Μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, οι εκπρόσωποι των Καθολικών κοινοτήτων στις Κυκλάδες δήλωσαν την ουδετερότητά τους απέναντι στους δύο εμπόλεμους. Αυτό οδήγησε σε διάφορες εντάσεις μεταξύ των εξεγερμένων και των «Λατίνων» και προκάλεσε την εμπλοκή των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η προοπτική από αυτό το σταυροδρόμι εντατικής επαφής και αλληλεπίδρασης μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, θρησκειών και αυτοκρατορικών δυνάμεων, περιγράφει την εξέλιξη της Ελληνικής Επανάστασης ως μια διαδικασία οικοδόμησης του κράτους αλλά και της εθνικής κοινότητας.

1. Εισαγωγή

Οι Καθολικοί των νησιών του ελληνικού Αρχιπελάγους αποτελούν μία μάλλον αγνοημένη όψη της Ελληνικής Επανάστασης. Οι πρόσφατες έρευνες εστιάζουν κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στις σχέσεις μεταξύ της Ελληνορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας που επιμένουν, από διαφορετικές οπτικές γωνίες, στο ζήτημα της «ελληνικότητας» και της πατριωτικής στάσης των νησιωτών κατά την Επανάσταση, παραθεωρώντας σε τελική ανάλυση την ιστορικότητα αλλά και την οικονομική, κοινωνική και πνευματική ζωή αυτών των νησιωτικών κοινοτήτων, καθώς και τους δεσμούς τους με τα διπλωματικά και εμπορικά δίκτυα της Ανατολικής Μεσογείου. Τα αρχεία της τοπικής Καθολικής Εκκλησίας και του Βατικανού, σχετικά με τη θρησκευτική ζωή των «Λατίνων» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μας βοηθούν να διακρίνουμε καλύτερα την πολιτική και διπλωματική τους θέση σε ένα μεταβαλλόμενο πλαίσιο. Ο μεγάλος βαθμός αυτονομίας που παραχωρήθηκε από την Υψηλή Πύλη, η Καθολική Εκκλησία και το διεθνές δίκτυό της, σε συνδυασμό με τη γαλλική προστασία, μας βοηθούν να κατανοήσουμε αφενός την αξιοσημείωτη αντοχή του καθολικισμού στις Κυκλάδες από την εποχή της Φραγκοκρατίας, αλλά και αφετέρου τις συγκρούσεις και ανακατατάξεις που χαρακτήρισαν τη σταδιακή υποχώρηση της επιρροής της Βενετίας από την Ανατολική Μεσόγειο.

Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οι Καθολικοί πληθυσμοί ονομάζονταν κατά κανόνα Λατίνοι ή Φράγκοι. Αν και αρχικά οι δύο όροι διέκριναν τους ντόπιους Καθολικούς ραγιάδες-υπηκόους του σουλτάνου και τους υπηκόους των χριστιανών ηγεμόνων της Ευρώπης, με το σταδιακό συγχρωτισμό των ντόπιων Καθολικών με τα γαλλικά εμπορικά και διπλωματικά δίκτυα και με τις λεβαντίνικες παροικίες στις οθωμανικές μητροπόλεις, οι δύο όροι χρησιμοποιήθηκαν ως λίγο-πολύ συνώνυμοι για να διακρίνουν εν γένει τους Καθολικούς από την πλειοψηφία των Ελληνορθόδοξων «Ρωμαίων». Στην πράξη βέβαια, τα όρια ανάμεσα στις δύο κοινότητες ήταν ρευστά και διαπερατά, όπως μαρτυρούν διάφορες μορφές συγκρητισμού (ναοί με διπλό βωμό και παράλληλη χρήση από τους δύο ναούς, συμμετοχή της μίας κοινότητας στις τελετές και τα πανηγύρια της άλλης), οι μικτοί γάμοι, οι όχι σπάνιες μεταστροφές από το ένα δόγμα στο άλλο ή ακόμα και η χρήση και των δύο ταυτοτήτων από τους νησιώτες εμπόρους και ναυτικούς. Η οθωμανική περίοδος αποτελεί ασφαλώς μία περίοδο υποχώρησης του καθολικισμού στα νησιά του Αρχιπελάγους η οποία, πέρα από άλλες συγκυριακές ή δομικές αιτίες, οφειλόταν στην πολιτική του Ορθόδοξου Οικουμενικού Πατριαρχείου, που έχει περιγραφεί και ως επιχείρηση «Ορθόδοξης επανακατάκτησης» των προκεχωρημένων φυλακίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην Ανατολική Μεσόγειο.11Ο P. Sugar στην κλασική του σύνθεση Southeastern Europe under Ottoman Rule περιγράφει τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως κράτος εν κράτει (σ. 47). Βλ. επίσης: N. Greene, A shared world: Christians and Muslims in the early modern Mediterranean, Princeton UP: Πρίνστον, 2000, p. 3-5· E. Kolovos, “Insularity and Island Society in the Ottoman Context: The Case of the Aegean Island of Andros (Sixteenth to Eighteenth Centuries)”, Turcica, vol. 39, 2007, p. 49-122. Από αυτή τη σκοπιά, η μετατροπή, μέσα σε μια δεκαετία, των Λατίνων του Αρχιπελάγους σε Έλληνες της Δυτικής Εκκλησίας περιγράφει το έθνος ως μία νέα και υπό διαμόρφωση πολιτική κοινότητα με όρια ρευστά και υπό διαρκή διαπραγμάτευση.

Οι Καθολικοί του Αρχιπελάγους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Η ύπαρξη των Καθολικών κοινοτήτων του Αιγαίου Πελάγους ανάγεται στην εποχή της Τέταρτης Σταυροφορίας περί τις αρχές του 13ου αιώνα, της άλωσης της Κωνσταντινούπολης και τη βραχύβια Λατινική Αυτοκρατορία. Μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα οι περισσότερες Κυκλάδες ανήκαν στο Δουκάτο του Αρχιπελάγους (ή Νάξου) από κυρίως Βενετούς ευγενείς, υποτελείς των λατινικών κρατών της περιοχής.22B. J. Slot, Archipelagus turbatus: les Cyclades entre colonisation latine et occupation ottomane, c. 1500-1718, Nederlands historisch-archaeologisch Instituut: Ισταμπούλ, 1982, p. 73-116. Οι Οθωμανοί ανέλαβαν σταδιακά τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους του Αιγαίου στον αιώνα μεταξύ της άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453 και της οριστικής διάλυσης του Δουκάτου το 1566, όταν τα περισσότερα νησιά ενσωματώθηκαν επίσημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ωστόσο, το Αρχιπέλαγος παρέμεινε ένας χώρος συνάμα κοινός και διαφιλονικούμενος. Η Σίφνος παρέμεινε υπό λατινική κυριαρχία μέχρι το 1616. Η Τήνος απέμεινε το τελευταίο προκεχωρημένο φυλάκιο της Serenissima στο Αιγαίο μέχρι το 1715. Στα υπόλοιπα νησιά η επιρροή των Οθωμανών παρέμεινε μάλλον έμμεση και σποραδική: μόνο μερικές εκατοντάδες μουσουλμάνοι αξιωματούχοι εγκαταστάθηκαν στα νησιά κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας τους και οι τοπικές κοινότητες απέκτησαν μεγάλο βαθμό αυτονομίας.33N. Vatin, «I^les grecques ? I^les ottomanes ? L’insertion des îles de l’Égée dans l’Empire ottoman à la fin du XVIe siècle», στο N. Vatin, G. Veinstein (επιμ.), Insularités ottomanes, Institut français d’é- tudes anatoliennes: Ισταμπούλ, 2004, σ. 71-89. Βλ. και Σπ. Ασδραχάς, «Το ελληνικό Αρχιπέλαγος, μια διάσπαρτη πόλη”, στο Α. Αβραμέα, Β. Σφυρόερας, Σπ. Ασδραχάς (επιμ.), Χάρτες και χαρτογράφοι του Αιγαίου Πελάγους, Αθήνα: Ολκός, 1985, σ. 235-248.

Στη μακρόχρονη αντιπαράθεσή της με τη Γαληνοτάτη, η οθωμανική διοίκηση διαμόρφωσε σταδιακά ένα καθεστώς βαθμίδων κυριαρχίας στο διαφιλονικούμενο χώρο της ανατολικής Μεσογείου, εντάσσοντας τα νησιά στις «καλά προστατευόμενες επαρχίες» της Αυτοκρατορίας.44Guillaume Calafat, Une mer jalousée. Contribution à l’histoire de la souveraineté (Méditerranée, XVIIe siècle), Seuil: Παρίσι, 2019. Το Αρχιπέλαγος αποτελούσε μια δύσκολα ελεγχόμενη περιοχή, πέρασμα και σημείο συνάντησης για εμπόρους και πειρατές κάθε λογής, εξ ορισμού δύσκολο να ελεγχθεί. Οι αξιώσεις πλήρους ελέγχου και κυριαρχίας στον θαλάσσιο χώρο όριο γύρω από την έδρα της Αυτοκρατορίας έφταναν ως τη γραμμή Άνδρου-Κω. Στο χώρο νότια αυτής της γραμμής, μέχρι τη ζώνη που συνδέει τα νότια άκρα της Πελοποννήσου, τα Κύθηρα και τη δυτική Κρήτη, η παρουσία της οθωμανικής διοίκησης ήταν λιγότερο συστηματική, περιοριζόμενη κυρίως στον ετήσιο περίπλου του οθωμανικού στόλου για την είσπραξη του φόρου από τις νησιωτικές κοινότητες με επικεφαλής τον ίδιο τον Καπουδάν πασά, και στην κάποτε περιστασιακή, κάποτε πιο συστηματική παρουσία καδήδων και λειτουργία της οθωμανικής δικαιοσύνης. Στο βαθμό, λοιπόν, που το Αρχιπέλαγος παρέμενε ένας διαφιλονικούμενος χώρος, οι νησιωτικές κοινότητες ανέπτυξαν έναν αξιόλογο βαθμό αυτονομίας, αλλά και αρκετά περιθώρια ελιγμών ανάμεσα στην Πόλη, τη Βενετία, τη Ρώμη, το Παρίσι, και σταδιακά την Αγία Πετρούπολη, το Λονδίνο και τη Βιέννη.

