Οι Έλληνες επαναστάτες του 1821 επιχείρησαν να θεμελιώσουν, με τα συνταγματικά κείμενα που ψήφισαν στις τοπικές συνελεύσεις και στις εθνοσυνελεύσεις ένα δημοκρατικό καθεστώς, ένα κράτος δικαιοσύνης και ισονομίας. Η παιδεία, η γνώση και η καλλιέργεια της λογικής σκέψης θεωρήθηκαν κινητήριες δυνάμεις για την εκδήλωση της Επανάστασης και θεωρούνταν απαραίτητες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ελευθερίας και τη συγκρότηση μιας ευνομούμενης Πολιτείας. Επομένως, το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα θα αποτελούσε βασικό πυλώνα του νεωτερικού κράτους που επιδίωκαν να συγκροτήσουν. Γι’ αυτό σχεδίασαν και επιχείρησαν, στο μέτρο του δυνατού, σε συνθήκες πολέμου να οργανώσουν ένα δημοκρατικό σχολείο, στο οποίο θα φοιτούσαν όλα τα παιδιά. Σκοπός του σχολείου ήταν να διαπλάθει ηθικές προσωπικότητες, ελεύθερους και δημοκρατικούς πολίτες και παράλληλα να τους προετοιμάζει για την παραγωγική ζωή.

Εισαγωγικά: Κοινωνικές προϋποθέσεις της επανάστασης

Μια σειρά από κοινωνικές διεργασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που ξεκίνησαν από το τέλος του 17ου αιώνα, πύκνωσαν από τα μέσα του 18ου και κορυφώθηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα οδήγησαν στην επανάσταση των Ελλήνων το 1821. Τέτοιες διεργασίες ήταν η σταδιακή κατάρρευση του τιμαριωτικού συστήματος, η εμπορευματοποίηση της γης, οι διαλυτικές τάσεις στην Αυτοκρατορία και η επιδείνωση της ζωής των κατώτερων στρωμάτων των χριστιανών. Κυρίως, όμως, ήταν η άνθηση του εμπορίου και της βιοτεχνίας και η ανάδειξη της εμπορευματικής και εφοπλιστικής αστικής τάξης των ελληνόφωνων χριστιανών που συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής συνείδησης.

Με τη συγκρότηση των παροικιών σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο θα σταθεροποιηθούν οι δρόμοι διακίνησης εμπορευμάτων και τους δρόμους αυτούς θα ακολουθήσει η μετακίνηση ανθρώπων και η διακίνηση ιδεών.

Οι επαφές των ομάδων αυτών με τη Δύση και τις φιλελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού, της Γαλλικής Επανάστασης και του ιταλικού καρμποναρισμού στα παραλιακά και νησιωτικά εμπορικά κέντρα της Αυτοκρατορίας και στις παροικίες ωρίμασαν την ανάγκη και οδήγησαν στην απόφαση διεκδίκησης μιας εδαφικής επικράτειας για τη συγκρότηση μιας νεωτερικής κοινωνίας.

Τα επαναστατικά κηρύγματα διανοουμένων, όπως του Ρήγα, του Ανώνυμου της Ελληνικής Νομαρχίας κ.ά. συνέβαλαν στη συνειδητοποίηση περισσότερων ανθρώπων και ξεκαθάρισαν ότι οι Έλληνες πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις για την απόκτηση της ελευθερίας.

Με την κρίση της βιοτεχνίας και της εμπορικής ναυτιλίας την περίοδο πριν από την Επανάσταση, κρίση που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί στο οθωμανικό πλαίσιο, ριζοσπαστικοποιήθηκαν τα αντίστοιχα κοινωνικά στρώματα, ενισχύοντας περαιτέρω τις επαναστατικές τάσεις.

H «Φιλική Εταιρεία» αποφάσισε να ορκίσει και πολλά από τα μέλη των συντηρητικών στρωμάτων, που εμπλέκονταν ποικιλότροπα στην οθωμανική διοίκηση, όπως κλεφταρματολούς, κοτζαμπάσηδες, μέσο και κατώτερο κλήρο και αναζήτησε αρχηγό στο ρωσικό περιβάλλον, για να πεισθούν τα στρώματα αυτά (Φιλήμων, 1834). Μολονότι γιακωβινικού προσανατολισμού, η «Φιλική Εταιρεία» γνώριζε ότι χωρίς τους τελευταίους, που διέθεταν οικονομική και στρατιωτική δύναμη, δεν θα μπορούσε να επιτύχει η επανάσταση.

