Οι κοινωνικοί αγώνες στην επαναστατημένη Άνδρο αποτελούν ένα ξεχωριστού ενδιαφέροντος κεφάλαιο της ιστορίας της επανάστασης του 1821, καθώς αποτελούν κορυφαίο παράδειγμα της σχέσης εθνικού-κοινωνικού στο πλαίσιο του πολέμου για την ανεξαρτησία. Η εξέταση των διαθέσιμων αρχειακών πηγών και της σχετικής βιβλιογραφίας μάς φέρνει μπροστά σε έναν πλούτο πληροφοριών σχετικά με τα αίτια, τα πολιτικά υποκείμενα και τους στόχους των κοινωνικών αγώνων στην Άνδρο με κορυφαία στιγμή την ολιγόμηνη σύσταση παράλληλης δομής λαϊκής εξουσίας κατά το έτος 1822 με ιδιαίτερα ριζοσπαστικά αιτήματα για τον ελλαδικό χώρο της εποχής.

Αρχή

Οι εσωτερικές, κοινωνικού περιεχομένου, συγκρούσεις στο πλαίσιο της επανάστασης του 1821 έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης για τους ιστορικούς ερευνητές (και τα πολιτικά υποκείμενα) που θέλησαν να αναδείξουν την πολυπλοκότητα των κοινωνικών διεργασιών και σε κάθε περίπτωση να αποδομήσουν το σχήμα του πανεθνικού, πάνδημου και διαταξικού ξεσηκωμού κατά της οθωμανικής εξουσίας.

Η μελέτη της περίπτωσης της Άνδρου, ενός μικρού τόπου αλλά με αρκετό συγκεντρωμένο πλούτο και μεγάλες κοινωνικές ανισότητες, αποτελεί ένα από τα κορυφαία παραδείγματα ταξικών αγώνων εντός της διαδικασίας της Ελληνικής Επανάστασης και ως εκ τούτου προσφέρεται για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων όσον αφορά την αλληλοδιαπλοκή εθνικού-κοινωνικού στην ιστορία της επανάστασης του 1821.

Η Άνδρος, κατοικούμενη από περίπου τρεις χιλιάδες οικογένειες τις παραμονές της επανάστασης, παρουσίαζε μία σκληρή κοινωνική διαστρωμάτωση. Στο ανώτερο σημείο της κοινωνικής πυραμίδας βρίσκονταν περίπου εκατό οικογένειες «αρχόντων». Σε μια ενδιάμεση θέση βρισκόταν ένα στρώμα 350 ναυτικών οικογενειών, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων του νησιού ήταν γεωργοί και πραματευτάδες. Από τους χωρικούς ένα μεγάλο μέρος ήταν ακτήμονες αφού το μεγαλύτερο μέρος των ούτως ή άλλως περιορισμένων καλλιεργήσιμων εκτάσεων ανήκε στην τάξη των αρχόντων. Περαιτέρω, ναυτικοί και χωρικοί ήταν αποκλεισμένοι από κάθε διοικητική εξουσία, ακόμα κι από τις διαδικασίες εκλογής κοτζαμπάσηδων, οι οποίες ήταν αποκλειστικό προνόμιο των αρχοντικών οικογενειών και του ανώτερου κλήρου. Η διαφορά του πλούτου και της εξουσίας αντικατοπτριζόταν στην αρχιτεκτονική του νησιού όπου δέσποζαν οι ψηλοί αρχοντικοί πύργοι, συνήθως τριών ορόφων με μικρά παράθυρα, οικοδομημένοι κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν ν’ αντεπεξέλθουν σε μακρά πολιορκία. Ανάλογη ήταν η αποτύπωση των κοινωνικών ανισοτήτων και στον ενδυματολογικό τομέα με τους άρχοντες και τις αρχόντισσες να ξεχωρίζουν για την πολυτελή ενδυμασία τους, αποτελούμενη από απανωτά στρώματα ρούχων, κοσμημάτων και καπέλων (Γαϊτάνου, Κρητικού & Δαρδανός, 1989). Η σκληρή στάση των προεστών και κοτζαμπάσηδων απέναντι στην πλειοψηφία του πληθυσμού των νησιών στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μαρτυρείται από μια σειρά πηγές και είχε οδηγήσει σε απανωτές κοινωνικές εκρήξεις κατά την περίοδο πριν την επανάσταση. Άλλωστε, οι προεστοί της Άνδρου δεν είχαν διστάσει να συνεργαστούν με την οθωμανική εξουσία κατά του Λάμπρου Κατσώνη και των ανδρών του, γνωστών ως Λαμπρινών, οι οποίοι είχαν βρει καταφύγιο στο νησί μετά την ατυχή ναυμαχία του 1790 (Πασχάλης, 2004). Μάλιστα, δύο χρόνια πριν το ξέσπασμα της επανάστασης, οι κάτοικοι της Άνδρου ξεσηκώθηκαν εναντίον του κοτζαμπάση Αντώνιου Καμπάνη, ο οποίος τους ανάγκαζε να πωλούν στον ίδιο τα αγροτικά τους προϊόντα σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, πετυχαίνοντας την καθαίρεσή του, ενώ ένα παρόμοιο γεγονός σημειώθηκε και το επόμενο έτος με τους κατοίκους αυτή τη φορά να στρέφονται εναντίον του Καΐρη (Σταματόπουλος, 1979). Αξίζει να σημειωθεί ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η οθωμανική παρέμβαση δικαιώνει τους κατοίκους και δρα πυροσβεστικά. Ήταν αυτό το εύφλεκτο κοινωνικό υλικό που με την κατάρρευση των θεσμών και των έως τότε ισορροπιών που έφερε το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης, δημιούργησε τους κοινωνικούς αγώνες που θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια.

Το ξέσπασμα της επανάστασης απελευθερώνει την κοινωνική δυναμική

Η Άνδρος συγκαταλέγεται μέσα στα πρώτα νησιά που επαναστατούν μετά την κήρυξη της επανάστασης στην ηπειρωτική Ελλάδα. Συγκεκριμένα, μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στην Πελοπόννησο, ο Φιλικός, Δ. Χρυσαφόπουλος μεταβαίνει από την Τήνο στην Άνδρο και τον Μάιο του 1821, σε συνεννόηση με τον Λεόντιο Καμπάνη («ελληνικού τότε Δ.Δ.») ξεσηκώνει τους κατοίκους της για να συμμετάσχουν στην επανάσταση. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αμβρόσιο Φραντζή, «εκινδύνευσεν εκ τινων υπό των κατοίκων, ώστε ολίγον έλειψε να σταλή εις τους Οθωμανούς θύμα γενησόμενος υπέρ πατρίδος» (Φραντζής, 1841: 210). Εμφανίζεται, με άλλα λόγια, μία γνώριμη, ιδιαίτερα στα πρώτα βήματα της επανάστασης, αντίθεση ανάμεσα σε στοιχεία που υποστηρίζουν την επανάσταση και άλλα που δεν προτίθενται να διακινδυνεύσουν τη θέση που έχουν ήδη κατακτήσει στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου.

Παρά τις ταλαντεύσεις μέρους των αρχόντων, οι κάτοικοι της Άνδρου θα στρατολογηθούν μαζικά στο εκστρατευτικό σώμα που θα επιχειρήσει εναντίον του φρουρίου της Καρύστου στην Εύβοια. Σύμφωνα με τον Φραντζή, εξακόσιοι Άνδριοι θα πολεμήσουν κατά την πρώτη πολιορκία της Καρύστου, με τους περισσότερους να βρίσκουν τον θάνατο (Φραντζής, 1841). Για τους υπολοίπους, η επιστροφή στο νησί θα συνδυαστεί με την εγκαινίαση μιας νέας περιόδου αναταραχών, αυτή τη φορά εσωτερικών. Με το οθωμανικό σύστημα διοίκηση και εξουσίας να έχει καταρρεύσει και το αναδυόμενο ελληνικό επαναστατικό κράτος να μην έχει καταφέρει ακόμα να εγκαθιδρύσει την εξουσία του και να πετύχει την αναγνωρισιμότητά του από το σύνολο των πληθυσμών, δημιουργείται ένα κενό εξουσίας. Η ρύθμιση των κοινωνικών ζητημάτων είτε μένει μετέωρη, είτε επιχειρείται να γίνει εις βάρος των φτωχών στρωμάτων από όσους ήδη κατέχουν πλούτο και εξουσία στις τοπικές κοινωνίες. Αντιστρόφως όμως, οι φτωχοί πληθυσμοί βλέπουν μια ευκαιρία για αλλαγή ελπίζοντας πως το τέλος της οθωμανικής τυραννίας θα σημάνει τη γενική βελτίωση της θέσης τους και την κατάκτηση της πολυπόθητης κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε αυτό το τελευταίο ελπίζουν αρχικά ότι θα έχουν αρωγό τη νέα Διοίκηση. Όσο αυτή τους η προσμονή δεν ευοδώνεται γεννιέται η τάση ανυπακοής, αγώνα και επιβολής των δικαίων τους. Η Άνδρος, η οποία συγκεντρώνει μία σειρά κρίσιμα στοιχεία, αποτελεί το κορυφαίο παράδειγμα εμφάνισης αυτής της τάσης. Η αρχή θα γίνει, τον Απρίλιο του 1822, όταν δύο προεστοί της Άνδρου παίρνουν την πρωτοβουλία να προσφέρουν πλούσια δώρα στον οθωμανικό στόλο που διέρχεται κοντά από το νησί και να προσκυνήσουν τον καπετάν πασά, ναύαρχο του στόλου. Τότε σημειώνεται μία κινητοποίηση κατοίκων εναντίον τους, οι οποίοι τους αφαιρούν τα «δώρα» που προορίζονταν για τους Οθωμανούς ενώ έκαψαν τις οικίες τους και το πλοίο με το οποίο θα μετέβαιναν στα ανοιχτά του πελάγους για να επισκεφθούν τον καπετάν πασά. Στη συνέχεια μάλιστα, μετά από γενική συνέλευση, διόρισαν τον Δημήτριο Μπαλή ως διοικητή του νησιού (Φραντζής, 1841). Ο Μπαλής ήταν ένας απλός χωρικός, χωρίς αρχοντική καταγωγή, ο οποίος είχε έρθει σε επαφή με τις προοδευτικές ιδέες της εποχής και εξέφραζε ριζοσπαστικές θέσεις που συνδύαζαν τον εθνικό με τον κοινωνικό αγώνα. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, ο Μπαλής διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στους κοινωνικούς αγώνες που ξέσπασαν στην επαναστατημένη Άνδρο.