Στο μεταξύ, οι διομολογήσεις μεταξύ του σουλτάνου και του Γάλλου βασιλιά που εγκαινιάστηκαν το 16ο αιώνα, καθώς και οι διαφορετικοί βαθμοί και μορφές προστασίας, που προσέφερε η Γαλλία στους Καθολικούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δημιούργησαν συχνά ένα ντε φάκτο καθεστώς συγκυριαρχίας μεταξύ των Γάλλων προστατών και της οθωμανικής Πύλης, η οποία θα μπορούσε να παρατηρηθεί καλύτερα στην περίπτωση της Σύρου, του μοναδικού νησιού με σταθερή Καθολική πλειοψηφία κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο. Ανεξάρτητα από την ομολογιακή ένταξη των κατοίκων τους, τα νησιά του Αρχιπελάγους σχημάτισαν μια διάσπαρτη ναυτική πόλη καθ’ όλη τη διάρκεια των αιώνων της μετάβασης στη νεωτερικότητα.55Ασδραχάς, ό.π. Iστορικοί και ανθρωπολόγοι έχουν αναδείξει ένα πολύπλοκο σύνολο σχέσεων τόσο μεταξύ των κοινοτήτων, όσο και των εκκλησιαστικών ιεραρχιών, το οποίο, παρά τον ανταγωνισμό ανάμεσα στο Φανάρι και το Βατικανό, καθιστούσε τα όρια μεταξύ των δύο κοινοτήτων πορώδη, με συχνές μεταστροφές από το ένα τυπικό στο άλλο, αλλά και ποικίλες μορφές συγκρητισμού, κοινούς τόπους και πρακτικές λατρείας κ.λπ. Οι Καθολικές κοινότητες του 19ου αιώνα ήταν προϊόν παλαιών ή νεότερων επιγαμιών των ντόπιων με Ευρωπαίους Καθολικούς εμπόρους και εποίκους (που προέρχονταν κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, από τη Γαλλία και την ιταλική χερσόνησο), καθώς και μεταστροφών των ντόπιων στον καθολικισμό κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Η ταυτότητα των «Λατίνων» του Αιγαίου παρέμεινε ρευστή και δεν είναι πάντα εύκολο να ταξινομηθεί. Αν και έχουν γενικά θεωρηθεί ελληνόφωνοι, έχουμε πολλά στοιχεία που υποδεικνύουν μεν ότι τα ελληνικά μαζί με τα ιταλικά ήταν οι δυο γλώσσες που χρησιμοποιούσαν στον γραπτό λόγο (τα ιταλικά με μεγαλύτερη ευχέρεια)· ωστόσο, σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες, όπως π.χ. αυτή του Γάλλου αββά Δελλαρόκκα για τη Σύρο το 1790, οι νησιώτες μπορούσαν κατά κανόνα να καταλαβαίνουν και να συνεννοούνται προφορικά σε άλλες δύο τουλάχιστον γλώσσες, τα γαλλικά και τα τουρκικά.66Abbé Della Rocca, Traité complet sur les abeilles, Méthode nouvelle de les gouverner, telle qu’elle se pratique à Syra, île de l’Archipel, Bleuet: Παρίσι, 1790, σ. 133. Οι Καθολικοί των νησιών δεν ανήκαν στο μιλλέτ των Ρωμιών και θεωρούνταν από την οθωμανική διοίκηση ως Φράγκοι ή Λατίνοι, ξεχωριστή εθνο-θρησκευτική ομάδα από τους Ελληνορθόδοξους, τους Αρμένιους και τους άλλους ανατολικούς χριστιανούς της αυτοκρατορίας.77Ch. Frazee, Catholics and Sultans. The church and the Ottoman Empire 1453-1923, Νέα Υόρκη: Cambridge University Press, 1983, σ. 114-123. Κατά τις παραμονές της Επανάστασης, τα αρχεία των τοπικών νησιωτικών επισκοπών καθώς και εκείνα των κοσμικών τοπικών αρχών χρησιμοποιούσαν τους ίδιους όρους. Παράλληλα, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ο όρος nazione greca, που χρησιμοποιούνταν ώς τότε για να περιγράψει τις Ελληνορθόδοξες ή/και τις ελληνόφωνες κοινότητες, αποκτά όλο και περισσότερο πολιτικά «εθνική» χροιά. Τέλος, και οι Έλληνες Ορθόδοξοι φαίνεται να μοιράζονταν την αντίληψη μιας διακριτής υβριδικής ταυτότητας των Γραικολατίνων Καθολικών του Αιγαίου.88Χαρακτηριστική σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η αναφορά του Κοραή στους «διαφωνούντας εις τα θρησκευτικά Γραικολατίνους» στην επιστολή του προς τον Νεόφ. Βάμβα τον Σεπτέμβριο του 1821: Γ. Βαλέτας (επιμ.), Κοραής. Άπαντα τα πρωτότυπα έργα. Β2: Οι επιστολές (1815-1833), Αθήνα: Δωρικός, 1965, σ. 270.

Το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης και οι πρώτες διαπραγματεύσεις με τους Καθολικούς του Αιγαίου

Για τους χριστιανούς ηγεμόνες της Ευρώπης, η Ελληνική Επανάσταση ήταν μία από τις εξεγέρσεις που αναστάτωσαν την Ευρώπη της αποκατάστασης, μαζί με τις φιλελεύθερες εξεγέρσεις κατά των Βουρβόνων στη Νάπολη και την Ισπανία.99Richard Stites, The Four Horsemen. Riding to Liberty in Post-Napoleonic Europe, Οξφόρδη: Oxford U.P., 2014. Αν και η ελληνική περίπτωση, μια εξέγερση χριστιανών υπηκόων εναντίον ενός μουσουλμάνου ηγεμόνα, παρουσίαζε σημαντικές αποκλίσεις από τις άλλες δύο, το πνεύμα του συνεδρίου της Βιέννης εξακολουθούσε να επικρατεί στο Λάιμπαχ (1821) και ο τσάρος κατήγγειλε την εξέγερση. Εν τω μεταξύ, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναγνώρισαν την ελληνική εξέγερση ως εσωτερικό ζήτημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δήλωσαν την ουδετερότητά τους, όπως και η Αγία Έδρα – η τελευταία, από το 1815, υπό την καθοδήγηση του καρδινάλιου Ercole Consalvi, είχε τηρήσει γραμμή ουδετερότητας απέναντι σε όλες τις ευρωπαϊκές συγκρούσεις. Την επόμενη χρονιά, στα διαδοχικά διαβήματά τους προς τους Ευρωπαίους ηγεμόνες στη Βερόνα, οι εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης αναγνώρισαν την εξουσία του πάπα ως «αρχηγού του Χριστιανισμού» (Capo del Cristianesimo/ chef de la Réligion Chretienne), «ανώτατου ποντίφικα» (Sommo Pontefice), «προστάτη της Εκκλησίας» (Protettore della Chiesa). Σε αντίθεση με τα αιτήματά τους προς τον τσάρο που έκαναν σαφείς αναφορές στην Ορθόδοξη πίστη, σε αυτά τα αιτήματα προς τον πάπα μέσω του καρδινάλιου E. Consalvi οι αναφορές στον χριστιανισμό παραμένουν σκόπιμα θολές, συμπεριλαμβάνοντας εμμέσως ή σαφώς τους Ρωμαιοκαθολικούς των νησιών ως μέλη του ελληνικού έθνους.