Η εκπαίδευση

Οι οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές συνοδεύονται από αλλαγές στο πολιτιστικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα. Την περίοδο από το 1770 μέχρι την επανάσταση του 1821, τη λεγόμενη περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, σηματοδοτούνται δύο ροπές στη συνείδηση των Γραικών: από τη μια η προτυποποίηση της Δύσης και η επιθυμία οργάνωσης της κοινωνίας στα δικά της πρότυπα και από την άλλη η στροφή προς την αρχαιότητα. Η πρώτη επιτυγχάνεται με την κυκλοφορία των ιδεών του Διαφωτισμού, της ισονομίας, των ατομικών ελευθεριών και των πολιτικών δικαιωμάτων και η δεύτερη με τη μελέτη και την έκδοση των κειμένων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Οι Νεοέλληνες, ως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, έπρεπε να οσμωθούν με τις αξίες των τελευταίων για να περιληφθούν στη χορεία των ελεύθερων εθνών της Ευρώπης.

Όλη αυτή η διαδικασία αλλαγής των συνειδήσεων δεν μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς τη διάδοση των γραμμάτων, την κυκλοφορία βιβλίων και περιοδικών εντύπων, την ανάπτυξη του σχολικού δικτύου και τον αναπροσανατολισμό των περιεχομένων της εκπαίδευσης, ώστε να αναστήσει το κλέος των αρχαίων Ελλήνων και να αποτελέσει συστηματικό κανάλι διάδοσης του ορθολογισμού και των διαφωτιστικών ιδεών, που βασίστηκαν, επίσης στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Εξάλλου, ένα βασικό πρόταγμα του Διαφωτισμού ήταν ότι ο άνθρωπος με τη γνώση και τη χρήση του λογικού μπορεί να κάνει τον εαυτό του και την κοινωνία καλύτερη.

Έλληνες διανοούμενοι και εκπαιδευτικοί κατανόησαν και διακήρυξαν το ρόλο της παιδείας για τη διάπλαση του νέου ανθρώπου. Ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ σημειώνει στα 1761: «Όλη η Ευρώπη ελεείται και ταλανίζει την Ελλάδα, όχι τόσον δια την αιχμαλωσίαν όσον δια την απαιδευσίαν» (Μοισιόδαξ, 1761:λα΄), ενώ αργότερα ο Κοραής παροτρύνει: «Να επιταχύνομεν τον δρόμον της προκοπής ημών εις το νέον τούτο της παιδείας στάδιον, δια να παύσωμεν των μισανθρώπων τας κουφολόγους λοιδορίας, και να εξαλείψωμεν από τας ψυχάς των φιλανθρώπων τον φόβον μη ματαιωθώσι τας οποίας εις αυτούς εδώκαμεν της αναγεννήσεως ημών χρηστάς ελπίδας…» (Κοραής, 1815:245).

Το ενδιαφέρον για τα θεωρητικά ζητήματα της αγωγής και τη σχολική πρακτική, το δάσκαλο, τα περιεχόμενα, τη μέθοδο, θα αυξάνεται όσο πλησιάζουμε προς την Επανάσταση. Τις διάσπαρτες παιδαγωγικές παρατηρήσεις στη Λογική του Βούλγαρη το 1866 (Βούλγαρης, 1766: 69, 93-102), θα ακολουθήσει σειρά παιδαγωγικών πραγματειών11Βλ. ενδεικτικά την Πραγματεία περί παίδων αγωγής, του Μοισιόδακα, 1779, τις εργασίες του Καταρτζή, 1783, μια ομιλία του Θεοτόκη, 1796, την Παιδαγωγία, του Καλλονά, 1800. Σχετικά με τις απόψεις των Ελλήνων διανοουμένων για την αγωγή και την εκπαίδευση την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού βλ. Τζήκας, 1996:30-42. , τα σχολικά εγχειρίδια του Δάρβαρη, σειρά αλφαβηταρίων και βελτίωση της μεθόδου πρώτης ανάγνωσης (Τζήκας, 1996: 37-39· Τζήκας, 1999: 21-23, 52-53), οι υποδείξεις του Κοραή για την εκπαίδευση των Γραικών, οι απόψεις του Ρήγα και του Κούμα για τη μόρφωση αγοριών και κοριτσιών, τα πυκνά δημοσιεύματα για την εκπαίδευση στον Λόγιο Ερμή, 1811-1821 και η ίδρυση «νεωτερικών» σχολείων, στα οποία θα διδάσκονται τα πορίσματα των φυσικών επιστημών και η «νεωτερική» φιλοσοφία.

Ο Ρήγας στο άρθρο 22 της Νέας Πολιτικής Διοίκησης (Σύνταγμα) γράφει: «Όλοι χωρίς εξαίρεσιν έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα. Η πατρίς έχει να καταστήση σχολεία εις όλα τα χωρία διά τα ερσενικά και θηλυκά παιδία. Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποίαν λάμπουν τα ελεύθερα έθνη»» (Βουλή των Ελλήνων, 2000:41) και ο Κούμας: «Πάσης διδασκαλίας και αρρένων και κορασίων σκοπός πρώτος και έσχατος πρέπει να κατασταθή ο διδασκόμενος ενάρετος άνθρωπος ευσεβής χριστιανός, αγαθός πολίτης» (Κούμας, 1820: 368).