Ας δούμε πώς διαμορφώνεται η κατάσταση στην Άνδρο εκείνη την εποχή. Στις 19 Μαΐου 1822, ο πρώτος έπαρχος Άνδρου, Γεώργιος Κλήρης, συντάσσει αναφορά προς τον Ιωάννη Κωλέττη, υπουργό Εσωτερικών και Πολέμου. Ο Κλήρης παραπονιέται ότι πέντε μέρες αφότου έφτασε στην Άνδρο δεν έχουν φανεί ακόμα οι αρμοστές, ούτε έχει λάβει ο ίδιος τις απαραίτητες οδηγίες οι οποίες είναι «αναγκαιότατες […] εις όλας τα νήσους γενικώς και εξαιρέτως εις ταύτην, ήτις πάσχει από την μεγίστην αναρχίαν». Αν και αναφέρει πως η άφιξή του είχε ξυπνήσει το σέβας των κατοίκων προς τη Διοίκηση λίγο παρακάτω σημειώνει πως ενεργεί «μόνον επιπολαίως, διά να προξενώ φόβον εις τους ατάκτους» καθώς ελλείψει σαφών οδηγιών δεν μπορεί να επιβάλει συνολικά την τάξη στο νησί. Ο Κλήρης εμφανίζεται να αγωνιά για την καθυστέρηση της Διοίκησης να στείλει τους αρμοστές αφού πλησιάζει ο καιρός του θέρους και των μεταξιών με υπαρκτό το φόβο να χαθεί η δυνατότητα να αντληθούν πόροι για το Εθνικό Ταμείο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπογράμμιση του Κλήρη πως «οι πλουσιώτεροι ταύτης της νήσου είναι οι καλόγηροι των μοναστηρίων και οι ηγούμενοί τε και προηγούμενοι αυτών» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1981: 95-96).

Σε νέα αναφορά προς τον Ιωάννη Κωλέττη, μία εβδομάδα αργότερα, στις 26 Μαΐου, ο Γεώργιος Κλήρης σημειώνει πως: «Ο λαός της Άνδρου είναι άναρχος. […] Η νήσος έχει τους οποίους εξ επαγγέλματος απατώσιν τους αμαθείς λαούς. Εις αυτούς βράζουσι τα μεταξύ των πάθη. Διά να θεραπεύσουσι μεταχειρίζονται όργανα τον λαόν και τοιουτοτρόπως τον διασχίζουν εις φατρίας. Και εξ αυτών γεννάται και αταξία και αναρχία και εμπόδιον εις τους ιερούς σκοπούς της Υπέρτατης Διοικήσεως» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1981: 104).

Στις 8 Ιουνίου 1822 ο πρόεδρος του Εκτελεστικού απευθυνόμενος προς τον υπουργό (μινίστρο) των Εσωτερικών τον καλεί να γράψει προς τον έπαρχο της Άνδρου «ότι δεν πρέπει να περιμένη τους Αρμοστάς διά να βάλη τάξιν εις τα εκεί πράγματα, αλλ’ εφ’ όσον δύναται να εκπληρώνη με ακρίβειαν τα χρέη του, προσέχων εμφρόνως να φέρηται, ούτε φατρίαν τινά να εγκολπίζηται, ούτε δημοτερπής, ούτε των προυχόντων εναντίος ή υπερασπιστής να φαίνεται», συμπληρώνοντας πως πρέπει να διώκει τους αδικούντες και να προστατεύει τους νομοταγείς και φιλήσυχους πολίτες (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1971: 370- 371). Γίνεται φανερό πως στην Άνδρο υπάρχουν εσωτερικές αντιθέσεις, τόσο μεταξύ των φτωχών στρωμάτων και των αρχόντων, όσο και μεταξύ των τελευταίων, μίγμα που θα αποδειχθεί εκρηκτικό. Εντέλει, η θητεία του Κλήρη θα είναι εξαιρετικά σύντομη καθώς στις 23 Ιουνίου 1822 το Βουλευτικό αποφασίζει «την εκλογήν του Κωνσταντίνου Ράδου […] αντί του αμαρτήσαντος Κλήρη» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1971: 47). Χωρίς να γνωρίζουμε λεπτομέρειες, ο Κλήρης θα κατηγορηθεί για κατάχρηση της εξουσίας του και συμμαχία με συγκεκριμένους εκ των αρχόντων του νησιού. Οι αρμοστές των Νήσων σε επιστολή τους (11 Ιουλίου 1822) προς τον νέο έπαρχο της Άνδρου, Κωνσταντίνο Ράδο, αναφέρουν: «Έχομεν πάσαν πεπείθησιν ότι δεν θέλετε μιμηθή τον προκάτωχόν σας εις την τυραννίαν, αδικίας και ανόητα κινήματα, αλλά θέλετε φέρεσθαι προς τους κατοίκους της νήσου με ελληνισμόν, δικαιοσύνην και φρόνησιν, ώστε να γνωρίζωσι και αυτοί πραγματικώς ότι ελητρώθησαν» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1994: 121). Με την τελευταία φράση εμμέσως αναγνωρίζεται ότι για τον μέσο κάτοικο της Άνδρου, η υπαγωγή στην ελληνική Διοίκηση δεν σήμαινε αυτόματα μία αίσθηση λύτρωσης και απελευθέρωσης. Η απαίτηση διαρκούς ενίσχυσης του αγώνα σε χρήμα, αγροτικά/κτηνοτροφικά προϊόντα και πλοία και η μεταφορά πόρων προς την Ύδρα ή την ηπειρωτική Ελλάδα, μαζί με τη διατήρηση της ταξικής διαστρωμάτωσης της οθωμανικής εποχής, δημιουργούσαν δυσαρέσκεια στους φτωχούς κατοίκους αλλά και σε τμήμα των αρχόντων.11Δεν είναι τυχαίο ότι κατά το β’ μισό του 1822 το ζήτημα των φορολογικών απαιτήσεων της κεντρικής Διοίκησης ξεσηκώνει κύμα αντιδράσεων και άρνησης καταβολής φόρων στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, εξέλιξη στην οποία οι αρμοστές των νησιών απαντούν με την απειλή βίαιης καταστολής των κατοίκων.

Στις 18 Ιουλίου ο Ράδος ενημερώνει τους αρμοστές των Νήσων ότι κατά την άφιξή του στην Άνδρο είχε βρει τον Κλήρη ουσιαστικά αιχμάλωτο στο εσωτερικό του νησιού λόγω της μόνιμης διαμάχης του με τους κατοίκους. Ισχυρίζεται δε πως ο ίδιος έπεισε τους κατοίκους να τον απελευθερώσουν με το επιχείρημα ότι μόνο η κεντρική Διοίκηση δικαιούται να τον κρίνει. Όμως, μετά την αναχώρηση του Κλήρη οι κάτοικοι στρέφονται και εναντίον του νέου επάρχου. Όπως καταγράφει ο ίδιος ο Ράδος: «Μόλις ελευθερώθην από αυτόν, και άρχισαν διά το κίνημα του Καϊάμπεη να διασπείρωνται τόσαι τερατώδεις ψευδείς ειδήσεις, ώστε εκινδύνευεν και αυτή η ζωή μου από τους ατάκτους, και εστέ βέβαιοι, ότι αν δεν επρολάμβανε να αναχωρήση ο προκάτοχός μου, εγίνετο παρανάλωμα της θηριότητός των» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1994: 123-124). Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, στο ήδη προαναφερθέν υπόστρωμα δυσαρέσκειας προστίθεται και η ανησυχία για μια πιθανή ανεπιτυχή έκβαση της επανάστασης.

Η εξέγερση της Άνδρου και η βραχύβια περίοδος λαϊκής εξουσίας

Στις 25 Ιουλίου 1822, ο νέος έπαρχος Κωνσταντίνος Ράδος στέλνει αναφορά στην Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας και τον υπουργό Εσωτερικών, Ιωάννη Κωλέττη, λέγοντας πως δεν κατάφερε να συλλέξει τα χρήματα που έπρεπε καθώς ο προκάτοχός του δεν άφησε επίσημα έγγραφα στα οποία να μπορεί να βασιστεί για να ζητήσει χρήματα από τους ντόπιους (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1981). Λίγες ημέρες αργότερα, στις 28 Ιουλίου, μία σημαντική εξέγερση θα ξεσπάσει στο νησί της Άνδρου. Ήδη από τις 12 Αυγούστου, ο έπαρχος Άνδρου ενημερώνει τους αρμοστές των Νήσων πως εκδίωξε από το νησί δύο άρχοντες «διά την ησυχίαν μας εξορίσαμεν δύω από τους πρωταιτίους δημεγέρτας, τον τε κάκιστον Δημήτριον Καΐρην και Λεονάρδον Μπίστην. […] Η νήσος κατά το παρόν ησυχάζει, πλην έχει ακόμη άκανθας και χρειάζονται εκρίζωμα» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1994: 131). Το γεγονός αυτό ενδεχομένως να υποδηλώνει ότι στην αρχική φάση υπήρξε είτε υποκίνηση, είτε προσπάθεια αξιοποίησης της εξέγερσης από μερίδα αρχόντων. Όπως όμως σύντομα θα φανεί, η εκδίωξη των δύο αρχόντων δεν θα είναι ικανή να ανακόψει την πορεία των γεγονότων. Ο γραμματέας του Ράδου, Βαπτιστής Δρόσος, γράφει προς τους αρμοστές των Νήσων στις 30 Αυγούστου 1822, περιγράφοντας την κατάσταση που επικρατεί στο νησί: «Μερικοί απειθείς και κακούργοι κατά την 28 του ήδη λήγοντος εκίνησαν εις επανάστασιν τους κατοίκους του Άνω Κάστρου. Ούτοι συναχθέντες έγραψαν προσκλητικόν εις τον έπαρχον διά να υπάγη να τω ομιλήσωσι και να ησυχάσουν». Ανταποκρινόμενος στο αίτημα του εξεγερμένου λαού, ο έπαρχος θα πάει να τους συναντήσει συνοδευόμενος από δυο πρόκριτους καραβοκύρηδες αλλά «εκεί φθάνοντας τον έλαβον εις χείρας και τον σείρουν ατίμως από χωρίον εις χωρίον ασυκόνοντες δυναστικώς τον λαόν μετά μαχαιρών και ξύλων. Εις τον έπαρχον, ό,τι ειπούν όλα τα κάμνει διά της βίας.». Μη μπορώντας να ελέγξει την κατάσταση, η διοίκηση του νησιού αποφασίζει να ζητήσει βοήθεια από τον καπετάν Καρατάσο, ο οποίος τυχαίνει εκείνη την περίοδο να ελλιμενίζεται μαζί με τους άνδρες του στο βόρειο τμήμα του νησιού: «…Βλέποντες το κακόν ότι αύξανε και τον λαόν κινούμενον διά να επαναστατήση τον Αμόλοχον και τ’ άλλα χωρία αποφασίσαμεν και εγράψαμεν εις τον καπετάν Καρατάσσον μ’ όλους τους κατοίκους της Χώρας […] δια να ελευθερώση τον έπαρχον και να εμποδίση τον λαόν από του να κάμη τους κακούς σκοπούς του» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1994: 145-146).