Η κύρια δύναμη του επαναστατικού ελληνικού στόλου προερχόταν από την Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά. Ακολουθώντας την πολιτική της Γαλλίας και της Αγίας Έδρας, οι Καθολικοί της Σύρας δήλωσαν την ουδετερότητά τους στη σύγκρουση μεταξύ των εξεγερμένων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η στάση αυτή, όπως και η επιφυλακτικότητα ή και άρνηση πολλών Ορθόδοξων να αναγνωρίσουν τις αξιώσεις κυριαρχίας που προέβαλλε η επαναστατική κυβέρνηση, στηρίχτηκε στην πρόβλεψη μιας επικείμενης οθωμανικής αντεπίθεσης. Η οπτική αυτή οδήγησε τους εκπροσώπους των Καθολικών του Aρχιπελάγους από νωρίς στην υιοθέτηση μιας ρεαλιστικής προσέγγισης αναμονής, σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν το ημιαυτόνομο υποτελές και υπερεδαφικό νομικό καθεστώς τους. Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι, ήδη από το καλοκαίρι του 1821, προκειμένου να αποφύγουν τη φορολόγηση ή την επιστράτευση, επίσκοποι και αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών υποπροξένων, επικαλέστηκαν τη γαλλική προστασία, υψώνοντας συχνά τη γαλλική σημαία στις εκκλησίες τους. Αυτές οι αντιδράσεις, μαζί με κάποιες πρωτοβουλίες εξαγοράς και απελευθέρωσης Οθωμανών αιχμαλώτων από τους Καθολικούς, ενόχλησαν τους επαναστάτες, πυροδοτώντας εντάσεις μεταξύ Λατίνων και Ρωμιών ειδικά εκεί που συνυπήρχαν οι δύο κοινότητες (Τήνος, Νάξος και Σαντορίνη).

Καθώς η σχέση με τους Καθολικούς των νησιών επηρέαζε άμεσα την επικοινωνία τους με το Βατικανό και τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις, η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση επεδίωξε εξαρχής μια προσέγγιση. Οι πρώτες εκκλήσεις προς τους «Δυτικούς Χριστιανούς» να ενταχθούν στην εξέγερση τούς προσέφεραν εγγυήσεις για την ισότητα των πολιτών και την ελευθερία της λατρείας. Παρά τις τοπικές εντάσεις, τα πρώτα συνταγματικά κείμενα καθιέρωσαν την ελευθερία της λατρείας και της ιδιότητας του πολίτη για όλους «τους κατοίκους της Ελλάδας που πιστεύουν στον Ιησού Χριστό» και απευθύνονταν στους Λατίνους επανειλημμένα ως ομογενείς, τέκνα της κοινής πατρίδος, «Έλληνες της Δυτικής Εκκλησίας».1010Βλ. π.χ. της επιστολή των Υδραίων με ημερομηνία 18 Απριλίου 1821: στο Ι. Φιλήμονος, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1860, τ. 3, σ. 113-114. Αναγνωρίζοντας στους Καθολικούς ένα ομολογιακό, αλλά όχι ένα πολιτικό ή εθνοτικό καθεστώς, οι εξεγερμένοι ζήτησαν αρχικά τη συνεργασία του αρχιεπισκόπου Νάξου.

Η αξίωση συμμετοχής και της συνεισφοράς των Καθολικών στον Αγώνα αφορούσε πρωτίστως την καταβολή έκτακτης εισφοράς ή/και ετήσιου φόρου στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία προσπάθησε να επιβάλει ένα νέο σύστημα είσπραξης φόρων, οργανωμένο από μία νέα κεντρική αρχή σε κάθε νησί. Ως αποτέλεσμα, οι πλούσιοι γαιοκτήμονες, οι οποίοι κατά κανόνα εκπροσωπούσαν και τις κοινότητές τους,1111Βλ. π.χ. Σπ. Ασδραχάς, “Nησιωτικές κοινότητες: οι φορολογικές λειτουργίες”, Tα Iστορικά, 8 (1988), σ. 3-36· 9 (1988), σ. 229-258. προσπάθησαν να αποφύγουν τη φορολόγηση· οι πιο φτωχοί από την πλευρά τους, όσοι δηλαδή είχαν ελάχιστα ή τίποτα να χάσουν, φάνηκαν συχνά πρόθυμοι να συνταχθούν με την Επανάσταση, όπως συνέβη στην Ύδρα υπό την ηγεσία του Αντώνη Οικονόμου την άνοιξη του 1821.1212Βλ. Σπ. Αλεξίου, 21 Ρωγμές στην επίσημη ιστορία για το 1821, Αθήνα: Τόπος, 2021, σ... Κατ’ αρχάς, οι διαχωριστικές γραμμές των τοπικών κοινωνιών διέσχιζαν τις γραμμές των θρησκευτικών κοινοτήτων. Στη Νάξο, έδρα της Αρχιεπισκοπής, οι ντόπιοι Καθολικοί συμμετείχαν στη λαϊκή λειτουργία που διοργάνωσε ο Ορθόδοξος κλήρος τον Μάιο του 1821. Αν και κατά πόσο αυτό αποτελούσε έκφραση υποστήριξης στην εξέγερση ή στάση αναμονής ή και τα δύο, παραμένει ασαφές. Σε κάθε περίπτωση, την ίδια στιγμή, ο αρχιεπίσκοπος Andrea Veggetti επεξεργαζόταν σε συνεννόηση με τον τοπικό υποπρόξενο της Γαλλίας τη γραμμή της ουδετερότητας και ζητούσε επανειλημμένα τη γαλλική προστασία, καθιστώντας σαφές στην αλληλογραφία του με τον Γάλλο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη και την Propaganda Fide ότι ο μόνος στόχος του ήταν να κερδίσει λίγο χρόνο μέχρι την άφιξη μιας αξιόλογης γαλλικής δύναμης στο νησί. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση υπερίσχυσης της ταξικής θέσης αντί της θρησκευτικής/εθνικής ταυτότητας των νησιωτών ήταν αυτή της Σαντορίνης, όπου εκπρόσωποι των Καθολικών και των Ορθοδόξων γαιοκτημόνων και μελών αρνήθηκαν να συμμορφωθούν στη φορολογία που απαιτούσαν οι Έλληνες επαναστάτες.1313Abbè Pégues, Histoire et phénomènes du volcan et des îles volcaniques de Santorin suivis d’ un coup d’oeil sur l’état moral et religieux de la Grèce moderne, Παρίσι, Imprimerie Royale, 1862, σ. 624-650. Πρβλ. Κ. Μανίκας, Σχέσεις ορθοδοξίας και ρωμαιοκαθολικισμού κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως (1821-1827), Διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ, 2001, σ. 101-103.

Τόσο η Καθολική ιεραρχία και ο κλήρος, όσο και οι εκπρόσωποι της επαναστατικης κυβέρνησης είχαν επίγνωση της πρωταρχικής σημασίας των υλικών συμφερόντων των νησιωτικών ελίτ αλλά και της ρευστότητας των ορίων ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Η αντιπαράθεση αυτή θα τροφοδοτούσε τους φόβους των Ελλήνων ότι, αν ενέδιδαν, κάποιοι από τους κατοίκους του νησιού θα έφταναν στο σημείο να ασπαστούν τον καθολικισμό για να αποφύγουν την είσπραξη των φόρων. Όπως και στη Νάξο, έτσι και στην Τήνο μέλη του Καθολικού ποιμνίου συμμετείχαν σε λαϊκή συνέλευση τον Απρίλιο του 1821, στην οποία η Ελληνορθόδοξη πλειοψηφία του νησιού αποφάσισε να προσχωρήσει στην ελληνική εξέγερση. Και πάλι, το αν τα κίνητρα των Λατίνων που συμμετείχαν στη συνέλευση αποκάλυψαν εσωτερικές διαιρέσεις εντός της Καθολικής κοινότητας και σε ποιο βαθμό, παραμένει ασαφές. Ταυτόχρονα, η αυστηρή ουδετερότητα που κηρύχθηκε από τον τοπικό επίσκοπο Giovanni Collaro και τηρήθηκε σε γενικές γραμμές από το ποίμνιό του αναζωπύρωσε παλιές τριβές και χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για επιθέσεις Ορθοδόξων εναντίον περιουσιών και παρεκκλησιών των Καθολικών. Επιθέσεις των Ορθοδόξων κατά των Λατίνων σημειώθηκαν επίσης περιστασιακά στη Νάξο και τη Σαντορίνη κατά τα πρώτα δύο χρόνια της επανάστασης. Τέλος, στη Σύρο, το μοναδικό νησί με συντριπτική πλειοψηφία Καθολικών, γνωστή και ως «νησί του πάπα» εκείνα τα χρόνια, η γραμμή της τοπικής κοινότητας ήταν εξαρχής πιο ξεκάθαρη. Οι εκπρόσωποι της κοινότητας αποφάσισαν ήδη από τα τέλη Απριλίου του 1821 να απορρίψουν τις εκκλήσεις για συμμετοχή στην Επανάσταση, να κηρύξουν αυστηρή ουδετερότητα ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα της σύγκρουσης και να ζητήσουν επίσημα με τη μεσολάβηση του τοπικού Γάλλου υποπρόξενου να τεθεί το νησί υπό γαλλική προστασία.1414Κ. Μανίκας, ό.π., Ανδρέας Δρακάκης, Ιστορία του οικισμού της Ερμουπόλεως (Σύρας), τ. 1, Αθήνα, 1979, σ. 36-50. Σύμφωνα με τον Αποστολικό Βικάριο στην Κωνσταντινούπολη Βικέντιο Κορέση, πρώην επίσκοπο Χίου και αρχιεπίσκοπο Νάξου, το καλοκαίρι του 1821 οι Συριανοί Καθολικοί πήραν τα όπλα για να αντισταθούν στην κατάληψη του νησιού από τους Έλληνες: Sacra Congregazione de Propaganda Fide, SC Romania Costantinopoli, τ. 35, φ. 267. Μέχρι το φθινόπωρο του 1821, όλοι οι Καθολικοί του νησιού είχαν υιοθετήσει επίσημα τη γραμμή της ουδετερότητας και της προσφυγής στη γαλλική προστασία, υψώνοντας τη λευκή γαλλική σημαία της παλινόρθωσης των Βουρβόνων στις εκκλησίες τους.

