (χ.χ.β), Οι Βαρκάρηδες, η μηδενιστική ομάδα της Θεσσαλονίκης (1898-1903), εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου
Τριανταφύλλου, Σ. (2012), «Πολιτικός μεσσιανισμός (διαβάζοντας το Οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας του Τζ. Τοντόροφ)», 12/04/2012
Notes:
- Τραγούδι για την αγροτική κομμούνα των Diggers, στo Σάρεϊ Αγγλίας του 17ου αιώνα (Billy Bragg και Amanda Palmer): To 1649 στο Λόφο του Αγ. Γεωργίου ήρθαν οι Diggers με τα παλιόρουχά τους να φανερώσουν τη θέληση του λαού, αψηφώντας γαιοκτήμονες και νόμους. Ήταν οι αποδιωγμένοι που ζητούσαν πίσω ό,τι ήταν δικό τους. Ήρθαμε ειρηνικά είπαν, να οργώσουμε και να σπείρουμε, ήρθαμε να δουλέψουμε τα κοινά χωράφια και να κάνουμε τη χέρσα γη να βλαστήσει. Αυτή την κομματιασμένη γη να την κάνουμε ολόκληρη ένα κοινό θησαυροφυλάκιο για όλους. Το αμάρτημα της ιδιοκτησίας δεν το καταδεχόμαστε, κανείς δεν έχει δικαίωμα να πουλά και ν’ αγοράζει τη γη για κέρδος δικό του. Κλέβοντας και δολοφονώντας άρπαξαν (οι πλούσιοι) τη γη, τώρα με φράχτες και τοίχους τη χωρίζουν νόμους φτιάχνουν να μας αλυσοδέσουν σφιχτά. Mε ουρανό ο κλήρος μάς φλομώνει, στην κόλαση μάς ρίχνει. Δε θα λατρέψουμε το Θεό τους, αυτόν που ταΐζει πλούσιους, ενώ ο φτωχός λαός λιμοκτονεί. Δουλεύουμε και τρώμε μαζί, μαζί σηκώνουμε το φτυάρι (σαν όπλο), δε χρειαζόμαστε σπαθιά. Δε θα προσκυνήσουμε τους αφέντες, μήτε νοίκι θα πάρουν από μας οι τσιφλικάδες. Ελεύθεροι είμαστε, αν και φτωχοί. Εμπρός Diggers, σηκωθείτε, ψηλά για τη δόξα. Μαντάτα ήρθαν απ’ τους κύριους της γης, μισθοφόρους έστειλαν και στρατιώτες τον αγώνα των Diggers να σβήσουν. Τις αγροικίες τους γκρέμισαν, χάλασαν το καλαμπόκι, τούς σκόρπισαν, μόνο το όραμά τους δε λέει να φύγει. Πάρτε θάρρος φτωχοί, πλούσιοι φυλαχτείτε. Κοινός θησαυρός είναι η γη, να τον μοιράζονται όλοι. Όλα μαζί κοινά, όλος ο λαός ένα. Ήρθαν ειρηνικά - οι εντολές ήταν να τους τσακίσουν.
- Με τον όρο νιχιλισμός ή μηδενισμός εδώ αναφέρεται αποκλειστικά το επαναστατικό κίνημα της Ρωσίας που επεδίωκε την ανατροπή του τσαρισμού με τεροριστικές μεθόδους και όχι ο ηθικός ή φιλοσοφικός μηδενισμός της Δυτικής Ευρώπης. Το πρόγραμμά του συνοψιζόταν στην ιδεολογική προπαγάνδα, την τεροριστική δράση, τη συνωμοτική οργάνωση και την αυτοδιεύθυνση της ζωής και της παραγωγής σε (αγροτικές κυρίως) κολλεκτίβες.