Ουσιαστικά, η κεντρική εξουσία είχε καταλυθεί σε τμήματα της Άνδρου. Τα χωριά Άρνη, Πιτροφός, Μένητες, Πέρα Χωριά, Αλαδινό, Στενιές, Βουρκωτή αλλά και εν μέρει το Κόρθι, τα Αποίκια, τα Λάμυρα, ο Κόχυλος και η Καππαριά φέρονται να συμμετείχαν στο κίνημα των κολίγων που σε πρώτη φάση στόχευσε πύργους αρχόντων, υπεύθυνων για τη συλλογή φόρων, στους οποίους επιτέθηκαν και σε ορισμένες περιπτώσεις έκαψαν (Πολέμης, 1981: 123-124). Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια του κινήματος κάηκαν οι εξής πύργοι: Στον Αμόλοχο ο πύργος του Γιαννούλη, διάφοροι πύργοι στο Κόρθι, οι πύργοι του Λεονάρδου Πολέμη και του Δημητρίου Καΐρη Ορφανού (Δημητράκαρου) στη Μεσαριά, ο οποίος όπως λέγεται παραλίγο να δολοφονηθεί, ενώ έγινε απόπειρα να καεί και ο πύργος του Σταματέλου Μπίστη στα Αποίκια. Όσον αφορά τους δύο πρώτους, δεν πρέπει να είναι άσχετο το γεγονός ότι, αν και άρχοντες και επιφανείς πολίτες της Άνδρου, οι υπογραφές τους απουσίαζαν από το πρακτικό κήρυξης της επανάστασης στο νησί της Άνδρου, το οποίο υπογράφηκε στις 10 Μαΐου 1821 από πάνω από πενήντα άρχοντες, καραβοκύρηδες και επιφανείς πολίτες του νησιού. Το γεγονός αυτό έχει σημασία, καθώς όπως θα δούμε στη συνέχεια, ο Μπαλής θα επικαλεστεί μπροστά στους απεσταλμένους της κεντρικής Διοίκησης πως κινούνταν κατά ατόμων που είχαν προβεί σε προδοσία του αγώνα (Οικονόμου, 2007) Μια ακόμη πτυχή του κινήματος στην Άνδρο, που το ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα λαϊκά ξεσπάσματα στα νησιά των Κυκλάδων και αλλού, ήταν πως εδώ ο εξεγερμένοι φτωχοί αγρότες και ναυτικοί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, προχωρούν στην εκλογή δικών τους διοικητικών οργάνων εκδίδοντας μανιφέστο με βαθύ πολιτικό περιεχόμενο σοσιαλιστικού χαρακτήρα.

Κατά τις επόμενες αναφορές τους προς την κυβέρνηση, οι διοικητές της Άνδρου θα παραδεχτούν την ταξική φύση της εξέγερσης. Στις 9 Σεπτεμβρίου, ο Ράδος γράφει προς τον Κωλέττη επαναβεβαιώνοντας την αποτυχία συλλογής των 65.000 γροσίων από τους κατοίκους της Άνδρου, ποσό που είχε ζητήσει το Υπουργείο Εσωτερικών για να χρηματοδοτήσει την αγορά ή ναυπήγηση μπρικιών για τις ανάγκες του αγώνα. Προκειμένου να αιτιολογήσει την αποτυχία συλλογής φόρων, ο Ράδος την αποδίδει στην αντίδραση των κατοίκων εναντίον της ταξικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης που υφίσταντο και ταυτόχρονα στη δράση παλαιών πολεμιστών που είχαν επιστρέψει στο νησί, βρίσκονταν άεργοι και δημιούργησαν μεταξύ τους αδελφική ένωση. Πρόκειται για ένα μίγμα παραγόντων που ιστορικά επαναλαμβάνεται σε περιόδους πολέμων και ένοπλων αγώνων: «Ο λαός της νήσου ταύτης, ως προέγραψα, κατεδυναστεύετο από τους άρχοντας και ήδη όπου έυρισκεν αρμόδιον καιρόν η παραμικρά περίστασις τούς διεγείρει κατ’ αυτών. Και συγκινδυνεύει και αυτός ο διοικητής οπόταν προσπαθή να καθυσηχάση το άλογον κινημάτων, ως συνέβη και εις εμέ τον ίδιον. Οι εδώ κάτοικοι διεφθάρησαν από τους έξωθεν επιστρέψαντας συμπατριώτας των, οίτινες όντες διεφθαρμένοι και άεργοι, επί προφάσει να εκστρατεύσωσι κατά της Καρύστου, έκαμαν κατ’ αρχάς και ένα ολέθριον δεσμόν, ονομαζόμενοι αδελφοποιτοί, διά να συμβοηθώνται υπ’ αλλήλων χρείας τυχούσης.» Στη συνέχεια ο Ράδος ισχυρίζεται πως η δήθεν εκστρατεία εναντίον της Καρύστου κράτησε μοναχά μία ημέρα ενώ από τη στιγμή που επέστρεψαν οι συγκεκριμένοι κάτοικοι της Άνδρου «διατηρούν τον ανόητον όχλον εις απείθειαν και αταξίαν», προπαγανδίζοντας πως δεν υπάρχει Διοίκηση και πως οι έπαρχοι μοίρασαν με τους άρχοντες τα χρήματα που είχαν συλλέξει από τους κατοίκους για την κεντρική Διοίκηση και τον αγώνα. Ως αποτέλεσμα «ο λαός, μην έχων διάθεσιν να πληρώση, ευθύς παροξύνεται.» Όσον αφορά την πρόσκληση του Καρατάσου για να καταστείλει την εξέγερση, ο Ράδος εξιστορεί πως ένα πρωτοπαλίκαρο του Καρατάσου, ο Αναστάσιος Σκλαβούνος, πήρε το μέρος των στασιαστών υποστηρίζοντας πως δεν υπάρχει Διοίκηση (κυβέρνηση), πως ο έπαρχος ψεύδεται και πως αν διοριστεί ο ίδιος έπαρχος δεν θα τους επιβάλει κανέναν φόρο. Τότε κάποιοι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν και ακολούθησαν τον Σκλαβούνο μπαίνοντας σε ένα μοναστήρι. Εκεί έσπευσε και ο έπαρχος Ράδος για να τους καθησυχάσει, όμως τότε, όπως υποστηρίζει κρατήθηκε όμηρος και εκβιάστηκε να τους παραδώσει επίσημο έγγραφο που να στρέφεται εναντίον τεσσάρων επιφανών προσωπικοτήτων του νησιού, οι τρεις εξ αυτών επίτροποι των αρμοστών, υπεύθυνων για τη συλλογή φόρων. Ας δούμε πως περιγράφει ο ίδιος ο Ράδος το συμβάν: «Από το μοναστήρι με επήραν ακουσίως και διήγειρον τα χωρία βιαίως και ούτω εφθάσαμεν εις ένα χωρίον όπου ο προεστώς εκείνου του μέρους έχει δυνατόν πύργον, τον οποίον εδοκίμασαν να κυριεύσουν». Όταν απέτυχαν, όπως λέει ο Ράδος, κατέφυγαν σε ένα άλλο μέρος όπου διόρισαν δικούς τους προεστούς22Εδώ ο Ράδος μάλλον αναφέρεται στη συνέλευση της Μεσαριάς (βλ. στη συνέχεια). ενώ αργότερα προσθέτει πως «απ’ αρχής της επαναστάσεως τοιαύται δημεγερσίαι έγιναν πολλαί και έκαυσαν και πύργους αρχοντικούς». Ο Ράδος τελικά απελευθερώθηκε από άλλους άνδρες του καπετάν Καρατάσου, οι οποίοι μάλιστα συνέλαβαν και τον Σκλαβούνο, χωρίς όμως να καταφέρουν να καταπνίξουν το κίνημα που είχε εκδηλωθεί. Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το σημείο της αναφοράς του Ράδου όπου καλεί τη Διοίκηση να μη δώσει την παραμικρή ακρόαση και πίστη στους «πονηρούς λόγους» των στασιαστών οι οποίοι κατευθύνονται προς την έδρα της Διοίκησης ώστε να καταθέσουν τα παράπονά τους. Μάλιστα, η προτροπή αυτή του επάρχου, όπως αναφέρει, έχει γίνει «συμφώνως μετά των αρχόντων, οικοκυρίων και καραβοκυρίων» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1981: 148-150).

Από άλλη πηγή μαθαίνουμε ότι οι άνδρες του Καρατάσου κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν και τον Δημήτριο Μπαλή, φυλακίζοντάς τον σε πύργο. Το γεγονός όμως προκάλεσε σφοδρή αντίδραση των συντρόφων του Μπαλή, οι οποίοι όρμησαν εναντίον του πύργου και τον απελευθέρωσαν σακατεύοντας τους άνδρες του Καρατάσου (Δημητρόπουλος, 2020: 81).

Το ζήτημα της φορολογίας από τη νέα Διοίκηση αναδεικνύεται σε κομβικό και επηρεάζει όλους τους νησιωτικούς πληθυσμούς, οι οποίοι στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου τύγχαναν ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε σχέση με αυτούς της ηπειρωτικής Ελλάδας. Με έτερη επιστολή του Ράδου, την ίδια ημέρα, η Προσωρινή Διοίκηση και ο υπουργός Εσωτερικών πληροφορούνται ότι κάτοικοι της Σκοπέλου άρπαξαν τα γρόσια που είχε συλλέξει ο αντέπαρχος Σιδέρης διώχνοντάς τον από το νησί. «Οι εγκάτοικοι των νήσων, κύριε, είναι διεφθαρμένοι και διά να γίνουν επιδεκτικοί ευνομίας πρέπει τις να τους διοική δυναστικώς…» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1981: 150).