Παρά τη δυσπιστία τους προς τους νησιώτες Λατίνους και το φόβο τους ότι αυτή η αμφισβήτηση της εξουσίας τους, η άρνησή τους να πληρώσουν φόρους και να συμμορφωθούν με τα μέτρα δημόσιας τάξης θα επηρέαζε και τους Ορθόδοξους νησιώτες, η επαναστατική κυβέρνηση ήθελε πάση θυσία να αποφύγει τις εντάσεις μαζί τους. Ο κύριος λόγος γι’ αυτό ήταν η προσπάθεια διεθνούς αναγνώρισης από τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Λαμβάνοντας υπόψη τον εξέχοντα ρόλο του Βατικανού στη διπλωματία της Ιεράς Συμμαχίας και τη γαλλική προστασία προς τους Καθολικούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι ελληνικές κυβερνήσεις επιχείρησαν εξαρχής να διακριθούν από τους Καρμπονάρους και τα άλλα ιακωβίνικα κινήματα των εξεγέρσεων στην Ισπανία και τη νότια Ιταλία και να παρουσιαστούν ως νόμιμοι εκπρόσωποι χριστιανών υπηκόων που είχαν εξεγερθεί κατά του μουσουλμανικού δεσποτισμού.1515Κείμενα των διαβημάτων έχουν εκδοθεί από G. Hoffmann, Das Papsttum und der griechische Freiheitskampf (1821-1829), Ρώμη, 1952, σ. 37- 42. Πρβλ. A. Dialla and A. Heracleidis, Humanitarian Intervention in the Long Nineteenth Century: Setting the Precedent, Manchester: Manchester University Press, 2015, p. 105-133. Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου της Βερόνας το 1822, ο κόμης Ανδρέας Μεταξάς από την Κεφαλονιά και ο Γάλλος φιλέλληνας συνταγματάρχης Philippe Jourdain επιχείρησαν για πρώτη φορά να ζητήσουν επίσημα την υποστήριξη του Ευρωπαίων ηγεμόνων εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης. Η διατύπωση του αιτήματός τους προς τις αυτοκρατορικές αυλές της Ευρώπης ήταν πολύ προσεκτική: έκαναν έκκληση για υποστήριξη στο όνομα του χριστιανισμού και άφηναν να εννοηθεί ότι και οι Καθολικοί είχαν προσχωρήσει στον ελληνικό αγώνα για εθνική ανεξαρτησία. Αντίστοιχα, στα επαναστατημένα εδάφη, στην προσπάθειά τους να πείσουν τους Καθολικούς να συμμετάσχουν στον αγώνα, διακίνησαν έναν ψεύτικο αφορισμό του σουλτάνου από τον πάπα.1616Πρβλ.. Μανίκας, ό.π., σ. 59-62.

Η διαδικασία ενσωμάτωσης των νησιών

Συνοψίζοντας, κατά τον πρώτο χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης, οι κοσμικοί και θρησκευτικοί εκπρόσωποι των Καθολικών των νησιών τήρησαν στάση αναμονής και ουδετερότητας έναντι των οχλήσεων της ελληνικής επαναστατικής διοίκησης επικαλούμενοι τη γαλλική προστασία που απολάμβαναν ως υπήκοοι του σουλτάνου, ένα είδος υπερεδαφικού πολιτικού στάτους που υποστήριζαν ότι δεν τους επέτρεπε να αναμειχθούν στην υπό εξέλιξη σύγκρουση. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 17ου αιώνα, η προστασία από έναν δυτικό χριστιανό ηγεμόνα συχνά επεκτάθηκε και στους προξένους/μέλη των τοπικών ολιγαρχιών και τους μεταφραστές τους (δραγομάνους). Αυτό μείωσε δραστικά τον ενεργό ρόλο και την ενεργή παρουσία των Οθωμανών στις Κυκλάδες, ενισχύοντας την αυτονομία τους. Μία από τις όψεις των πολλαπλών επιπέδων πολιτικής κυριαρχίας στον θαλάσσιο χώρο ήταν και η επέκταση και εμπορευματοποίηση της γαλλικής κυρίως προστασίας στα νησιά του Αρχιπελάγους που είχε ως αποτέλεσμα μέλη της ίδιας κοινότητας να υπόκεινται σε διαφορετικές νομικές δικαιοδοσίες.1717Βλ. Chr. Roth, “Aspects of Juridical Integration of Non-Muslims in the Ottoman Empire: Observations in the Eighteenth-Century Urban and Rural Aegean”, στο P. Firges, T. Graf,Chr. Roth, Gu. Tulasoğlu (επιμ.), Well-Connected Domains. Towards an Entangled Ottoman History, Brill: Λάιντεν, 2014. σ. 150-163. Αν και το ζήτημα των ορίων της γαλλικής προστασίας δεν ήταν καινούργιο, ετίθετο ωστόσο με νέους όρους από την αξίωση εθνικής-εδαφικής κυριαρχίας επί όλων των κατοίκων-πολιτών της νέας επικράτειας.

Το συγκεκριμένο, άμεσο διακύβευμα της σύγκρουσης ανάμεσα σε μία εθνική/ εδαφική και μια αυτοκρατορική/εξωεδαφική αντίληψη περί κρατικής κυριαρχίας ήταν ασφαλώς η φορολογία, ιδίως εκείνη της εκκλησιαστικής περιουσίας. Μετά τις αρνήσεις των Καθολικών να πληρώσουν φόρο και να στείλουν αντιπροσώπους στην εθνική συνέλευση, η πρώτη συστηματική απόπειρα ελέγχου της εθνικής επικράτειας σημειώθηκε τον Απρίλιο του 1822 με τον «Οργανισμό των Ελληνικών Επαρχιών». Η πρώτη διοικητική διαίρεση του ελληνικού κράτους υλοποιήθηκε με τον διορισμό κατά τόπους επάρχων που επιφορτίστηκαν με τη δημιουργία ενός στοιχειώδους φορολογικού και διοικητικού μηχανισμού σε κάποια νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και όλες τις Κυκλάδες πλην της Σύρου.1818Γ. Δημακόπουλος, Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν 1821-1827, Αθήνα, 1966, σ. 154-157. Η επιφυλακτικότητα της ελληνικής επαναστατικής κυβέρνησης όσον αφορά το μοναδικό νησί που βρισκόταν εξολοκλήρου υπό τη δικαιοδοσία μιας Καθολικής κοινότητας μαρτυρά την επίγνωση των επιπλοκών που συνεπαγόταν η ουδετερότητα και η διακριτή ταυτότητα των Συριανών.

Μια Βενετία στον καιρό των Σταυροφόρων: πρόσφυγες, έμποροι, πειρατές και λαθρέμποροι

Η δηλωμένη ουδετερότητα και η ουσιαστική υποταγή στην Υψηλή Πύλη, όπως εκφραζόταν, μεταξύ άλλων, με τη συνεχιζόμενη καταβολή του ετήσιου φόρου στον Καπουδάν πασά ενέτειναν τις υποψίες και τις αντιπάθειες από την πλευρά των Ορθοδόξων. Εν τω μεταξύ, η ύπαρξη ενός ουδέτερου λιμανιού όπου οι έμποροι όλων των εθνών, συμπεριλαμβανομένων Ελλήνων και Τούρκων, μπορούσαν να συνεχίζουν να συναλλάσσονται, μετέτρεψε σύντομα τη Σύρο στον σημαντικότερο εμπορικό κόμβο τη περιοχής. Ήδη από τον πρώτο χρόνο του πολέμου, πλούσιοι έμποροι από τη Χίο και τη Μικρά Ασία είχαν επιδιώξει να αποκτήσουν ένα έρεισμα στο νησί· για τους πρόσφυγες, που άρχισαν να συγκεντρώνονται κατά κύματα με αυξανόμενο ρυθμό μετά τη σφαγή της Χίου τον Απρίλιο του 1822, η Σύρα παρείχε ταυτόχρονα ένα σχετικά ασφαλές καταφύγιο από ενδεχόμενα νέα οθωμανικά αντίποινα και άφθονες ευκαιρίες νόμιμου ή παράνομου βιοπορισμού.