Στα προλεγόμενα των σχολιασμένων εκδόσεων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων από τον Κοραή συνδέεται ο φωτισμός των Ελλήνων με το σχολείο και περιλαμβάνονται προτροπές και υποδείξεις για την εκπαίδευση: «διδάσκαλοι και μαθηταί χρεωστούν να πιστεύωσιν αδιστάκτως, ότι μόνη η Ελληνική παιδεία είναι ικανή να θεραπεύση τας πολυχρονίους του έθνους πληγάς, εάν οδηγήται από της Φιλοσοφίας το φως, ήγουν εάν γίνεται με μέθοδον διάφορον από την μέθοδον, ήτις επεκράτησεν έως τώρα εις τα φροντιστήρια» (Κοραής, 1815: 126) και αλλού: «Η από της βαρβαρότητος το σκότος εις το φως της παιδείας μεταβολή της Ελλάδος συμβαίνει εις την τελευταίαν περίοδον της ζωής αυτών, οπόταν δεν έχωσι πλέον καιρόν να φωτισθώσιν από τα νέα μαθήματα. Τούτο δεν είναι αμάρτημα, αλλ’ ατύχημα αυτών, το οποίον όμως εύκολα να θεραπεύσωσιν εδύνατο, εάν συλλαμβάνοντες τον υπέρ της πατρίδος ανυπόκριτον ζήλον, ενίσχυον το γένος εις το να δεχθή μετά χαράς της φωτισμένης Ευρώπης τα μαθήματα, και εγίνοντο τοιουτοτρόπως συνεργοί της αναγεννήσεως του έθνους…» (Κοραής, 1815: 249).

Απέναντι στο νέο, δυτικότροπο πνεύμα, που εμφανίζεται στα σχολεία και στα δημοσιεύματα θα αντιδράσουν ποικιλότροπα συντηρητικοί διανοούμενοι και, κυρίως, η επίσημη Εκκλησία.22Δεν θα αναφερθούμε εδώ στην αντίδραση παραδοσιακών διανοουμένων και της επίσημης Εκκλησίας στο δυτικότροπο νεωτερικό και ορθολογικό πνεύμα με βιβλία, άρθρα, νουθεσίες, απαγορεύσεις, αφορισμούς, ακόμη και με κλείσιμο σχολείων, γιατί ξεφεύγει από το θέμα μας.

Ορισμένοι διανοούμενοι οραματίζονται το σχολείο, στο οποίο θα μορφώνεται ο πολίτης που θα γνωρίζει τα καθήκοντα και τα δικαιώματά του σε μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία, θα καταπολεμηθούν οι δεισιδαιμονίες και οι προλήψεις, θα καλλιεργείται ο ορθός Λόγος και θα προετοιμάζονται επαγγελματικά οι νέοι.

Θα αναφερθούμε σύντομα στην πρόταση του Κ. Κούμα (Κούμας, 1819: 730-748· Κούμας, 1820: 295-385), καθώς αποτελεί, στις παραμονές της Επανάστασης, την πληρέστερη πρόταση οργάνωσης δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος για την αγωγή του πολίτη και του εργαζόμενου, ενώ περιέχει και οδηγίες για την παιδαγωγική και τη διδασκαλία.

Η «Παιδαγωγική» του Κούμα περιλαμβάνει γενικές απόψεις για την έννοια, το σκοπό και τις δυνατότητες της αγωγής, τις μεθόδους διδασκαλίας, τα απαραίτητα κατά είδος και βαθμίδα σχολεία, την εκπαίδευση των κοριτσιών και σύντομη ιστορία της παιδαγωγικής (Κούμας, 1820: 369).

Κατά τον συγγραφέα, η παιδαγωγική είναι επιστήμη με ιδιαίτερο αντικείμενο, σκοπούς και μέσα και διαιρείται στην κυρίως παιδαγωγική, η οποία μελετά τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις του παιδιού και πώς αυτές πρέπει να καθοδηγηθούν, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της αγωγής και στη διδακτική και μεθοδική, η οποία εξετάζει τα περιεχόμενα και τη μέθοδο διδασκαλίας.