Με μια αναλυτική επιστολή του, στις 15 Σεπτεμβρίου 1822, ο έπαρχος Άνδρου εξιστορεί προς τους αρμοστές των Νήσων τα γεγονότα. Γίνεται λόγος για «δημεγερσία» στα τέλη Ιουλίου όπου ο «ανόητος όχλος επυρπόλησε τρεις πύργους» ενώ αναφέρεται και πάλι σε «έξωθεν Άνδριους» οι οποίοι επέστρεψαν για την περίσταση «μολυσμένοι» από τα ήθη του τόπου όπου ζούσαν και ενώθηκαν με όρκο υπό το όνομα αδελφοποιητοί. Οι παραπάνω, σύμφωνα με τον Ράδο, προέβησαν σε αταξίες και αρπαγές και είχαν εκστράτευσει κατά το προηγούμενο έτος εναντίον της Καρύστου επιστρέφοντας την ίδια ημέρα. Έκτοτε «ζώσιν ως Γενιτζαρέοι επί τη ρομφαία επαπειλούντες τους ευκαταστάτους, προστατεύοντες τους εγκληματίας και απαντώντες τους χυδαίους. […] Προσθέσατε επί τούτω και το οποίον αδιάλλακτον μίσος έχει ο λαός κατά των ευγενών, οίτινες των μεταχειρίζοντο επί της τυραννίας αρχοντοβλάχικα.» Έπειτα, ο Ράδος αναφέρεται εκ νέου στην αποτυχημένη προσπάθεια των διοικητών του νησιού να συγκεντρώσουν τα 65.000 γρόσια καθώς αυτό «δεν εσύμφερε εις τους φίλους της αναρχίας» οι οποίοι «επεριφέροντο από χωρίον εις χωρίον παρακινούντες τον λαόν να μην πληρώση απατώντας τον ότι θε να τα μοιράση ο έπαρχος μετά των αρχόντων ως έπραξαν και διά τα προσυναχθέντα.» Στην αναφορά του Ράδου, ο λαός παρουσιάζεται χωρίς διάθεση να πληρώσει και έτοιμος να φτάσει σε παροξυσμό ενώ κατηγορούνται και κάποιοι άρχοντες οι οποίοι χαρακτηρίζονται χαιρέκακοι και κινούμενοι από ιδιαίτερα πάθη. Η δύναμη του κινήματος των εξεγερμένων φανερώνεται εμμέσως καθώς σύμφωνα με την περιγραφή του Ράδου οι διοικητές του νησιού επιχείρησαν να κατατρέξουν δυο-τρεις εκ των αδελφοποιητών προς εκφοβισμό των υπολοίπων «πλην ευρέθησαν δυνατότεροι και αποτύχαμεν». Αφού διηγείται εκ νέου τα συμβάντα στη Μονή Παναχράντου όπου ο ίδιος εκβιάστηκε να υπογράψει αναφορά ότι οι επίτροποι κατατρέχουν τους κατοίκους αναφέρεται στα γεγονότα του Αμόλοχου όπου οι εξεγερμένοι προσπάθησαν να κατεδαφίσουν τον πύργο «του φρονιμοτέρου ανδρός και φιλογενεστέρου της Άνδρου», συνάντησαν όμως αντίσταση με πυρά και απροθυμία των ντόπιων κατοίκων. Οι κάτοικοι του Κάτω Κάστρου εμφανίζονται, κατά τον Ράδο, να είναι κατά των εξεγερμένων τους οποίους όπως λέει θα μπορούσαν να διασκορπίσουν σε μια στιγμή «ως συνέβη και άλλοτε, επειδή πολλάκις εκινήθησαν κατά των αρχόντων». Ουσιαστικά όμως πρόκειται για έναν οικισμό όπου έχουν συγκεντρωθεί οι περισσότεροι άρχοντες και επιφανείς πολίτες του νησιού και παραμένουν περικυκλωμένοι από τις δυνάμεις των «στασιαστών». Η έκκληση της τοπικής διοίκησης προς την κυβέρνηση για βίαιη καταστολή του κινήματος φαίνεται και στο παρακάτω απόσπασμα της αναφοράς: «Οι Έλληνες κατά την γνώμην μου διά να γίνουν άξιοι ευνομίας, όχι μόνον χρειάζονται διοικητάς φρονίμους αλλά και δυνατούς όπου par la force να τους κάμουν επιδεκτικούς φιλανθρώπου διοικήσεως, αλλέως δε τα πάντα φρούδα» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1994: 161-164).

Η επαναστατική προκήρυξη του Δημητρίου Μπαλή

Σε αυτό το σημείο αξίζει να δούμε βασικά σημεία της επαναστατικής προκήρυξης του Δημητρίου Μπαλή, η οποία διασώθηκε από τον ιστορικό της Άνδρου Δημήτριο Πασχάλη και παραδόθηκε τη δεκαετία του 1930 στον Γιάννη Κορδάτο. Στο εισαγωγικό μέρος της προκήρυξης γίνεται αναφορά στον ξεσηκωμό του έθνους κατά της τυραννίας και την προδοτική στάση των κοτζαμπάσηδων της Άνδρου, οι οποίοι πέρα από το ότι εκμεταλλεύονταν στυγνά τον ντόπιο πληθυσμού επιθυμούσαν να διατηρήσουν τους δεσμούς με την οθωμανική εξουσία. Στην προκήρυξη γίνεται αναφορά στην πρωτοβουλία των αρχόντων να ξανακαλέσουν τον καπουδάν πασά να αναλάβει τη διοίκηση του νησιού γεγονός που θα επέφερε σκληρότερη τυραννία για τους απλούς κατοίκους. Έτσι, ο λαός της Άνδρου καλείται να αποτρέψει την αντεπανάσταση, ιδρύοντας «νέο σύστημα». Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην προκήρυξη: «Η νήσος Άνδρος είναι και αυτή δημιούργημα της φύσεως καθώς και όλος ο κόσμος. Αλλά όταν εδημιουργήθη ο κόσμος δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, μεγαλοκτήμονες και κολλίγοι. Η ανισότης, η ανέχεια, η δυστυχία είναι δημιουργήματα όχι του υπέρτατου όντος, αλλά των κρατούντων. Εις την αρχαίαν Ελλάδα και εις τον άλλον κόσμον και προ ολίγων χρόνων εις την Γαλλίαν, εχύθη πολύ αίμα διά να καταργηθούν τα προνόμια των αρχόντων και η ιεραρχική διατήρησις της κοινωνίας. Διατί και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνο τον ζυγόν των Τούρκων αλλά και των αρχόντων;» (Κορδάτος, 1959, 674). Η προκήρυξη του Μπαλή είναι κρυστάλλινη ως προς τους σκοπούς και τις επιδιώξεις της. Ο διαμοιρασμός της γης εμφανίζεται ως αποκατάσταση της ιστορικής αδικίας της βίαιης επιβολής των αρχόντων στην πλειονότητα του πληθυσμού του νησιού που είχε συντελεστεί με τη βοήθεια της εξουσίας των Φράγκων και των Οθωμανών. Παράλληλα, το παράδειγμα της Άνδρου αναμένεται, κατά την προκήρυξη του Μπαλή, να εμπνεύσει και τους υπόλοιπους Έλληνες. Μόνο έτσι, όπως γράφεται, θα ολοκληρωθεί η επανάσταση. «Η κοινοκτημοσύνη δεν είναι ζορμπαλίκι αλλά έργον δικαιοσύνης. Πρέπει να παύσωμεν να είμεθα κολλιγάδες, όπως επαύσαμεν να είμεθα ραγιάδες. […] Θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα απολαβαίνει τον καρπόν των η κομμούνα μας και θα γίνεται δικαία μοιρασιά της σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον τους και τη δούλευσίν τους. Δι’ όλα αυτά θα γίνει σύναξις εις την Μεσαριάν διά να λάβωμεν από κοινού αποφάσεις» (Κορδάτος, 1959: 674-675). Στο κλείσιμο της προκήρυξης εκφράζεται η πεποίθηση ότι το παράδειγμα της Άνδρου θα βρει ανταπόκριση και μιμητές όχι μόνο στην υπόλοιπη Ελλάδα αλλά και στον κόσμο.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, αν μη τι άλλο, στο μυαλό του ίδιου του Μπαλή33Για την πατρότητα της προκήρυξης που αποδίδεται στον Μπαλή υπάρχουν αμφιβολίες και διαφορετικές προσεγγίσεις. Κατά τον Κορδάτο συγγραφέας της πρέπει να είναι ο Επτανήσιος Σταμάτης Ψωμάς, όμως ο Ψωμάς δεν βρισκόταν την Άνδρο το 1822 αλλά το 1824. οι στόχοι ήταν ξεκάθαροι. Μέσω της προκήρυξης κατατίθεται μία ολοκληρωμένη λογική που συνδυάζει την πάλη για την εθνική απελευθέρωση με τον αγώνα της κοινωνικής αλλαγής και χειραφέτησης μέχρι την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικών/ κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Είναι αυτά τα στοιχεία που έδωσαν τον χαρακτηρισμό «κομμούνα της Άνδρου» στην περίοδο της επικράτησης της λαϊκής εξουσίας στο μεγαλύτερο μέρος του νησιού. Ιστορικοί όπως ο Πασχάλης και ο Κορδάτος υπογραμμίζουν την επιρροή των πιο ριζοσπαστικών τάσεων της Γαλλικής Επανάστασης (π.χ. Γράκχου Μπαμπέφ) αλλά και του Θεόφιλου Καΐρη και άλλων Ελλήνων λογίων πάνω στο σώμα της προκήρυξης.

Η κρατική επέμβαση για τη διάλυση της «κομμούνας»