Οι εκπρόσωποι των Συριανών δεν έχασαν την ευκαιρία να διαμαρτυρηθούν για τις επιδρομές, τις κλοπές και τις καταπατήσεις ιδιωτικής ή εκκλησιαστικής περιουσίας από τους Ορθόδοξους πρόσφυγες, Ωστόσο, οι ευκαιρίες για κέρδος που προσέφερε η de facto μετατροπή της Σύρου σε ελεύθερο λιμάνι κράτησαν τις εντάσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων υπό έλεγχο – τουλάχιστον ως τα τέλη του 1822, όταν η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να διεκδικήσει μερίδιο στη συσσώρευση κεφαλαίων που συντελούνταν στο νησί. Ομοίως, το θαλάσσιο εμπόριο μέχρι τότε παρέμενε σχετικά ασφαλές. Μετά το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Πελοπόννησο και τις εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των Ελλήνων, ωστόσο, πολλοί πλοιοκτήτες και καπεταναίοι αναζήτησαν κέρδος στον κούρσο για λογαριασμό της κυβέρνησης και σε πειρατικές επιδρομές που στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.1919Δ. Θέμελη-Κατηφόρη, “Καταδρομή και πειρατεία κατά την Επανάσταση του 1821. Φαινόμενα οικονoμικών και κοινωνικών μετασχηματισμών”, Παρουσία, 5 (1987), σ. 239-254• D. Dimitropoulos, “Pirates during a revolution: the many faces of piracy and the reaction of local communities”, in: G. Harlaftis, D. Dimitropoulos, D. Starkey (επιμ.), Corsairs and pirates in the Eastern Mediterranean. Fifteenth-nineteenth centuries, Αθήνα, 2016, σ. 29-40. Από εκείνο το σημείο και μετά, το λιμάνι της Σύρου έγινε πολύ γρήγορα κόμβος για κάθε είδους κερδοφόρες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου του νόμιμου εμπορίου σιταριού και δημητριακών, καθώς και προϊόντων πολυτελείας, όπως κρασί, υφάσματα, αρώματα, μπαχαρικά και καρυκεύματα, αλλά και για κάθε είδους παράνομη διακίνηση, όπως λάφυρα πειρατών, πλαστά νομίσματα και σκλάβους.

Ο Γάλλος φιλέλληνας Η. Lauvergne περιέγραψε ως εξής τη Σύρο του 1825: «Ελκυόμενοι από το δέλεαρ του κέρδους, άπληστοι έμποροι εγκαταστάθηκαν στην ακτή του λιμανιού, έχτισαν άνετα σπίτια, δημιούργησαν διασυνδέσεις με τα λιμάνια της Αδριατικής. […] Μια τεράστια πόλη, ξαφνικά υψώθηκε στις άγονες πλαγιές των λόφων. Προς το τέλος του 1825, o κόσμος πάλευε για μερικά μέτρα γης για να χτίσει ένα σπιτάκι. […] Οι δυστυχισμένοι όλων των κοινωνικών τάξεων, τα θύματα της βαρβαρότητας των Τούρκων, αύξησαν τον αριθμό των νέων κατοίκων του νησιού –η Σύρος έμοιαζε με μια αποικία που σχηματίστηκε από τους διάφορους κατοίκους του κόσμου– έμοιαζε με την εικόνα της Βενετίας τον καιρό των Σταυροφοριών. Στο λιμάνι της Σύρου στάθμευαν έως και διακόσια πλοία την ημέρα, ενώ η σημαία που εμφανιζόταν συχνότερα ήταν η αυστριακή».2020H. Lauvergne, Souvenirs de la Grèce pendant la campagne de 1825, Paris: De Gastel, 1826, p. 150-151.

Παρόλο που το δουλεμπόριο ήταν επίσημα απαγορευμένο από το ελληνικό σύνταγμα, οι Οθωμανοί αιχμάλωτοι ανταλλάσσονταν με Έλληνες, εξαγοράζονταν (κυρίως από τους Καθολικούς) ή διακινούνταν σε κοινή θέα στο λιμάνι της Σύρου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1820.2121A. Delis, “A hub of piracy in the Aegean: Syros during the Greek war of independence” στο Harlaftis και άλλοι. (επιμ.), ό.π., σ. 41-54. Πρβλ. τη μαρτυρία του G. Waddington από τη Σύρα: «Every constitutional Greek will tell you, that the sale of prisoners is forbidden by the Law of Epidaurus. Every day I pass a cottage, occupied by four or five Turkish slaves, so notoriously for sale, that the prices of each have been communicated to me. All are females, and one of them a girl of great personal attractions, and a distinguished Moraite family.» στο: A visit to Greece in 1823 and 1824, Λονδίνο: Murray, 1825, σ. 137. Η συχνότητα αυτών των παράνομων συναλλαγών σε συνδυασμό με τον εφοδιασμό των οθωμανικών φρουρίων στην Εύβοια και την Πελοπόννησο επιβεβαιώνουν ότι κύριο κίνητρο των Ορθόδοξων επιχειρηματιών στη Σύρο ήταν το κέρδος, μάλλον παρά ο πατριωτισμός. Όπως και να έχουν τα πράγματα, αυτή η πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου προσέλκυσε μεγάλο αριθμό προσφύγων που πρόσφεραν τα εργατικά χέρια για την ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου, καθώς και της ναυπηγικής βιομηχανίας. Μέχρι τα τέλη του 1826, όταν ιδρύθηκε κι επίσημα η νέα πόλη, λαμβάνοντας το όνομα του κερδώου Ερμή, η εγκατάσταση 30 χιλιάδων προσφύγων στο λιμάνι του νησιού είχε ανατρέψει πλήρως τη δημογραφική ισορροπία και το συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Οι επιδρομές του Νέστορα Φαζιόλη στη Σύρα

Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1822, ένα ένοπλο πλήρωμα υπό τη διοίκηση ενός Κεφαλονίτη καπετάνιου, του Νέστορα Φαζιόλη και των αδελφών του, επιχείρησε να εισβάλει στη χώρα της Σύρας, αλλά η επίθεση αναχαιτίστηκε μετά από παρέμβαση ενός γαλλικού πολεμικού πλοίου. Ο Φαζιόλης αναδιοργάνωσε τη δύναμή του στο κοντινό νησί της Τήνου με την υποστήριξη του εκεί Έλληνα επάρχου Εμμ. Σπυρίδωνος και επιχείρησε μια δεύτερη εισβολή τον Φεβρουάριο του 1823. Και αυτή η επίθεση αποκρούστηκε μετά από παρέμβαση του γαλλικού ναυτικού, μετά την οποία ο Φαζιόλης τέθηκε προσωρινά υπό κράτηση από τον πλοίαρχο P. Hargous· ωστόσο λόγω των πιθανών περιπλοκών που θα προέκυπταν λόγω της σημαίας των νησιών του Ιονίου (υπό βρετανική προστασία) στα πλοία του, απελευθερώθηκε και πάλι.

Δεν άργησε να γίνει σαφές ότι ο Φαζιόλης είχε ενεργήσει σε συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση. Λίγο μετά τις εισβολές του, ένας υδραίικος στολίσκος εισήλθε στο λιμάνι της Σύρας απαιτώντας και εντέλει εισπράττοντας από την κοινότητα έκτακτη εισφορά 40.000 γροσίων. Λίγο αργότερα, τον Μάιο του 1823 η Σύρα ενσωματωνόταν τυπικά στο υπό σύσταση κράτος με ένα νέο νόμο για τη διοικητική διαίρεση της επικράτειας. Ο Φαζιόλης διορίστηκε επίσημα πολιτάρχης (διοικητής της αστυνομίας) Σύρου υπό τις διαταγές του επάρχου Αλέξανδρου Αξιώτη.2222Δημακόπουλος, ό.π., σ. 186-189, Δρακάκης, ό.π., Η είδηση αυτή προκάλεσε την άμεση αντίδραση του ναυάρχου De Rigny, ο οποίος έφτασε επιτόπου με τη φρεγάτα La Médée, συνέλαβε τον Φαζιόλη, διέλυσε τη στρατιωτική του μονάδα και απηύθυνε αυστηρή προειδοποίηση στην ελληνική κυβέρνηση για τον διορισμό ενός πειρατή (forban) σε ένα δημόσιο αξίωμα.2323Α. Λιγνός (επιμ.), Αρχείο Κοινότητος Ύδρας, τ. 9, Πειραιάς: Τύποις Εφ. Σφαίρα, 1927, σ. 260. Για τις γαλλικές αντιδράσεις βλ. την αναφορά των γεγονότων από το Γενικό Πρόξενο της Γαλλίας στη Σμύρνη P. David: Archives du Ministère des Affaires Etrangères, CCC, Smyrne, 39 (juillet-décembre 1823), φ. 28-29. Αν και η γαλλική παρέμβαση προστάτεψε προσωρινά τους Καθολικούς από τις επιθέσεις εναντίον της ζωής και της περιουσίας τους, μέχρι το τέλος του 1823 οι ελληνικές αρχές είχαν εγκατασταθεί στα νησιά των Κυκλάδων, ενώ στη Σύρο ο έπαρχος είχε πραγματοποιήσει μια πρώτη απογραφή των κατοίκων του λιμανιού και είχε συγκροτήσει μια αστυνομική δύναμη, η δικαιοδοσία της οποίας εξακολουθούσε να αμφισβητείται από τον Γάλλο πρόξενο και την ηγεσία της Καθολικής κοινότητας. Επιπλέον, στην αλληλογραφία του με τις ελληνικές αρχές, ο De Rigny προσδιόριζε τα όρια της γαλλικής προστασίας στην ίση μεταχείριση χωρίς διάκριση θρησκευτικού δόγματος ενώπιον του νόμου και στην απρόσκοπτη άσκηση των θρησκευτικών τελετουργιών.