Επειδή ο άνθρωπος ζει στην κοινωνία, πρέπει να εκπαιδεύεται ως μέλλων πολίτης, αλλά και ως επαγγελματίας, να αποκτήσει δηλαδή βιοφελείς γνώσεις. Αναλύει τις μεθόδους διδασκαλίας, την Ακροαματική, την Ερωτηματική ή Διαλογική και τη Σωκρατική και σε ποια βαθμίδα πρέπει να χρησιμοποιείται η κάθε μια (Κούμας, 1820: 297-334).

Το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να είναι διαρθρωμένο σε τρεις βαθμίδες: κοινό σχολείο-γυμνάσιο-πανεπιστήμιο. Ορίζει τα διδασκόμενα μαθήματα για κάθε βαθμίδα, δίνει λεπτομερείς οδηγίες για την οργάνωση της ύλης και τον τρόπο διδασκαλίας (Κούμας, 1820:334-363). Για όσους μετά το κοινό σχολείο επιδοθούν στις βιοτικές τέχνες πρέπει να ιδρυθούν τα πραγματικά σχολεία –Χωρικά, Πολυτεχνικά, Εμπορικά– τα οποία, παραδέχεται, είναι αδύνατο, αν και απαραίτητο, να ιδρυθούν στην παρούσα κατάσταση (Κούμας, 1820: 335-338).

Η εκπαίδευση που οραματίζεται ο Κούμας σχετίζεται τόσο με τη διαμόρφωση του πολίτη σε μια ελεύθερη κοινωνία, όσο και με τις ανάγκες της ζωής και το μελλοντικό επάγγελμα. Η εκπαίδευση, δηλαδή, που σε αιώνες εκκλησιαστικής ηγεμονίας είχε στόχο να διαπλάσει τον καλό χριστιανό, τώρα πρέπει να διαπλάσει τον πολίτη της νεωτερικής και δημοκρατικής κοινωνίας, τον πολίτη του αναδυόμενου έθνους.

Εκπαιδευτική ιδεολογία και εκπαίδευση κατά την περίοδο της Επανάστασης: Εκπαιδευτική ιδεολογία

Μελετώντας τα εκπαιδευτικά την περίοδο του Αγώνα δεν μπορούμε να τα κρίνουμε με βάση τα αποτελέσματα (ίδρυση σχολείων, αριθμό μαθητών και δασκάλων), αλλά με βάση τα σχέδια εκπαιδευτικής πολιτικής και τα διακηρυκτικά κείμενα για την ανάγκη, την αξία και τον ρόλο της εκπαίδευσης. Σε συνθήκες μακρόχρονου, αιματηρού πολέμου, με αβέβαιο αποτέλεσμα και απουσία οικονομικών μέσων, είναι αυτονόητο ότι δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν στην πράξη οι διακηρυγμένες εκπαιδευτικές προθέσεις.

Ωστόσο, οι επαναστάτες δεν παρέλειψαν να πάρουν αποφάσεις και να ψηφίσουν συντάγματα με τα οποία θεμελιωνόταν το δημοκρατικό πολίτευμα, η διαίρεση των εξουσιών και η ισονομία των πολιτών. Δεν παρέλειψαν, επίσης, να διακηρύξουν την αναγκαιότητα της εκπαίδευσης για τη διαμόρφωση του νέου πολίτη, και να περιλάβουν στα επαναστατικά συντάγματα άρθρα για την εκπαίδευση, να σχεδιάσουν το εκπαιδευτικό σύστημα και να ιδρύσουν σχολεία, κατά το μέτρο του δυνατού.

Εκτός από το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» (Επίδαυρος, 21 Ιαν. 1822), όλα τα επαναστατικά συντάγματα περιέχουν άρθρα για τη θεμελίωση, την προστασία και την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τη «Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος…» (1821), «Ο Άρειος Πάγος οφείλει να φροντίζη περί σχολείων, ορφανοτροφείων, νοσοκομείων… και περί πάντων όσα αφορώσι την ηθικήν του έθνους βελτίωσιν και την επί το κρείττον μεταβολήν της γεωργίας και άλλων τεχνών αναγκαίων» (Κυριακόπουλος: 1960: 640).

Σύμφωνα με τον «Οργανισμό της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος» (Κόρινθος, 27 Φεβρ. 1822) «Ο Μινίστρος των Εσωτερικών […] ενασχολείται μετ’ επιμελείας εις την είσαξιν και διάδοσιν των φώτων, των τόσον αναγκαίων δια την επίδοσιν του Ελληνικού Έθνους, προβάλλων εις την Διοίκησιν την μέθοδον και τους τρόπους διά την ανέγερσιν πανεπιστημίων, λυκείων, σχολείων και λοιπών διδακτηρίων … λαμβάνει την φροντίδα να διδάσκονται οι νέοι πάσης τάξεως τα κοινά γράμματα και τα πρώτα εις τον βίον αναγκαία μαθήματα διά της αλληλοδιδακτικής μεθόδου» (Δημαράς, 1974:303-304). Ο Κοραής θα προτείνει ξεχωριστό μινίστρο της Παιδείας, καθώς «είναι ο πλέον αξιόλογος Λειτουργός της πολιτείας, είναι ο αληθινός Πατήρ και σωτήρ του έθνους…» (Κοραής, 1933: 56-57).