Μετά τις συνεχείς εκκλήσεις που δέχονται από την Άνδρο, στις 29 Σεπτεμβρίου οι αρμοστές απαντούν υποσχόμενοι να γράψουν στην κυβέρνηση ώστε να αποσταλούν μερικά πολεμικά πλοία «και διά του σιδήρου να βάλωμεν τα πράγματα εις τάξιν» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1994: 170). Ακολουθεί νέα επιστολή του Ράδου προς τους αρμοστές στις 2 Οκτωβρίου. Εκεί αναφέρεται ότι οι εξεγερμένοι έχουν καταλάβει το Άνω Κάστρο. Έπειτα κατά την περιγραφή ενός περιστατικού στο Κάτω Κάστρο –το οποίο έως τότε ήταν απόλυτα ήρεμο– με πρωταγωνιστές έναν καραβοκύρη και τους δυο γιους του οι οποίοι προσπάθησαν να μαχαιρώσουν τον ενάγοντά τους στο αστυνομικό τμήμα, ο Ράδος σχολιάζει ότι «πάσα τάξις του εδώ λαού (εκτός των λεγομένων αρχόντων) εις το παραμικρόν κίνημα εκδικήσεως ενώνονται ως από ηλεκτρισμού» ενώ ο τοπικός διοικητής δεν μπορεί να βρει στήριγμα σε καμία ομάδα του πληθυσμού. Για την αναρχία που επικρατεί στο νησί, ο Ράδος κατηγορεί τους άρχοντες οι οποίοι σύμφωνα με τον ίδιο πολεμούν διαρκώς ο ένας τον άλλον και έτσι «διέφθειραν» το πνεύμα του λαού, «… έως ου ο ευαπάτητος όχλος να συνηθίση την Ελληνικήν Διοίκησιν, και από τας κεφαλάς των αρχόντων να εξοστρακισθή η προεστωμανία, δεν θεραπεύεται το κακόν», θα σχολιάσει. Ο Ράδος φαίνεται πεπεισμένος για τα ερείσματα των πρωταίτιων του κινήματος ανάμεσα στις λαϊκές μάζες: «Οι εν τω άνω Κάστρω αποστάται είναι ανυπόφοροι, και άμα οπού μάθουν τον ερχομό σας, ή θα καταφύγουν προς καιρόν εις την Σύραν ή άλλον τρόπον θα οικονομήσουν διά να διασωθούν. Μετά τον αναχωρισμόν σας όμως εστέ βέβαιοι, ότι ευθύς θα ενωθούν και θέλει γίνη η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης, καθότι έχουν κατακυριευμένον το πνεύμα του λαού». Γι’ αυτό τον λόγο προτρέπει τους αρμοστές να στείλουν ανθρώπους να τους πιάσουν. Τέλος, σημειώνει ότι στην Ύδρα δεν δέχτηκαν ούτε τα επτά βόδια που τους έστειλαν από την Άνδρο, όντες αγανακτισμένοι κατά του νησιού ενώ έδιωξαν «με καταισχύνην» και τους απεσταλμένους των εξεγερμένων (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1994: 171-173). Όπως φαίνεται οι ελπίδες των κατοίκων που έλαβαν μέρος στην εξέγερση για θετική ανάμιξη της κεντρικής Διοίκησης απέβησαν φρούδες. Στις 9 Οκτωβρίου σε νέα επιστολή του, ο Ράδος παροτρύνει τους αρμοστές να στείλουν αιφνιδιαστικά δύναμη για να συλλάβουν τους «ολίγους αποστάτας του Άνω Κάστρου» ενώ τους ενημερώνει ότι οι κάτοικοι του νησιού είναι θρασύδειλοι και μόλις βρουν αντίσταση κατευθείαν κυριεύονται από πανικό «και τους μεταχειρίζεται τις ως θέλει». Παράλληλα, σημειώνει πως από τα 65.000 γρόσια έχουν μαζέψει μόλις 4.000 (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1994: 179- 180).

Οι αρμοστές καθυστερούν να επέμβουν καθώς εκείνη την περίοδο όλα σχεδόν τα νησιά των Κυκλάδων δοκιμάζονται από μικρότερα ή μεγαλύτερα κινήματα ανυπακοής με κεντρικό επίδικο την άρνηση των χωρικών αλλά και μέρους των προκρίτων να καταβάλουν φόρους στην κεντρική Διοίκηση. Οι αρμοστές ζητούν επανειλημμένα τη συνδρομή πλοίων από τα Ψαρά ώστε να πραγματοποιήσουν απόβαση στην Άνδρο. Αυτό γίνεται κατορθωτό στα τέλη Οκτωβρίου. Σε μια επιστολή τριών εκ των αρμοστών των Νήσων (Μεταξά, Γκίνη, Σκανδάλη) προς τους υπολοίπους, με ημερομηνία 29 Οκτωβρίου 1822, γίνεται λόγος για την κάκιστη διοίκηση του πρώην έπαρχου του νησιού, Κλήρη, την οποία τώρα μπορούν και οι ίδιοι να καταμαρτυρήσουν αφού βρίσκονται στην Άνδρο και «γεύονται», όπως λένε, τα αποτελέσματά της. Σύμφωνα με τους τρεις αρμοστές, η διοίκηση του Κλήρη «έφερεν ταύτην την νήσον εις τοιαύτην αταξίαν, ώστε όχι μόνον δύσκολος είναι η σύναξις των χρημάτων, αλλά εκινδύνευσε και κινδυνεύει η ιδία μας ζωή από εν σώμα ληστών και κακοποιών, οι οποίοι εκήρυξαν την αποστασίαν κατά των συμπατριωτών των» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1994: 195-196).

Όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο αρμοστής, Κωνσταντίνος Μεταξάς, ενώ βρισκόταν στην Τήνο έλαβε ενημέρωση από τον έπαρχο της Άνδρου περί του κινήματος του Μπαλή, τον οποίον ακολουθούσαν περίπου τριακόσιοι άνδρες και ο οποίος «ελεηλάτει την νήσον και ηνόχλει τους προύχοντας» οι οποίοι είχαν αναγκαστεί να κλειστούν μαζί με τον έπαρχο στο Κάτω Κάστρο. Σύμφωνα με τον Μεταξά, αμέσως μόλις αποβιβάστηκε στο νησί, ο Μπαλής κινήθηκε με 150 άνδρες εναντίον του για να τον συλλάβει. Τότε ο Μεταξάς προσποιήθηκε πως είναι ευμενώς διακείμενος προς τον Μπαλή. Ο τελευταίος εξέφρασε τις διαμαρτυρίες του για τον έπαρχο και τους προύχοντες του νησιού υποστηρίζοντας πως τον καταδιώκουν άδικα ενώ ο ίδιος έχει προβεί σε στρατολογία για να εκστρατεύσει εναντίον της Καρύστου. Τότε ο Μεταξάς του εκδήλωσε την προθυμία του να υποστηρίξει την προσπάθειά του και έτσι του επιτράπηκε να προχωρήσει στα ενδότερα του νησιού και να συναντήσει τους άρχοντες, τον έπαρχο και τον αρχιερέα του νησιού, οι οποίοι του περιέγραψαν τα πεπραγμένα του Μπαλή με μελανά χρώματα. Ο Μεταξάς έδωσε στον Μπαλή διορία οκτώ ημερών προκειμένου να εκστρατεύσει με τους άνδρες του εναντίον της Καρύστου και έτσι να αποτινάξει από πάνω του τις κατηγορίες εναντίον του. Όμως, ο Μπαλής απ’ την πλευρά του ζήτησε μία διορία τριμήνου γεγονός που ενδεχομένως να καταδεικνύει ότι αμφότερες οι πλευρές υποκρίνονταν ώστε να κερδίσουν χρόνο. Σε αυτό το σημείο, παρουσιάζει ενδιαφέρον η σημείωση του Μεταξά ότι οι δυνάμεις που διέθετε δεν ήταν επαρκείς ώστε να αντιπαρατεθεί με το κίνημα που είχε ξεσπάσει και έτσι αναγκάστηκε να ζητήσει τη συνδρομή ενός ψαριανού πλοίου με εκατό άνδρες. Ταυτόχρονα, προέβη σε κινήσεις διάσπασης του κινήματος του Μπαλή υποσχόμενος αμνηστία σε όποιους συμμορφώνονταν με τις υποδείξεις του (Μεταξάς, 1878).

Η επονομαζόμενη «κομμούνα της Άνδρου» θα διατηρήσει την παράλληλη εξουσία της σε ένα τμήμα του νησιού μέχρι τα τέλη του Νοέμβρη. Την 7η Νοεμβρίου του 1822 ο έπαρχος Ράδος και ο γενικός γραμματέας Βαπτιστής Δρόσος σε κοινή τους επιστολή προς τη Διοίκηση και τον Κωλέττη ενημερώνουν ότι «η ευταξία της νήσου μας εισέτι δεν απεκαταστάθη, επειδή και εις εν μέρος αυτής είναι ενωμένοι στρατιώτες τινές και ανθίστανται εις τα διαταγάς της Διοικήσεως […] τώρα φροντίζομεν να φέρωμεν άλλοθεν στρατιωτικήν δύναμιν δια να τους καθυποτάξωμεν» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1981: 166). Πρόκειται για ένα υδραίικο καράβι που έρχεται για να συνδράμει τις ήδη συγκεντρωμένες δυνάμεις της Διοίκησης και το οποίο γέρνει την πλάστιγγα της ισχύος υπέρ της κεντρικής εξουσίας.

Μετά τη διάσπαση των υποστηρικτών του Μπαλή και την ενίσχυση των κρατικών δυνάμεων, ο Μεταξάς περιγράφει πως ο Μπαλής απέμεινε με λίγους οπαδούς και κατέφυγε στα Υστέρνια της Τήνου (Μεταξάς, 1878). Η σύλληψη του Μπαλή δεν ήταν εύκολη υπόθεση καθώς φαίνεται να είχε δίκτυο υποστηρικτών και στην Τήνο, το οποίο τον κάλυπτε και μάλιστα επιτέθηκε στους απεσταλμένους της Διοίκησης. Μόνο μετά την έλευση του ίδιου του Μεταξά στον Πύργο της Τήνου έγινε κατορθωτή η σύλληψη του Μπαλή και άλλων πέντε συντρόφων του44Πρόκειται για τους Γιάννη Καρυστινό, Στάθη Λάουρα, Γεώργιο Μπράιλα, Γιάννη Πρέσβελη και τον αδελφό του, Λεονάρδο Μπαλή, στα τέλη Νοεμβρίου (Δημητρόπουλος, 2020: 88-90). Έτσι έλαβε τέλος ο διαρκής λαϊκός ξεσηκωμός στην Άνδρο. Παρότι στα απομνημονεύματά του ο Κωνσταντίνος Μεταξάς περιγράφει μια σχετικά άνετη επικράτηση, τα καταγεγραμμένα λόγια του στα ντοκουμέντα της περιόδου μαρτυρούν το αντίθετο. Σύμφωνα με τη νέα επιστολή που αποστέλλεται από τους τρεις αρμοστές που βρίσκονταν στην Άνδρο προς τους υπολοίπους, στις 5 Δεκεμβρίου 1822, η αντίσταση φαίνεται να υπήρξε σημαντική. Όπως ενημερώνουν οι Μεταξάς, Γκίνης και Σκανδάλης: «Τα όσα βάσανα υποφέραμεν εις ετούτην την νήσον είναι αδιήγητα. Από την άργητάν μας όμως, ημπορείτε να τα συμπεράνετε. Εβιάσθημεν να ζητήσωμεν βοήθειαν από τους Ψαριανούς. Εάν δεν ήθελε μας έλθη ένα καράβι, ήττον εις κίνδυνον και η ιδία ύπαρξίς μας. Σήμερον ετελειώσαμεν κάθε δουλιάν και αύριον ήμεθα αποφασισμένοι να αναχωρήσομεν». Μάλιστα στη συνέχεια της επιστολής αναφέρεται ότι ο Κωνσταντίνος Μεταξάς «ευρίσκεται ασθενής από τα πολλά βάσανα» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1994: 202).