Πολιτικές, ταξικές και θρησκευτικές διαιρέσεις

Ορισμένες από τις πιο συνηθισμένες παρανοήσεις στη συζήτηση για τις θρησκευτικές αντιπαλότητες στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία οφείλονται στην εσφαλμένη εντύπωση της ομοιογένειας και ενότητας των διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων. Κατά τη διάρκεια των τριών δεκαετιών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η ραγδαία επέκταση της ελληνικής ναυτιλίας και του εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο οδήγησε στην άνοδο των τοπικών επιχειρηματικών ελίτ και εμβάθυνε τις κοινωνικές ανισότητες εντός των κοινοτήτων του ελληνικού Αρχιπελάγους. Στη Σύρο, αυτές οι αντιθέσεις είχαν έρθει ήδη στην επιφάνεια πριν από την Επανάσταση, με μια εξέγερση των «χωρικών» εναντίον των «καστρινών» το 1814, η οποία καθαίρεσε προσωρινά τον επίτροπο.2424A. Δρακάκης, H Σύρος επί τουρκοκρατίας, τ. 1, Ερμούπολη, 1948, σ. 75-77. Στα νησιά όπου συνυπήρχαν Ορθόδοξοι και Καθολικοί, στο κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε από τα επαναστατικά γεγονότα, οι συγκρούσεις μεταξύ των ηγετικών φατριών μπορούσαν να λάβουν θρησκευτική χροιά. Ωστόσο, όπως σημειώθηκε και παραπάνω, δεν ήταν σπάνιο μέλη μιας κοινότητας να παίρνουν το μέρος της άλλης. Αυτή ήταν, για παράδειγμα, μεταξύ πολλών άλλων, η περίπτωση ενός συριανού αγρότη (paesano), του Giorgio Xantaki που, έχοντας αναλάβει τα καθήκοντα του εισπράκτορα της δεκάτης (decimatore) στη Σύρο για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης το 1826, απειλήθηκε ευθέως με αφορισμό από τον Αποστολικό Διαχειριστή της Επισκοπής Luigi Maria Blancis.2525Sacra Congregatio de Propaganda Fide, SC Arcipelago. τ. 36, φ. 441-442. Ο Blancis, με καταγωγή από το Πεδεμόντιο, υπηρετούσε ως τότε στο Αποστολικό Βικαριάτο της Κωνσταντινούπολης. Η επισκοπική έδρα της Σύρου είχε μείνει κενή από το 1821, όταν ο τότε επίσκοπος Ιωάννης-Βαπτιστής Ρουσσίν κλήθηκε στη Ρώμη να δώσει εξηγήσεις για κατηγορίες φατριασμού που τον βάρυναν. Από τότε και μέχρι το 1825, η σύνδεση του νησιού με τη Ρώμη γινόταν μέσω του Καθολικού αρχιεπισκόπου Σμύρνης Λουίτζι Μαρία Καρντέλι. Ο διορισμός του Blancis αποτελούσε έκφραση μιας ευρύτερης πολιτικής της Αγίας Έδρας στην περιοχή από τους Ναπολεόντειους Πολέμους και μετά για την πλήρωση των κρίσιμων θέσεων της ιεραρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο με ιερείς από τη Ρώμη και την ιταλική χερσόνησο αντί για μέλη του τοπικού κλήρου, προκειμένου να εξασφαλιστεί αμεσότερη σύνδεση και έλεγχος.

Όταν πλέον έγινε σαφές ότι η κατάσταση θα εξελισσόταν διαφορετικά από ό,τι αναμενόταν, οι Καθολικοί της Σύρου επιδίωξαν σταδιακά να ενισχύσουν τη διασύνδεσή τους με τους παραδοσιακούς προστάτες τους (Γαλλία και Βατικανό) και την Υψηλή Πύλη. Η εκλογή του Giovanni Marinelli, μέλους μιας εξέχουσας οικογένειας της συριανής διασποράς στην Κωνσταντινούπολη ως επιτρόπου το 1824 ήταν σίγουρα μια κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Marinelli ζήτησε επανειλημμένα την υποστήριξη και την προστασία των Γάλλων διπλωματών και της Καθολικής ιεραρχίας στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Παράλληλα, ο Blancis διατήρησε συστηματική αλληλογραφία τόσο εντός του νησιού και του Αρχιπελάγους, όσο και με τη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Στο εσωτερικό μέτωπο, προσπάθησε αφενός να αμβλύνει τις εντάσεις μεταξύ των διαφορετικών φατριών (που ως τότε εκφράζονταν ως φίλοι και αντίπαλοι του προηγούμενου επισκόπου) και αφετέρου να περιορίσει τα σημεία επαφής ή τριβής μεταξύ των δύο κοινοτήτων, με μέτρα όπως η αυστηρή απαγόρευση των μικτών γάμων σε συνεννόηση με τον τοπικό Ορθόδοξο δεσπότη. Σε ό,τι αφορά τη στάση απέναντι στις πιέσεις της ελληνικής διοίκησης, μετά από πολύμηνες συσκέψεις με τον τοπικό κλήρο και τους επισκόπους του Αρχιπελάγους και λαμβάνοντας τη συγκατάθεση της Προπαγκάντα Φίντε, ο Blancis υιοθέτησε και υποστήριξε τη γραμμή της διατήρησης της φορολογικής ασυλίας της περιουσίας της Καθολικής Εκκλησίας, ενώ ταυτόχρονα, όπως θα δούμε παρακάτω, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαδικασία προσαρμογής των Καθολικών στη νέα πραγματικότητα που διαμορφωνόταν.

Το τέλος ενός κόσμου. Σύρος – ή Γιβραλτάρ, Μάλτα και Σαν Μαρίνο

Αν οι Καθολικοί της Σύρου έτρεφαν την πεποίθηση ότι τα δεινά που τους προκάλεσε ο πόλεμος θα ήταν βραχύβια και περαστικά, δύο γεγονότα στα τέλη του 1827 και στις αρχές του 1828 ματαίωσαν οριστικά την προοπτική επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση και έδειξαν ότι οι ανακατατάξεις που είχαν συντελεστεί προανήγγειλαν τη μετάβαση σε αχαρτογράφητες περιοχές. Το πρώτο από αυτά ήταν η πλήρης συντριβή του οθωμανικού στόλου στο Ναυαρίνο τον Οκτώβριο του 1827. Μια σειρά από αναφορές που έφταναν στο Βατικανό μετά τη ναυμαχία, έκαναν λόγο για το γενικευμένο φόβο πιθανών αντιποίνων που εξαπλώθηκε στις λεβαντίνικες κοινότητες της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης μετά την κινητοποίηση των ταταρικών στρατευμάτων από τον σουλτάνο.2626SCPF, ό.π., τ. 36, φ. 599-600. Το τέλος των ψευδαισθήσεων επρόκειτο να επισφραγισθεί λίγο αργότερα, την άνοιξη του 1828, με την οριστική αποτυχία μιας ανεπαρκώς προπαρασκευασμένης εκστρατείας για την ανακατάληψη της Χίου, οι πρώην κάτοικοι της οποίας αντιπροσώπευαν το ήμισυ της Ορθόδοξης κοινότητας της νέας πόλης. Το ζήτημα τώρα ήταν η θέση των Καθολικών του Αρχιπελάγους μέσα στη νέα κατάσταση.

Η Σύρος είχε γίνει για πρώτη φορά παράμετρος της εξωτερικής πολιτικής της Αγίας Έδρας, ήδη στα 1822-1823, όταν, ακολουθώντας τις υποδείξεις του επικεφαλής της διπλωματίας του Βατικανού καρδινάλιου Ε. Consalvi, ο J. Jourdain ξεκίνησε ως εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης διαπραγματεύσεις με το Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών με θέμα μία ενδεχόμενη συμμαχία κατά του σουλτάνου, που θα επισφραγιζόταν με την παραχώρηση της Σύρου στον Τάγμα και τη μετατροπή του νησιού σε «νέο Γιβραλτάρ» της Ανατολικής Μεσογείου. Στις αρχές του 1826, μόλις ο Blancis ανέλαβε τα καθήκοντά του, συνέταξε λεπτομερή έκθεση για τη Σύρο, στην οποία υποστήριζε τη μετατροπή της σε ελεύθερο λιμάνι (porto franco), υποτελές στο ελληνικό κράτος, υπογραμμίζοντας τη διακριτή θρησκευτική και εθνοτική ταυτότητα του τοπικού πληθυσμού: «Για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο», σχολίαζε, «θα ήταν αρκετό να κάνουμε τους συμμάχους να καταλάβουν ότι αυτές οι μικρές αποικίες που εκλιπαρούν για προστασία […], δεν αποτελούνται από Έλληνες, αλλά από Ευρωπαίους Λατίνους, όπως αποδεικνύει το οικογενειακό όνομα κάθε Grimaldi, Giustiniani, Vitali, Rossi, Freri, Privilegio».2727Georg Hofmann, Vescovadi Cattolici della Grecia. III. Syros, Pontificum Institutum Orientalium Studiorum, Rome, 1937, σ. 178.