Κατά τον νόμο της Επιδαύρου (1823), «Η δημόσιος εκπαίδευσις είναι υπό την προστασίαν του Βουλευτικού Σώματος […]. Συστηματικώς να οργανισθή η εκπαίδευσις της νεολαίας και να εισαχθή καθ’ όλην την επικράτειαν η αλληλοδιδακτική μέθοδος από την Διοίκησιν» (Μαυριάς/ Παντελής, 1981: 19, 23).

Τέλος, στο σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) προβλέπεται ότι: «Οι Έλληνες έχουσι το δικαίωμα να συσταίνωσι καταστήματα παντός είδους, παιδείας, φιλανθρωπίας, βιομηχανίας και τεχνών, και να εκλέγωσι διδασκάλους δια την εκπαίδευσίν των». [Η Βουλή] «επαγρυπνεί δια την δημόσιον παιδείαν και προστατεύει αυτήν, καθώς και την γεωργίαν, το εμπόριον, την πρόοδον των επιστημών και κοινωφελών τεχνών και την βιομηχανίαν» (Πολιτικόν Σύνταγμα…, 1827: άρθρ. 20 και 85), ενώ προβλέπεται και Υπουργείο της Παιδείας, καθώς ένας από τους έξι Γραμματείς της κυβέρνησης είναι ο «επί του Δικαίου και της Παιδείας» (Πολιτικόν Σύνταγμα…, 1827: άρθρ. 126).

Στους παραπάνω θεμελιώδεις νόμους αξίζει να σημειώσουμε:
α) Ότι η ίδρυση σχολείων είναι ευθύνη της κεντρικής Διοίκησης ή της Βουλής, ενώ δίνεται η δυνατότητα στους Έλληνες να ιδρύουν σχολεία.
β) Ότι το εκπαιδευτικό σύστημα οργανώνεται σε τρεις βαθμούς.
γ) Ότι στο δημοτικό σχολείο διδάσκονται με την αλληλοδιδακτική μέθοδο από κοινού τα παιδιά όλων των κοινωνικών τάξεων.
δ) Ότι η εκπαίδευση προσφέρεται δωρεάν και αφορά αγόρια και κορίτσια.
ε) Ότι η εποπτεία των σχολείων βρίσκεται στη δικαιοδοσία της ανώτερης τοπικής ή κεντρικής αρχής.
στ) Ότι η κοσμική εκπαίδευση, σε αντίθεση με την εκκλησιαστική που είχε σκοπό τη σωτηρία της ψυχής, σκοπεύει στην ηθική διαμόρφωση των νέων, αλλά παράλληλα στην αγωγή του πολίτη και στη μετάδοση χρήσιμων για τη ζωή γνώσεων.

Οι παραπάνω θέσεις κινούνται στον αστερισμό των νεωτερικών ιδεών και φαίνονται πιο καθαρά σε άλλα διακηρυκτικά κείμενα. Τον Μάρτιο του 1822 η Πελοποννησιακή Γερουσία ανακοινώνει ότι προτίθεται να ιδρύσει σχολείο στην Τριπολιτσά. Στην ανακοίνωση διακρίνουμε δύο σημαντικά στοιχεία: α) την υποχρέωση της εξουσίας να φροντίζει για τη μόρφωση των πολιτών και β) τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης: «Κάθε πεφωτισμένη Διοίκησις έχει χρέος να φροντίζη δια την ανατροφήν των πολιτών, δια την ηθικήν και δια την καλήν νομοθεσίαν, καθότι δι’ αυτών ο άνθρωπος εξ απαλών ονύχων ταυτίζεται με την αρετήν… και χειραγωγείται εις την οδόν της ευδαιμονίας» και παρακάτω: «προσκαλεί δε και την φιλομαθή νεολαίαν αφ’ όλην την Πελοπόννησον να συντρέξη εδώ δια να διδαχθή αμισθί, κηρύττουσα ότι κάθε μαθητής δεν θα εξοδεύση άλλο τι παρά δια τα βιβλία του και δια την ζωοτροφίαν του» (Δασκαλάκης, 1968: 29-30).