Η καταστολή του κινήματος του Μπαλή είχε ως αποτέλεσμα την άμεση είσπραξη της δεκάτης από την κεντρική Διοίκηση. Κατόπιν οι αρμοστές αναχώρησαν και στις 28 Ιανουαρίου 1823, ο Μεταξάς προβιβάστηκε στον βαθμό του στρατηγού. Τις πρώτες μέρες του νέου έτους (9/1/1823) έχουμε μία από τις πρώτες αναφορές για την τύχη των αιχμαλωτισμένων πρωταίτιων της εξέγερσης. Οι αρμοστές των Νήσων στέλνουν επιστολή προς τον έπαρχο Άνδρου πληροφορώντας τον ότι οι «αποστάτες της Άνδρου», που στάλθηκαν με το «μίστικον του Αντωνίου Τούπου Ψαρριανού» αντί να σταλούν στη Διοίκηση, στάλθηκαν στη Σάμο και το μίστικον συνετρίβη στην Ικαρία ενώ ζητούν να αποζημιωθεί ο Αντώνιος Τούπος (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1999: 136). Τελικά όμως απ’ ότι φαίνεται, οι «αποστάτες» θα οδηγηθούν στα χέρια της Διοίκησης καθώς στις 15 Ιανουαρίου 1823, μετά από αναφορά των αρμοστών στις 12/1, το Εκτελεστικό αποφασίζει: «Οι αποστάται Δημήτριος Βαλής και Λεονάρδος Βαλής όντες ένοχοι θανάτου να κρεμασθώσι άνευ αναβολής» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1971: 349). Σε αναφορά του Ράδου προς τη Διοίκηση στις 25 Φεβρουαρίου 1823, αναφέρεται πως στην Άνδρο πλέον επικρατεί ησυχία και υγεία (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1981).

Η θανατική ποινή κατά των αδελφών Μπαλή ωστόσο δεν θα εκτελεστεί. Η έναρξη του εμφυλίου πολέμου θα οδηγήσει στην απελευθέρωσή τους από τον Πλαπούτα, ο οποίος ελέγχει το φρούριο του Ναυπλίου όπου κρατούνταν και έχει πλέον στραφεί εναντίον της Διοίκησης. Έτσι, στις 12 Απριλίου 1823 ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Μεταξάς πληροφορεί τον υπουργό Εσωτερικών και Πολέμου Ιωάννη Κωλέττη για το γεγονός της απόδρασης των καταδικασμένων Ανδριωτών, οι οποίοι σύμφωνα με την αναφορά κατέφυγαν στην Άνδρο. Στην αναφορά υπάρχει η προτροπή να διενεργηθούν από τον έπαρχο και τις τοπικές αρχές οι προβλεπόμενες ποινές «διά να μη λάβωσι καιρόν οι κακότροποι να πράξωσιν περισσότερα απ’ όσα έπραξαν δεινά» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1981: 277). Μία εβδομάδα αργότερα, ο Ράδος πιστοποιεί την επιστροφή τους στην Άνδρο με τη μεσολάβηση του Υψηλάντη και του καπετάν-Φούντου, μαζί με τον οποίο, όπως λέει, κηρύσσουν ότι δεν υπάρχει Διοίκηση (Δημητρόπουλος, 2020: 92). Στις 2 Μαΐου ανάλογη διαταγή με αυτή του Μεταξά θα απευθύνει και ο Παπαφλέσσας (υπουργός Εσωτερικών) ενώ εκείνες τις μέρες ο Ράδος αναφέρεται σε ένα νέο γύρο ένοπλων συγκρούσεων της τοπικής Διοίκησης με τους άνδρες υπό τον Μπαλή και τον Φούντο, οι οποίοι θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν το νησί (Δημητρόπουλος, 2020: 94-95).

Αξίζει τέλος να σταθούμε σε μια κατοπινή αναφορά του 1823, χωρίς ακριβή ημερομηνία, η οποία υποβάλλεται από τους Ράδο-Δρόσο. Πρόκειται ουσιαστικά για μία αποτίμηση των γεγονότων του 1822. Εκεί λέγεται: «Εις την νήσον μας, κατά την 28ην του παρελθόντος Ιουλίου, συνέβη επανάστασις του λαού κατά των λεγομένων αρχόντων, επί διαφόροις αλόγοις προφάσεσι, όταν τα συναχθέντα κατεκράτησαν συμφώνως μετά του πρώην επάρχου, ότι μελετούν να επιθέσωσι περισσότερα δοσίματα, παρά την συμφωνηθείσαν ποσότητα και ότι δεν τους θέλουν συμπράκτορας του επάρχου και άλλα παρόμοια. Η αυθάδειά των έφθασεν εις βαθμόν ώστε επυρπόλησαν και τρεις αρχοντικούς πύργους μετά των κινητών. Ημείς προγνωρίζοντες τον σκοπόν τους εφροντίσαμεν να τους διαιρέσωμεν και το εκατορθώσαμεν να μη γίνη πάγκοινος η δημεγερσία. Και επειδή εκινήθησαν να έλθουν εις την Χώραν επί σκοπώ να καύσουν τα οσπίτια των αρχόντων, βοηθούμενοι από το σύστημα των ναυτών, τους εδιώξαμεν ως αγέλην άνανδρον και ούτω κατ’ ολίγον απεκαταστήσαμεν εντελεστάτην ησυχίαν.» Ως πρωταίτιοι υποδεικνύονται «δύο δακτυλοδεικτούμενα, κάκιστα υποκείμενα εκ των αρχόντων, τους οποίους διά την ησυχίαν της νήσου τους εξωρίσαμεν εις τας αντεπαρχίας. Είναι και άλλοι συναίτιοι, πλην δεν έχω εισέτι ικανάς πληροφορίας».

Στη συνέχεια ο έπαρχος και ο γραμματέας του προσθέτουν: «Οι εδώ άρχοντες έζουν από αδικίας, εφέροντο τρόπον τινά φαναριώτικα εις την μικράν σφαίραν τους, τους δε χωρικούς τους μετεχειρίζοντο ως είλωτας. Ούτοι ήδη εύρηκαν στάδιον ανοικτόν και ευθύς παροξύνονται, εκείνοι εύκολα δεν παρεντρέπουν από τας πρώτας αρχάς των και ούτω ευρίσκομαι εις αγώνα πολύμοχθον». Τέλος, οι υπογράφοντες την επιστολή ζητούν να μάθουν αν είναι σωστό να αποζημιωθούν οι κάτοχοι των πυρποληθέντων πύργων από τους πρωταίτιους της εξέγερσης (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1981: 378-379).

Οι κοινωνικοί αγώνες στην Άνδρο μετά την κατάλυση της «κομμούνας»

Η επιτυχημένη στρατιωτική επιβολή εναντίον του κινήματος των κολίγων στην Άνδρο δεν σήμανε το τέλος των κοινωνικών αγώνων στο νησί. Αυτοί επανεμφανίζονταν ευκαιρίας δοθείσης, χωρίς ωστόσο να λάβουν τον συνολικό χαρακτήρα των γεγονότων του 1822. Στα πρακτικά του Βουλευτικού της 28ης Απριλίου 1823 αναφέρεται ότι αναγνώστηκε γράμμα του έπαρχου Άνδρου, Κωνσταντίνου Ράδου, από τις 19 Απριλίου στο οποίο γινόταν αναφορά στον καπετάν Γεώργιο Φούντο «και άλλων γνωστών ατάκτων» και τον Κριεζώτη ο οποίος πραγματοποιούσε «δυναστικώς» στρατολογία στο νησί (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1972: 4). Ο Γεώργιος Φούντος δεν ήταν κάποιος τυχαίος. Κατά την πρώτη φάση της επανάστασης είχε αγωνιστεί στο πλάι του Νικηταρά ενώ κατά την περίοδο της αγροτικής εξέγερσης στην Άνδρο λέγεται ότι ηγούνταν σώματος που έλεγχε περιοχές στο κέντρο και τον Βορρά του νησιού, όπου ωστόσο προέβη σε εκτεταμένες βιαιοπραγίες και λεηλασίες που τον απονομιμοποίησαν στα μάτια των κατοίκων. Αργότερα ο Φούντος έπεσε μαχόμενος στη νέα πολιορκία της Καρύστου (Πασχάλης, 1930).

Στις 9 Ιουνίου 1823, σε ένα περιστατικό που θύμιζε την αφορμή για την εξέγερση του 1822, ο Ράδος αναφέρει ότι η εμφάνιση του εχθρικού στόλου κοντά στην Άνδρο και η παραμονή του επί οχτώ ημέρες σε κοντινή απόσταση «μάς ετάραξεν μεγάλως, διέσεισε και την ευταξίαν μας, διά την αχρειότητα των νόθων υιών της πατρίδος, οίτινες ενεδρεύουσι τας τοιαύτας περιστάσεις διά να αρπάξουν και να εκδικηθούν τους ομογενείς των». Όπως σημειώνει στη συνέχεια: «Οι κάτοικοι των νήσων και κατ’ εξοχήν της Άνδρου δεν είναι εισέτι επιδεικτικοί ευνομίας και ευρωπαϊκού διοργανισμού». Μάλιστα ο Ράδος θα ζητήσει την αποστολή εκτελεστικής δύναμης ειδάλλως, όπως λέει, δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί η τάξη στο νησί αλλά και «διαταγάς εντόνους προς τους κατοίκους περί τελωνίου και αντιδεκάτου, επειδή δέκατον μη συναχθέν ποτέ και επί της τυραννικής διοικήσεως, είναι δύσκολον να εισαχθή κατά τούτο το έτος» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1981: 237-238). Ανταποκρινόμενο στο αίτημα του έπαρχου της Άνδρου, το Εκτελεστικό Σώμα αποφασίζει στις 17 Ιουνίου την αποστολή «ενός αξίου αρχηγού με τριάκοντα στρατιωτών υπό την οδηγίαν του επάρχου» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1977: 161).

Αν και μακροβιότερος του Κλήρη, ο έπαρχος Ράδος θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την Άνδρο στις αρχές του 1824 έχοντας περιπέσει σε δυσμένεια. Συγκεκριμένα, στις 9 Απριλίου 1824 διορίζεται έπαρχος Άνδρου ο Ήβος Ρήγας καθώς ο πρώην έπαρχος είχε ήδη εγκαταλείψει την επαρχία του και, όπως πληροφορούμαστε από την επίσημη απόφαση του Εκτελεστικού, «η επιστροφή του ιδίου επάρχου θέλει είσθαι σκανδαλώδης» ενώ «αι επαρχιακαί υποθέσεις (στην Άνδρο) απαιτούσι ταχέως την αποστολήν επάρχου» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1977: 269, 279).