Η προστασία και η αναγνώριση της ξεχωριστής ταυτότητας των τοπικών Καθολικών παρέμεινε απαραίτητη παράμετρος για τα διάφορα σενάρια που προωθούσε η Καθολική Εκκλησία καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1820. Προς τα τέλη της δεκαετίας, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τα σύνορα της Ελλάδας, η εφημερίδα Courier de Smyrne δημοσίευσε μια αίτηση του κλήρου και των επωνύμων της Σύρου προς την Αγία Έδρα, στην οποία εξέφραζαν την επιθυμία να μην αποτελέσουν μέρος του νέου κράτους.2828Courrier de Smyrne, 22.3.1829.

Αν και η αυθεντικότητα του εγγράφου αυτού διαψεύσθηκε από τους Συριανούς, το πνεύμα του αντιστοιχεί εντούτοις στα σενάρια που διακινήθηκαν από τους Καθολικούς επισκόπους στους εκπροσώπους της Γαλλίας στην περιοχή. Σε μια άλλη έκθεση με ημερομηνία 17 Σεπτεμβρίου 1827, ο Blancis απαριθμούσε για πολλοστή φορά τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Ορθόδοξοι έποικοι εναντίον των Καθολικών και πρότεινε να αποκτήσει η Σύρος ένα καθεστώς ανάλογο με αυτό της Δημοκρατίας του Αγίου Μαρίνου, αυτόνομο και άμεσα συνδεδεμένο με την Αγία Έδρα. Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, τον Αύγουστο του 1828, ο Blancis ανέφερε και πάλι στον έπαρχο της SCPF Mauro Cappellari, ο οποίος σύντομα θα γινόταν ο πάπας Γρηγόριος ΙΣΤ’, τις πρωτοβουλίες που είχε αναλάβει από κοινού με τους άλλους Καθολικούς επισκόπους του ελληνικού Αρχιπελάγους, προκειμένου να καθιερωθεί ειδικό καθεστώς για την Καθολική Εκκλησία και να συγκεντρωθούν όλοι οι Καθολικοί σε ένα από τα νησιά.2929SCPF, ό.π., τ. 36, φ. 579-580 και τ. 37, φ. 88-89.

Εντέλει, όλα αυτά παρέμειναν σχέδια επί χάρτου, καθώς η θέση και το καθεστώς των Καθολικών στο νέο ελληνικό βασίλειο έμελλε να σφραγιστεί τελικά με ένα συμπληρωματικό Πρωτόκολλο στη συνθήκη του Λονδίνου του 1830, που μεταβίβαζε την ευθύνη για την προστασία της της ισονομίας και της θρησκευτικής ελευθερίας των Καθολικών από τον Γάλλο αυτοκράτορα στο νέο μονάρχη, που τελικά δεν ήταν ο Λεοπόλδος του Σαξ-Κόμπουργκ, αλλά ο δευτερότοκος γιος του Βαυαρού μονάρχη Όθων3030Βλ. Ιωάννης Ασημάκης, H πορεία των σχέσεων Ελλάδος-Αγίας Έδρας (1820-1980), Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης, Thessaloniki, 2007. σ. 277-283.. Μέσα σε μια δεκαετία, η εθνοθρησκευτική ταυτότητα των Λατίνων είχε δώσει τη θέση της σε εκείνη των «Ελλήνων της Δυτικής Εκκλησίας». Η αλλαγή του πλαισίου και των σημείων αναφοράς στον χάρτη οδήγησε και σε μετατόπιση της σημασίας των όρων και των εννοιών. Από αυτή τη σκοπιά, η φράση Sira nostra patria, η οποία εμφανίζεται συχνά στα διαβήματα των τοπικών ιερέων κατά της εισβολής των «ξένων» (forestieri), αντιστοιχεί σε μια προ-εθνική αντίληψη της «πατρίδας». Αν ο ρόλος των Καθολικών του Αιγαίου κατά την Επανάσταση έχει γενικά αντιμετωπιστεί ως δευτερεύουσας σημασίας από την εθνική ιστοριογραφία, είναι γιατί η ιστορία μιας εθνοθρησκευτικής μειονότητας για την οποία η ένταξη στο έθνος-κράτος σήμαινε κυριολεκτικά το τέλος μιας εποχής και ενός κόσμου εντός του οποίου ζούσαν για αιώνες, δεν εντάσσεται εύκολα σε αφηγήσεις περί εθνικής αφύπνισης που προνομιμοποιούν την αναζήτηση της ενότητας και της συνέχειας έναντι της πολλαπλότητας, των ρήξεων και των ρωγμών του ιστορικού χρόνου.

Βιβλιογραφία

Calafat, G. (2019). Une mer jalousée. Contribution à l’histoire de la souveraineté (Méditerranée, XVIIe siècle). Παρίσι: Seuil

Delis, A. (2014)., “A hub of piracy in the Aegean: Syros during the Greek war of independence”. Στο G. Harlaftis, D. Dimitropoulos, D. Starkey (επιμ.), Corsairs and pirates in the Eastern Mediterranean. Fifteenthnineteenth centuries, Αθήνα

Della Rocca, Abbè. (1790). Traité complet sur les abeilles, Méthode nouvelle de les gouverner, telle qu’elle se pratique à Syra, île de l’Archipel. Παρίσι: Bleuet

Dialla, A., Heracleidis, A. (2015). Humanitarian Intervention in the Long Nineteenth Century: Setting the Precedent, Manchester: Manchester University Press

Dimitropoulos, D. (2016)., “Pirates during a revolution: the many faces of piracy and the reaction of local communities”. Στο G. Harlaftis, D. Dimitropoulos, D. Starkey (επιμ.), Corsairs and pirates in the Eastern Mediterranean. Fifteenth-nineteenth centuries, Αθήνα

Roth, Chr. (2014). “Aspects of Juridical Integration of Non-Muslims in the Ottoman Empire: Observations in the Eighteenth-Century Urban and Rural Aegean”. Στο P. Firges, T. Graf, Chr. Roth, Gu. Tulasoğlu (επιμ.), WellConnected Domains. Towards an Entangled Ottoman History. Λάιντεν: Brill

Frazee, Ch. (1983). Catholics and Sultans. The church and the Ottoman Empire 1453-1923. Νέα Υόρκη: Cambridge University Press

Greene, N. (2000). A shared world: Christians and Muslims in the early modern Mediterranean. Πρίνστον: Princeton UP

Hoffmann, G. (1952). Das Papsttum und der griechische Freiheitskampf (1821-1829), Ρώμη

Hofmann, G. (1937). Vescovadi Cattolici della Grecia. III. Syros. Rome: Pontificum Institutum Orientalium Studiorum

Kolovos, Ε. (2007). “Insularity and Island Society in the Ottoman Context: The Case of the Aegean Island of Andros (Sixteenth to Eighteenth Centuries)”. Turcica, σ. 49-122

Lauvergne, H. (1826). Souvenirs de la Grèce pendant la campagne de 1825, Paris: De Gastel

Pégues, Abbè. (1862). Histoire et phénomènes du volcan et des îles volcaniques de Santorin suivis d’ un coup d’oeil sur l’état moral et religieux de la Grèce moderne, Παρίσι, Imprimerie Royale

Slot, J. (1987). Archipelagus turbatus: les Cyclades entre colonisation latine et occupation ottomane, c. 1500-1718. Ισταμπούλ: Nederlands historisch-archaeologisch Instituut

Stites, R. (2014). The Four Horsemen. Riding to Liberty in Post-Napoleonic Europe, Οξφόρδη: Oxford U.P.

Vatin, N. (2004). «Îles grecques ? Îles ottomanes ?: L’insertion des îles de l’Égée dans l’Empire ottoman à la fin du XVIe siècle». Στο N. Vatin, G. Veinstein (επιμ.), Insularités ottomans (σ. 71-89). Ισταμπούλ: Institut français d’études anatoliennes

Αλεξίου, Σπ. (2021). 21 Ρωγμές στην επίσημη ιστορία για το 1821, Αθήνα: Τόπος

Ασδραχάς, Σπ. (1985). «Το ελληνικό Αρχιπέλαγος, μια διάσπαρτη πόλη”. Στο Α. Αβραμέα, Β. Σφυρόερας, Σπ. Ασδραχάς (επιμ.), Χάρτες και χαρτογράφοι του Αιγαίου Πελάγους σ. 235-248. Αθήνα: Ολκός

Ασδραχάς, Σπ. (1988). “Nησιωτικές κοινότητες: οι φορολογικές λειτουργίες”, Tα Iστορικά 8, σ. 3-36

Ασδραχάς, Σπ. (1988). “Nησιωτικές κοινότητες: οι φορολογικές λειτουργίες”, Tα Iστορικά 9, σ. 229-258

Ασημάκης, Ι. (2007). H πορεία των σχέσεων ΕλλάδοςΑγίας Έδρας (1820-1980). Θεσσαλονίκη: Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης Βαλέτας, Γ. (επιμ.) (1965).