Στη διακήρυξη αποτυπώνεται η ρήξη με το παρελθόν της δουλείας, η τομή στη συνείδηση των Νεοελλήνων, που από την ανατολική αδράνεια στρέφονται στον δυτικό ορθολογισμό. Είναι ένας ύμνος στο πνεύμα του Διαφωτισμού, στον οποίο οφείλεται η Επανάσταση. Είναι ένας ύμνος στην παιδεία και στη δύναμή της για την ανύψωση του ανθρώπου και την οργάνωση μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Η καλλιέργεια του λογικού, που επιτυγχάνεται με την παιδεία, αποτελεί αναγκαίο όρο για την ύψωση στην κατάσταση του ηθικού και κοινωνικού ανθρώπου που θα κατανοεί τα ποικίλα καθήκοντά του: «Πατριώται! Η παιδεία είναι τόσον αναγκαία εις τον άνθρωπον δια την ανάπτυξιν του λογικού του, όσον είναι αναγκαία η τροφή δια την συντήρησιν της ζωής του […] ο υπέρτατος δημιουργός του παντός πλάσας τον άνθρωπον νου και επιστήμης δεκτικόν και δους εις αυτόν την εξαιρετικήν δύναμιν του τελειοποιείσθαι απαιτεί αφεύκτως του λογικού του την καλλιέργειαν, καθότι δι’ αυτής ημπορεί να γνωρίση ο άνθρωπος τα προς τον ποιητήν του, προς τον πλησίον του και προς τον εαυτόν του καθήκοντα».

Παρακάτω θα συγκρίνει τη Δύση με την Ανατολή και αποδίδει τις διαφορές στην παιδεία: «Εύκολον είναι αδελφοί να συμπεράνητε όλα τα αγαθά, όσα αναγκαίως επιφέρει η παιδεία εις τας πολιτικάς κοινωνίας, αρκεί μόνον να κάμετε μικράν σύγκρισιν των πεπολιτισμένων εθνών της Ευρώπης με τα πανάθλια της Ασίας ανδράποδα δια να γνωρίσητε πραγματικώς την αλήθειαν».

Οι Ευρωπαίοι με την επιστήμη και την παιδεία κατανόησαν τη φύση και την κοινωνία, «ερρύθμισαν τα ήθη των, ετελειοποίησαν την νομοθεσίαν των, απεκατέστησαν φιλάνθρωποι, φιλοδίκαιοι, ευεργέται του είδους των και απολαύουν της αληθούς ευδαιμονίας, η δε αμάθεια κατακρατεί εις κτηνώδη κατάστασιν τοσαύτα μιλιούνια κατοίκων της Ασίας, τα οποία μη γνωρίζοντα παντάπασι το τέλος δια το οποίον εγεννήθησαν εις τον κόσμον, μη διαφέροντα από τα άλογα ζώα παρά κατά την μορφήν, ατιμάζουν το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν πλάσμα και είναι όνειδος και εξουθένωμα όλων των λαών της οικουμένης».

Η αμάθεια κρατούσε στη δουλεία και τους Έλληνες, ώστε να χάσουν το εθνικό τους όνομα, να μην γνωρίζουν ποιοι είναι, ούτε πατρίδα, ούτε δικαιώματα, «μόλις δε έλαμψαν οπωσούν τα φώτα εις την πατρίδα μας και εις το βραχύτατον διάστημα σχεδόν δέκα χρόνων αρχίσαμεν να κάμωμεν χρήσιν του λογικού, όπου μας εχάρισεν ο Θεός, εγνωρίσαμεν την αξίαν μας, εκαταλάβαμεν τα δίκαιά μας, υψώθημεν εις την αληθή κατάστασιν που απεφασίσαμεν να αποθάνωμεν ή να ζήσωμεν ελεύθεροι και αυτόνομοι». Θεωρεί, επίσης, ότι το σχολείο και η μόρφωση είναι απαραίτητα για τη διαφύλαξη της ελευθερίας, τη νουνεχή διοίκηση και την απόδειξη στα πολιτισμένα έθνη ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι άξιοι των προγόνων τους: «αλλά πόσον δυσκολώτερον είναι αγαπητοί αδελφοί το να φυλάξωμεν την ανεξαρτησίαν μας, πόσον εργωδέστερον είναι το να διοικηθώμεν νουνεχώς δια να φανώμεν άξιοι των προγόνων μας εις τα όμματα της πεφωτισμένης Ευρώπης! […] η διοίκησις απαιτεί προ πάντων καλήν νομοθεσίαν. Ο νομοθέτης δια να είναι καλός οφείλει να γνωρίζη την φύσιν και την καρδίαν του ανθρώπου, δια να γνωρίζη δε τον άνθρωπον οφείλει να είναι φιλόσοφος, δια να γένη φιλόσοφος οφείλει να διδαχθή όσα μαθήματα συνιστώσι την φιλοσοφίαν, δια να διδαχθή χρειάζεται σχολείον, διδασκάλους, βιβλία, εκ τούτων δε πηγάζουν τα φώτα και απολαμβάνοντες τα φώτα ημπορούμεν να ευδοκιμήσωμεν και να διατηρήσωμεν την Ανεξαρτησίαν της ελληνικής επικρατείας μας». Για τους λόγους αυτούς καλούσε τους γονείς να στείλουν τα παιδιά τους, αγόρια και κορίτσια, στο σχολείο: «Μην αμελήσετε την παιδείαν των αγαπητών Σας τέκνων, αρρένων τε και θηλέων… δαπανήσατε μετά χαράς τα ευαπόβλητα χρήματα, δια να τους προμηθεύσητε τον αληθή και άσυλον θησαυρόν της παιδείας, και να τα αποκαταστήσητε άξια τέκνα της Ελλάδος και ωφέλιμα εις τον εαυτόν των και τους ομοίους των» (Δασκαλάκης, 1968: 31-32).