Όμως και ο νέος έπαρχος, που συνοδεύεται από τον γραμματέα Σταμάτη Ψωμά, σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπος με αναβαθμισμένες προκλήσεις. Μια νέα εσωτερική αναταραχή θα σημειωθεί όταν τον Ιούνιο του 1824 οι πληροφορίες για την καταστροφή των Ψαρών και της Κάσου σε συνδυασμό με τη φημολογία ότι ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος που βρίσκεται στην περιοχή μπορεί να εκστρατεύσει εναντίον των Κυκλάδων θα οδηγήσουν μία σειρά προκρίτους να σπεύσουν να εκδηλώσουν την υποταγή τους στον σουλτάνο. Έτσι, ο έπαρχος Ήβος Ρήγας και ο γραμματέας του Ψωμάς θα εκδιωχθούν από το νησί και θα γίνουν δεκτοί πίσω μόνο κατόπιν επιστολής του υπουργού Εσωτερικών Παπαφλέσσα σε επιτιμητικό τόνο, η οποία όμως περιλαμβάνει ταυτόχρονα την υπόσχεση εμφάνισης του ελληνικού στόλου για να περιπολεί καθ’ όλη τη διάρκεια παραμονής του αιγυπτιακού. Όπως αναφέρει ο Δημήτριος Πασχάλης, της παράταξης των «πανικοβλήτων» ηγούνταν οι Φραντζέσκος Δελαγραμμάτικας και Ιωάννης Πέτας, οι οποίοι αγνοώντας την απόφαση της συνέλευσης των κατοίκων που είχε αποφασίσει να μην προσκυνήσουν τους Οθωμανούς, ναύλωσαν μυστικά ένα πλοίο τη νύχτα και επιχείρησαν να προσεγγίσουν τον υποτιθέμενο τουρκικό στόλο. Η ειρωνεία της τύχης όμως έφερε τα πράγματα έτσι ώστε αυτό που οι Άνδριοι είχαν θεωρήσει ως οθωμανικό στόλο στα ανοιχτά της Άνδρου να είναι ελληνικά πλοία υπό την ηγεσία του Μιαούλη. Εν τω μεταξύ, στο κατόπι του πλοίου των Άνδριων που ήταν έτοιμοι να προσκυνήσουν είχε βγει ένα άλλο πλοίο με σκοπό να τους σταματήσει. Εντέλει ο Μιαούλης μαθαίνοντας όσα είχαν διαδραματιστεί, διέταξε την παραδειγματική τιμωρία των όσων επέβαιναν στο πρώτο πλοίο. Έτσι, οι συγκεκριμένοι άρχοντες συγκέντρωσαν την οργή ναυτικών, χωρικών αλλά και του κλήρου που υποστήριζε την επανάσταση. Τα δύο σημαίνοντα πρόσωπα του νησιού διαπομπεύθηκαν στην πόλη και τα κεντρικότερα χωριά «περιφερόμενοι ανάποδα επί όνων» με το πλήθος να τους γιουχάρει και να τους φτύνει (Πασχάλης, 2004). Για άλλη μια φορά έχουμε την εκδήλωση της λαϊκής δυσαρέσκειας κατά εκπροσώπων της τάξης των αρχόντων με αφορμή την ετοιμότητά τους να προδώσουν την υπόθεση της επανάστασης και να προσκυνήσουν τον σουλτάνο.55Είναι αυτά τα γεγονότα που οδήγησαν λανθασμένα κάποιους ιστορικούς να τοποθετήσουν την εξέγερση κατά των αρχόντων στο έτος 1824 αντί του 1822.

Ένας νέος γύρος εσωτερικών αναταραχών σημειώνεται τον Οκτώβριο του 1824 κατά την απόβαση του Γεώργιου Σπηλιωτόπουλου μαζί με τους άνδρες του. Οι τελευταίοι συνενώθηκαν με τμήμα των ντόπιων προκαλώντας αναταραχές στο νησί, την ακριβή φύση των οποίων δεν γνωρίζουμε. Ωστόσο, αυτή τη φορά αντιμετωπίστηκαν χωρίς εξωτερική παρέμβαση από τον έπαρχο της Άνδρου, Ήβο Ρήγα (Πασχάλης, 1930). Το δίδυμο Ρήγα και Ψωμά, σε αντίθεση με τους προκατόχους τους, φαίνεται να κέρδισε την εύνοια των περισσοτέρων κατοίκων της Άνδρου. Έτσι, στις 15 Ιανουαρίου 1825, κατά την εξέταση του ζητήματος αντικατάστασης του έπαρχου της Άνδρου, Ήβου Ρήγα, το Εκτελεστικό αποφασίζει να παραμείνει στη θέση του καθώς, όπως λέγεται, η επαρχία του δηλώνει ευχαριστημένη από το έργο του (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1973: 96). Ένα μήνα αργότερα, στις 25 Φεβρουαρίου διαβάζεται στο Εκτελεστικό αναφορά που έχει υποβάλλει ο Ήβος Ρήγας στην οποία καταγγέλλεται πως «τινές (γραμματικοί επί Τουρκίας των προεστώτων) έχοντες μερικά ψευδοκατάστιχα καταθλίβουσι και τυραννούσι τον λαόν της Άνδρου αρπάζοντες το αίμα των πτωχών». Οι κατηγορίες του Ρήγα είναι ονομαστικές. Συγκεκριμένα, αναφέρει ως τον πιο άδικο όλων, τον Σταματέλο Μπίστη. Ο Ρήγας ενημερώνει το Εκτελεστικό πως για να απαλλάξει τον λαό της Άνδρου από την αδικία φώναξε τον Μπίστη στο Επαρχείο και του αφαίρεσε τα κατάστιχα, πράξη για την οποία προειδοποιεί το Εκτελεστικό ότι ο Μπίστης θα ζητήσει ακρόαση (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1973: 140). Όντως, την επομένη γίνεται ανάγνωση της επιστολής Μπίστη ενώ αναφέρεται στα πρακτικά του Εκτελεστικού ότι παρέστη και ο ίδιος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο Ρήγας απέσπασε τα κατάστιχα από την οικία του χρησιμοποιώντας στρατιώτες (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1973: 142). Τελικά, στις 2 Μαρτίου αποφασίζεται μία μέση λύση, η οποία περιλαμβάνει την επιστροφή του Μπίστη στην Άνδρο, την καταμέτρηση των καταστίχων του ενώπιόν του από τον έπαρχο Ρήγα, το σφράγισμά τους με τη σφραγίδα του Επαρχείου και την ατομική του Μπίστη και την παράδοσή τους σε τοπικό δημογέροντα μέχρι να συσταθούν τα κριτήρια με τα οποία θα εξεταστεί η συγκεκριμένη υπόθεση (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1973: 148). Μερικούς μήνες αργότερα, ο έπαρχος Ρήγας θα πεθάνει και στη θέση του, τον Αύγουστο του 1825 θα εκλεγεί έπαρχος Άνδρου ο Χριστόδουλος Κοντακτζής.

Οι αναταραχές γύρω από την είσπραξη φόρων θα συνεχιστούν και στις 2 Σεπτεμβρίου 1825, σε αναφορά προς το Εκτελεστικό του μέλους της Επιτροπής στρατολόγησης στις επαρχίες του Αιγαίου Πελάγους, Π. Δημητρακόπουλου, ο τελευταίος αναφέρει πως η Διοίκηση έχει στείλει στα νησιά μία εκτελεστική δύναμη για την είσπραξη παλαιών χρεών, παρότι έχει συμφωνηθεί αυτά να μην εισπράττονται ενώ, για παράδειγμα, δίνει κάποιον Κωνσταντάρα, από τα Ψαρά, ο οποίος «επήρε δυναστικώς και βιαίως από τους κατοίκους της νήσου Άνδρου 3.000 γρόσια», πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται και από απόφαση αριθ. 1032 του Βουλευτικού. Ως αντίδραση, Βουλευτικό και Εκτελεστικό αποφασίζουν να διαταχθεί το Υπουργείο Ναυτικών να πάρει από τον Κωνσταντάρα το παραπάνω ποσό και να το επιστρέψει στους νόμιμους δικαιούχους (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1973: 370). Στις 5 Απριλίου 1826 μία αναφορά του Επαρχείου της Άνδρου συνοδευόμενη από έγγραφα του Κοινού του νησιού στρέφεται κατά του πρώην γενικού γραμματέα του Επαρχείου Σταμάτη Ψωμά, κατηγορώντας τον ως «σφετεριστή ικανών χρημάτων» ο οποίος εξαπατώντας την επιτροπή δραπέτευσε παίρνοντάς τα μαζί του (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 1974: 358).

Ένα άλλο ζήτημα που ταλανίζει την κοινωνία της Άνδρου και ιδιαίτερα τα φτωχότερα στρώματα είναι ο ελλιμενισμός και η παραμονή στο νησί πολυάριθμων εκστρατευτικών σωμάτων υπό την αρχηγία διαφόρων καπετάνιων. Οι τελευταίοι σε πολλές περιπτώσεις απαιτούν μεγάλες ποσότητες τροφίμων και λοιπών υλικών ενισχύσεων, ενώ οι άνδρες τους συχνά προβαίνουν σε αρπαγές και λεηλασίες επιβαρύνοντας σημαντικά τους κατοίκους. Απευθυνόμενος προς την Γ’ Εθνοσυνέλευση, στις 7 Απριλίου 1826, ο αρχιμανδρίτης Λεόντιος Καμπάνης διατυπώνει παράπονα σχετικά με τη στάση των στρατιωτών που έχουν καταλύσει στην Άνδρο. Όπως σημειώνει στην αναφορά του, το νησί, «…κινδυνεύει σήμερον όχι από εχθρούς, αλλά από στρατιώτας της Πατρίδος». Πρόκειται για τους στρατιώτες υπό τις διαταγές των Κριεζώτη και Μαυροβουνιώτη, οι οποίοι εγκαταλείποντας ηττημένοι την Κάρυστο είχαν περάσει στο νησί της Άνδρου αναγκάζοντας τους περισσότερους ντόπιους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να «περιπλανώνται εδώ και εκεί». Μάλιστα, όπως υπογραμμίζει ο Καμπάνης, αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που οι κάτοικοι της Άνδρου δοκιμάζονταν με τέτοιο τρόπο αλλά το ίδιο είχε συμβεί και κατά τον περασμένο Δεκέμβριο όταν κατά το πέρασμα δύο χιλιάδων στρατιωτών υπό τον Καρατάσο, οι τελευταίοι ξόδεψαν είκοσι χιλιάδες γρόσια από το Κοινόν ενώ κοντά σ’ αυτά «είναι τα μερικά όσα δεν περιγράφονται» (Αρχεία Παλιγγενεσίας, 2000: 151-152).