Κοραής. Άπαντα τα πρωτότυπα έργα. Β2: Οι επιστολές (1815-1833), Αθήνα: Δωρικός

Δημακόπουλος, Γ. (1966). Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν 1821-1827, Αθήνα

Δρακάκης, Α. (1948). H Σύρος επί τουρκοκρατίας. Ερμούπολη

Δρακάκης, Α. (1979). Ιστορία του οικισμού της Ερμουπόλεως (Σύρας). Αθήνα

Θέμελη-Κατηφόρη, Δ. (1987). “Καταδρομή και πειρατεία κατά την Επανάσταση του 1821. Φαινόμενα οικονoμικών και κοινωνικών μετασχηματισμών”, Παρουσία, σ. 239-254

Λιγνός, Α. (επιμ.) (1927), Αρχείο Κοινότητος Ύδρας. Πειραιάς: Τύποις Εφ. Σφαίρα

Μανίκας, Κ. (2001). Σχέσεις ορθοδοξίας και ρωμαιοκαθολικισμού κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως (1821-1827). Αθήνα: Διδακτορική Διατριβή στο Ε.Κ.ΠΑ.

Φιλήμονος, Ι. (1860). Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα

Notes:
  1. Ο P. Sugar στην κλασική του σύνθεση Southeastern Europe under Ottoman Rule περιγράφει τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως κράτος εν κράτει (σ. 47). Βλ. επίσης: N. Greene, A shared world: Christians and Muslims in the early modern Mediterranean, Princeton UP: Πρίνστον, 2000, p. 3-5· E. Kolovos, “Insularity and Island Society in the Ottoman Context: The Case of the Aegean Island of Andros (Sixteenth to Eighteenth Centuries)”, Turcica, vol. 39, 2007, p. 49-122.
  2. B. J. Slot, Archipelagus turbatus: les Cyclades entre colonisation latine et occupation ottomane, c. 1500-1718, Nederlands historisch-archaeologisch Instituut: Ισταμπούλ, 1982, p. 73-116.
  3. N. Vatin, «I^les grecques ? I^les ottomanes ? L’insertion des îles de l’Égée dans l’Empire ottoman à la fin du XVIe siècle», στο N. Vatin, G. Veinstein (επιμ.), Insularités ottomanes, Institut français d’é- tudes anatoliennes: Ισταμπούλ, 2004, σ. 71-89. Βλ. και Σπ. Ασδραχάς, «Το ελληνικό Αρχιπέλαγος, μια διάσπαρτη πόλη”, στο Α. Αβραμέα, Β. Σφυρόερας, Σπ. Ασδραχάς (επιμ.), Χάρτες και χαρτογράφοι του Αιγαίου Πελάγους, Αθήνα: Ολκός, 1985, σ. 235-248.
  4. Guillaume Calafat, Une mer jalousée. Contribution à l’histoire de la souveraineté (Méditerranée, XVIIe siècle), Seuil: Παρίσι, 2019.
  5. Ασδραχάς, ό.π.
  6. Abbé Della Rocca, Traité complet sur les abeilles, Méthode nouvelle de les gouverner, telle qu’elle se pratique à Syra, île de l’Archipel, Bleuet: Παρίσι, 1790, σ. 133.
  7. Ch. Frazee, Catholics and Sultans. The church and the Ottoman Empire 1453-1923, Νέα Υόρκη: Cambridge University Press, 1983, σ. 114-123.
  8. Χαρακτηριστική σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η αναφορά του Κοραή στους «διαφωνούντας εις τα θρησκευτικά Γραικολατίνους» στην επιστολή του προς τον Νεόφ. Βάμβα τον Σεπτέμβριο του 1821: Γ. Βαλέτας (επιμ.), Κοραής. Άπαντα τα πρωτότυπα έργα. Β2: Οι επιστολές (1815-1833), Αθήνα: Δωρικός, 1965, σ. 270.
  9. Richard Stites, The Four Horsemen. Riding to Liberty in Post-Napoleonic Europe, Οξφόρδη: Oxford U.P., 2014.
  10. Βλ. π.χ. της επιστολή των Υδραίων με ημερομηνία 18 Απριλίου 1821: στο Ι. Φιλήμονος, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1860, τ. 3, σ. 113-114.
  11. Βλ. π.χ. Σπ. Ασδραχάς, “Nησιωτικές κοινότητες: οι φορολογικές λειτουργίες”, Tα Iστορικά, 8 (1988), σ. 3-36· 9 (1988), σ. 229-258.
  12. Βλ. Σπ. Αλεξίου, 21 Ρωγμές στην επίσημη ιστορία για το 1821, Αθήνα: Τόπος, 2021, σ...
  13. Abbè Pégues, Histoire et phénomènes du volcan et des îles volcaniques de Santorin suivis d’ un coup d’oeil sur l’état moral et religieux de la Grèce moderne, Παρίσι, Imprimerie Royale, 1862, σ. 624-650. Πρβλ. Κ. Μανίκας, Σχέσεις ορθοδοξίας και ρωμαιοκαθολικισμού κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως (1821-1827), Διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ, 2001, σ. 101-103.
  14. Κ. Μανίκας, ό.π., Ανδρέας Δρακάκης, Ιστορία του οικισμού της Ερμουπόλεως (Σύρας), τ. 1, Αθήνα, 1979, σ. 36-50. Σύμφωνα με τον Αποστολικό Βικάριο στην Κωνσταντινούπολη Βικέντιο Κορέση, πρώην επίσκοπο Χίου και αρχιεπίσκοπο Νάξου, το καλοκαίρι του 1821 οι Συριανοί Καθολικοί πήραν τα όπλα για να αντισταθούν στην κατάληψη του νησιού από τους Έλληνες: Sacra Congregazione de Propaganda Fide, SC Romania Costantinopoli, τ. 35, φ. 267.
  15. Κείμενα των διαβημάτων έχουν εκδοθεί από G. Hoffmann, Das Papsttum und der griechische Freiheitskampf (1821-1829), Ρώμη, 1952, σ. 37- 42. Πρβλ. A. Dialla and A. Heracleidis, Humanitarian Intervention in the Long Nineteenth Century: Setting the Precedent, Manchester: Manchester University Press, 2015, p. 105-133.
  16. Πρβλ.. Μανίκας, ό.π., σ. 59-62.
  17. Βλ. Chr. Roth, “Aspects of Juridical Integration of Non-Muslims in the Ottoman Empire: Observations in the Eighteenth-Century Urban and Rural Aegean”, στο P. Firges, T. Graf,Chr. Roth, Gu. Tulasoğlu (επιμ.), Well-Connected Domains. Towards an Entangled Ottoman History, Brill: Λάιντεν, 2014. σ. 150-163.
  18. Γ. Δημακόπουλος, Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν 1821-1827, Αθήνα, 1966, σ. 154-157.
  19. Δ. Θέμελη-Κατηφόρη, “Καταδρομή και πειρατεία κατά την Επανάσταση του 1821. Φαινόμενα οικονoμικών και κοινωνικών μετασχηματισμών”, Παρουσία, 5 (1987), σ. 239-254• D. Dimitropoulos, “Pirates during a revolution: the many faces of piracy and the reaction of local communities”, in: G. Harlaftis, D. Dimitropoulos, D. Starkey (επιμ.), Corsairs and pirates in the Eastern Mediterranean. Fifteenth-nineteenth centuries, Αθήνα, 2016, σ. 29-40.
  20. H. Lauvergne, Souvenirs de la Grèce pendant la campagne de 1825, Paris: De Gastel, 1826, p. 150-151.
  21. A. Delis, “A hub of piracy in the Aegean: Syros during the Greek war of independence” στο Harlaftis και άλλοι. (επιμ.), ό.π., σ. 41-54. Πρβλ. τη μαρτυρία του G. Waddington από τη Σύρα: «Every constitutional Greek will tell you, that the sale of prisoners is forbidden by the Law of Epidaurus. Every day I pass a cottage, occupied by four or five Turkish slaves, so notoriously for sale, that the prices of each have been communicated to me. All are females, and one of them a girl of great personal attractions, and a distinguished Moraite family.» στο: A visit to Greece in 1823 and 1824, Λονδίνο: Murray, 1825, σ. 137.
  22. Δημακόπουλος, ό.π., σ. 186-189, Δρακάκης, ό.π.,
  23. Α. Λιγνός (επιμ.), Αρχείο Κοινότητος Ύδρας, τ. 9, Πειραιάς: Τύποις Εφ. Σφαίρα, 1927, σ. 260. Για τις γαλλικές αντιδράσεις βλ. την αναφορά των γεγονότων από το Γενικό Πρόξενο της Γαλλίας στη Σμύρνη P. David: Archives du Ministère des Affaires Etrangères, CCC, Smyrne, 39 (juillet-décembre 1823), φ. 28-29.
  24. A. Δρακάκης, H Σύρος επί τουρκοκρατίας, τ. 1, Ερμούπολη, 1948, σ. 75-77.
  25. Sacra Congregatio de Propaganda Fide, SC Arcipelago. τ. 36, φ. 441-442.
  26. SCPF, ό.π., τ. 36, φ. 599-600.
  27. Georg Hofmann, Vescovadi Cattolici della Grecia. III. Syros, Pontificum Institutum Orientalium Studiorum, Rome, 1937, σ. 178.
  28. Courrier de Smyrne, 22.3.1829.
  29. SCPF, ό.π., τ. 36, φ. 579-580 και τ. 37, φ. 88-89.
  30. Βλ. Ιωάννης Ασημάκης, H πορεία των σχέσεων Ελλάδος-Αγίας Έδρας (1820-1980), Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης, Thessaloniki, 2007. σ. 277-283.