Η ίδια λογική για το ρόλο της παιδείας διατρέχει πολλές διακηρύξεις στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Γρηγόριος Δικαίος, υπουργός των Εσωτερικών το 1824, ζητά από το Εκτελεστικό να εγκρίνει την ίδρυση σχολείου σε μοναστήρι της Μικρομάνης και τη χρησιμοποίηση των εσόδων μετοχίου για τη λειτουργία του: «Είναι αναντίρρητον ότι από την εκπαίδευσιν της νεολαίας κρέμαται η τύχη των πολιτών. Δια τούτο εις όλας τας ευνοουμένας διοικήσεις μία από τας κυριωτέρας φροντίδας είναι το περί εκπαιδεύσεως κεφάλαιον» (Δασκαλάκης, 1968: 46). Το ίδιο βλέπουμε και στην προκήρυξη του έπαρχου Αθηνών για τη λειτουργία του σχολείου: «Οπόσων καλών η παιδεία είναι πρόξενος εις τον κοινωνικόν τούτον βίον, οπόσον συμβάλλει εις την ανύψωσιν της ψυχής, εις διαρρύθμισν των ηθών, εις την καλήν κυβέρνησιν των παθών και ενί λόγω, εις την ανθρωπίνην ευδαιμονίαν» (Δασκαλάκης, 1968:57).

Τέλος, επιτροπή για τη διοργάνωση της παιδείας, υποβάλλοντας τις προτάσεις της στο Βουλευτικό Σώμα, στις 16 Μαρτίου 1825, σημειώνει: «Απέκτησεν η Ελλάς με τους ενδόξους αγώνας των τέκνων της την πολιτικήν της ύπαρξιν και τώρα προθυμείται δια των σεβασμίων παραστατών της και να την περιφρουρήση και ασφαλίση με τον φωτισμόν του έθνους και την ηθικήν ανατροφήν, την ασφαλεστέραν εγγύησιν της διαφυλάξεως της πολιτικής μας αυτής υπάρξεως» (Ελληνικά Χρονικά, αρ. 31).

Με τέτοιες αντιλήψεις για τη μόρφωση κατανοούμε γιατί οι επαναστάτες προχώρησαν, σε συνθήκες πολέμου, και σε πρακτικά μέτρα: α) διόρισαν εφόρους της Παιδείας, β) συγκρότησαν επιτροπές και σχεδίασαν την εκπαίδευση, γ) ίδρυσαν διδασκαλείο και συνέδραμαν στην ίδρυση σχολείων.

Έφοροι της Παιδείας

Η κυβέρνηση διόρισε το 1823 «έφορο της παιδείας και της ηθικής ανατροφής των παίδων» τον Θ. Φαρμακίδη (Δασκαλάκης, 1968: 38). Το γεγονός ότι ο Φαρμακίδης παραιτήθηκε για να διδάξει στην Ιόνιο Ακαδημία, έπειτα από πρόσκληση του λόρδου Guilford και θεωρούσε ότι «αι τότε περιστάσεις δεν ήταν αρμόδιαι προς την παιδείαν» (Φαρμακίδης, 1840:8), δεν μειώνει την απόφαση για διορισμό εφόρου, που ενείχε θέση υπουργού της Παιδείας.