Στα τέλη του 1826 ή στις αρχές του 1827 (κατά τον Πασχάλη τον Ιούλιο του 1827) αποβιβάζονται στο Κόρθι της Άνδρου διακόσιοι άνδρες του Καραγιώργη (κατά Πασχάλη, Κακογιώργη ή Γεώργιου Φραγκόπουλου από την Ύδρα). Οι κάτοικοι τούς περιορίζουν στην ακροθαλασσιά μην αφήνοντάς τους να εισέλθουν στο εσωτερικό του νησιού. Τότε αυτοί ανοίγουν πυρ εναντίον των κατοίκων σκοτώνοντας δύο. Η κίνηση αυτή εξόργισε τους Άνδριους οι οποίοι «τους εκτύπησαν τόσον πεισματωδώς, ώστε και αυτόν τον Καρεγεώργιν εθανάτωσαν, και μόλις εσώθησαν εξ αυτών 18, εθανατώθησαν δε και 5 εκ των Ανδρίων. Όπως σημειώνει ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο οποίος παραθέτει τα γεγονότα, οι κάτοικοι των νησιών δεν υπέφεραν τόσες διώξεις, σφαγές και λεηλασίες από τους Οθωμανούς στα χρόνια της κυριαρχίας τους, ενώ στη διάρκεια της επανάστασης καλούνταν να υποβάλουν τεράστιο τίμημα σε γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα για τη σίτιση των στρατιωτών και των ναυτών, οι οποίοι όταν αποβιβάζονταν στα νησιά προκαλούσαν κύματα αναρχίας και ταραχών (Φραντζής, 1841: 213-214). Στη διάρκεια αυτών των γεγονότων, αρχηγός της αντίστασης κατά των ανδρών του Κακογιώργη, φέρεται να ορίστηκε από τους κατοίκους ο Δημήτριος Μπαλής, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αφεθεί ελεύθερος και είχε συμμετάσχει στην τελευταία πολιορκία της Καρύστου (Γαϊτάνου, Κρητικού & Δαρδανός, 1989). Κάτι τέτοιο πιστοποιεί το κύρος του Μπαλή ανάμεσα στους συντοπίτες του και την θετική ανάμνηση του ρόλου του κατά την εξέγερση του 1822.

Μια ακόμη περίπτωση επιτυχούς αντιμετώπισης προσπάθειας πλιάτσικου από σώματα Ελλήνων ενόπλων εμφανίζεται τον Ιανουάριο του 1828 όταν ελλιμενίζεται για τρίτη φορά στην Άνδρο, στο λιμάνι του Γαυρίου, ο Κριεζώτης. Εκεί μετά από μια πρώτη περίοδο ομαλής συνύπαρξης, οι άνδρες του αρχίζουν να παρενοχλούν τους κατοίκους αποσπώντας τους ζώα, τρόφιμα και περιουσιακά στοιχεία. Η πρακτική αυτή δεν θα μείνει αναπάντητη. Ένοπλες ομάδες κατοίκων θα επιτεθούν στους άνδρες του Κριεζώτη δολοφονώντας κάποιους εξ αυτών (Πασχάλης, 1930). Την ίδια χρονιά έχουμε και μία σημαντική επανεμφάνιση κινήματος με κοινωνικά χαρακτηριστικά, που συνδέεται με την παράδοση που κληροδότησε στην Άνδρο η εξέγερση του 1822. Συγκεκριμένα, λίγο μετά το επεισόδιο με τους άνδρες του Κριεζώτη ξεσπά κίνημα με επίκεντρο το Κόρθι (κύριο τόπο δράσης του Μπαλή) με τους κατοίκους, μεταξύ άλλων, να αρνούνται να καταβάλουν τη φορολογία που τους ζητείται. Τότε στάλθηκε από την Ύδρα, ο πολιτάρχης Δημήτριος Καρστινόπουλος με σκοπό να επιβάλει την τάξη. Όμως φτάνοντας στο Κόρθι, αφοπλίστηκε από τους κατοίκους και υπέστη βίαιη μεταχείριση. Ενημερώνοντας τον Λεόντιο Καμπάνη, πληρεξούσιο της Άνδρου που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Αίγινα, οι δημογέροντες του νησιού κάνουν λόγο για επίδραση του ξεσηκωμού σε όλο το νησί. Μάλιστα, υπάρχουν αναφορές ότι ακόμα και το τοπικό Κριτήριο είχε παύσει τη λειτουργία του εξαιτίας της αναταραχής που επικρατούσε στο νησί (Πασχάλης, 1995: 412).

Τα γεγονότα της εξέγερσης του 1822 θα συνεχίσουν να βρίσκονται στην επικαιρότητα για αρκετά χρόνια, καθώς ακολουθούν δικαστικές προσφυγές των πληγέντων αρχόντων. Ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζει η κοινή επιστολή 62 αρχοντικών και επιφανών οικογενειών της Άνδρου τον Ιούλιο του 1829, με αποδέκτη τη Δ’ Εθνοσυνέλευση. Εκεί αναφέρεται ότι την πυρπόληση του πύργου του Δ. Μιχ. Καΐρη διέπραξαν «πολλοί χυδαίοι εκ του απλού λαού της νήσου μας, κακία και φθόνω κινούμενοι…» (Δημητρόπουλος, 2020: 73).

Συνολικά, τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στην Άνδρο την περίοδο 1821-1828 και αφορούν τους εσωτερικούς κοινωνικούς αγώνες αποτελούν ένα χρήσιμο συμπλήρωμα στην κατανόηση της πολυπλοκότητας της επανάστασης του 1821 και των γεγονότων που οδήγησαν στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Βάση της σύγκρουσης αποτελεί και εδώ –όπως και αλλού– η διαφορετική ερμηνεία από τα κοινωνικά υποκείμενα του «δίκιου» για τον προσανατολισμό της μελλοντικής κοινωνίας όσο ακόμα δρουν εντός μίας ρευστής περιόδου λόγω του πολιτικού κενού που έχει δημιουργήσει η κατάρρευση των οθωμανικών θεσμών (Ροτζώκος, 2016: 216-223). Η ένταση και η διάρκεια των κοινωνικών αγώνων στο νησί της Άνδρου αφενός αποτελούν απόδειξη της αλληλοδιαπλοκής εθνικού-κοινωνικού στη διάρκεια της επανάστασης του 1821, αφετέρου, λόγω των ταξικής διαίρεσης του νησιού, προεικόνιση των κοινωνικών συγκρούσεων που θα ακολουθούσαν την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους.

Βιβλιογραφία

Βουλή των Ελλήνων. 1971. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 1, Αθήνα

Βουλή των Ελλήνων. 1972. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 2, Αθήνα

Βουλή των Ελλήνων. 1973. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 7, Αθήνα

Βουλή των Ελλήνων. 1974. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 8, Αθήνα

Βουλή των Ελλήνων. 1977. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 10, Αθήνα

Βουλή των Ελλήνων. 1978. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 11, Αθήνα

Βουλή των Ελλήνων. 1981. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 13, Αθήνα

Βουλή των Ελλήνων. 1981β. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 14, Αθήνα

Βουλή των Ελλήνων. 1994. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 15αβ, Αθήνα

Βουλή των Ελλήνων. 1999. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 16, Αθήνα

Βουλή των Ελλήνων. 2000. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 18, Αθήνα

Γαϊτάνου, Ε., Κρητικού, Α., Δαρδανός, Γ. 1989. Το κοινωνικό περιεχόμενο της επανάστασης στην Άνδρο. Η περίπτωση του Δημήτρη Μπαλή, Άνδρος: Έκδοση του συλλόγου για την ανάπτυξη της Άνδρου «Ο Δημήτρης Μπαλής»

Δημητρόπουλος, Δ. 2020. Τρεις Φιλικοί, έπαρχοι στην Άνδρο. Από το επαναστατικό σχέδιο στην κρατική διοίκηση (1822-1825). Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Κορδάτος, Γ. 1959. Μεγάλη ιστορία της Ελλάδας, τ. 10, Αθήνα: Εκδόσεις του 20ού αιώνα Μεταξάς, Κ. 1878. Ιστορικά απομνημονεύματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα: Α. Κτενά

Οικονόμου, Αντώνιος. 2007. Κάστρα, πύργοι και βίγλες στο νησί της Άνδρου, πτυχιακή εργασία

Πασχάλης, Δ. 1930. Η Άνδρος κατά την επανάστασιν του 1821, Αθήνα: Εστία

Πασχάλης, Δημήτρης. 2012. «Λάμπρος Κατζώνης, Ιστορική μελέτη πρωτότυπος μετ’ ανεκδότων εγγράφων και ανεκδότου περί Κατζώνη άσματος του 1796», Νήσος Άνδρος 6 (Καλοκαίρι): 117-121

Πασχάλης, Δ. 1995. Ιστορία της νήσου Άνδρου, τομ. Α-Β’, Αθήνα: Δαρδανός

Πολέμης, Δ. 1981. Ιστορία της Άνδρου, χ.ε.

Ροτζώκος, Ν. 2016. Επανάσταση και εμφύλιος πόλεμος στο Εικοσιένα, Αθήνα: Ηρόδοτος

Σταματόπουλος, Τ. 1979. Ο εσωτερικός αγώνας, Αθήνα: Κάλβος

Φραντζής, Α. 1841. Επίτομη ιστορία της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήνα: Τυπογραφία Κ. Ράλλη

Notes:
  1. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά το β’ μισό του 1822 το ζήτημα των φορολογικών απαιτήσεων της κεντρικής Διοίκησης ξεσηκώνει κύμα αντιδράσεων και άρνησης καταβολής φόρων στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, εξέλιξη στην οποία οι αρμοστές των νησιών απαντούν με την απειλή βίαιης καταστολής των κατοίκων.
  2. Εδώ ο Ράδος μάλλον αναφέρεται στη συνέλευση της Μεσαριάς (βλ. στη συνέχεια).
  3. Για την πατρότητα της προκήρυξης που αποδίδεται στον Μπαλή υπάρχουν αμφιβολίες και διαφορετικές προσεγγίσεις. Κατά τον Κορδάτο συγγραφέας της πρέπει να είναι ο Επτανήσιος Σταμάτης Ψωμάς, όμως ο Ψωμάς δεν βρισκόταν την Άνδρο το 1822 αλλά το 1824.
  4. Πρόκειται για τους Γιάννη Καρυστινό, Στάθη Λάουρα, Γεώργιο Μπράιλα, Γιάννη Πρέσβελη και τον αδελφό του, Λεονάρδο Μπαλή
  5. Είναι αυτά τα γεγονότα που οδήγησαν λανθασμένα κάποιους ιστορικούς να τοποθετήσουν την εξέγερση κατά των αρχόντων στο έτος 1824 αντί του 1822.