Στη θέση του Φαρμακίδη διορίστηκε ο Γρ. Κωνσταντάς. Τον Φεβρουάριο του 1825 εκδόθηκαν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του, που εκφράζουν το πρακτικό ενδιαφέρον της κυβέρνησης για την εκπαίδευση: α) να επισκεφθεί αυτοπροσώπως τα σχολεία, β) να ενημερώσει τη Διοίκηση πόσα και ποιου βαθμού σχολεία λειτουργούν, γ) να πληροφορηθεί για τις ικανότητες και τη διαγωγή των δασκάλων, για τα διδασκόμενα μαθήματα και τη μέθοδο και να εισάγει απλή, εύκολη και επιτήδεια μέθοδο διδασκαλίας, δ) να φροντίσει σε συνεργασία με τους επιτρόπους των σχολείων να διορίζονται δάσκαλοι τίμιοι, χρηστοήθεις, ενάρετοι, ε) σε συνεννόηση με τους επιτρόπους και τους δασκάλους να βελτιωθεί η κτηριακή κατάσταση των σχολείων και, όπου είναι δυνατό, να εισαχθεί η αλληλοδιδακτική μέθοδος, στ) να ενημερώσει την κυβέρνηση πόσοι είναι και από πού προέρχονται οι πόροι των σχολείων, ζ) να ενημερώνεται τακτικά για την κατάσταση των σχολείων και την πρόοδο των μαθητών, η) σε συνεργασία με τους επιτρόπους να φροντίσει για την αγορά των αναγκαίων βιβλίων και όπου είναι δυνατόν να ιδρυθούν βιβλιοθήκες, θ) να δώσει εντολή στις τοπικές αρχές να συγκεντρώσουν τις αρχαιότητες (νομίσματα, αγάλματα, επιγραφές κ.λπ.), να ιδρυθούν μουσεία στα σχολεία και να γίνουν γνωστά τα αρχαία ονόματα των τόπων, ι) να υποβάλει πρόγραμμα μαθημάτων των σχολείων και, αφού εγκριθεί, να σταλεί στα σχολεία για να εφαρμοστεί.

Δικαιώματα του εφόρου είναι: α) να χρηματοδοτείται από το κράτος για τις ανάγκες και τη βελτίωση των σχολείων, β) να εισακούεται από τους επιτρόπους στα σχολικά ζητήματα, γ) να πείθονται οι δάσκαλοι και να εφαρμόζουν όσα τους προτείνει, δ) οι επίτροποι των σχολείων και οι δάσκαλοι να τον διευκολύνουν στις μετακινήσεις και τη διαμονή του και ε) οι έπαρχοι να τον συνδράμουν στην εκτέλεση των καθηκόντων του (Δασκαλάκης, 1968:68-70).

Σχέδια οργάνωσης της εκπαίδευσης

Τα έτη 1824 και 1825 είναι έτη σχεδιασμών, από τους οποίους ένα μέρος υλοποιήθηκε. Το 1824 σχεδιάστηκε η ίδρυση Ακαδημίας (υπογράφουν 30 πρόσωπα), η οποία θα αποτελούνταν από 100 μέλη, με σκοπό τη μόρφωση των Ελλήνων, την «ηθική» διαμόρφωση του έθνους και τη βελτίωση των τεχνών και των επιστημών. «Τα δε μέλη θέλει έχωσι την άυπνον πανεποπτείαν εις την δραστήριον συντέλεσιν των όσων ανάγονται εις το αρχικόν τούτο Κατάστημα, έκαστον δε μέλος ασχολείσθαι επιμόνως προς εφεύρεσιν επινοιών, τας οποίας θέλει υπεκθέτει εγγράφως εις την Συνέλευσιν, αφ’ ης εάν εγκριθώσι, θέλει αποφασίζονται και ει αναγκαίον, προσκαθυποβάλλονται εις του Νομοθετικού Σώματος την Συνδιάσκεψιν πριν της εκτελέσεως» (Στασινόπουλος, 1970: 44). Το σχέδιο συζητήθηκε τρεις φορές στο Βουλευτικό, αλλά η υλοποίησή του αποτελούσε πολυτέλεια.

Την ίδια χρονιά, επιτροπή αποτελούμενη από τον Α. Γαζή (πρόεδρο) και τους Σ. Τρικούπη, Μ. Κάββα, Κ. Λιβέριο, Π. Νοταρά μέλη, υπέβαλε σχέδιο που πρόβλεπε τρεις εκπαιδευτικές βαθμίδες: «α) Σχολεία της προκαταρκτικής και δημώδους αγωγής, β) Λύκεια στις πρωτεύουσες όλων ή των σημαντικότερων επαρχιών και γ) Εν τουλάχιστον Πανεπιστήμιον με τέσσερις σχολές, Θεολογίας, Φιλοσοφίας, Νομικής και Ιατρικής». Επειδή οι συνθήκες δεν ήταν κατάλληλες για την εφαρμογή όλων των προτάσεων, η επιτροπή πρότεινε να εφαρμοστούν προς το παρόν τα της δημοτικής εκπαίδευσης και κυρίως η ίδρυση διδασκαλείου στο Άργος για να μορφωθούν δάσκαλοι (Δασκαλάκης, 1968: 54).

Το φθινόπωρο του 1824 με απόφαση της Βουλής συγκροτήθηκε άλλη επιτροπή, αποτελούμενη από τους Γρ. Κωνσταντά, Γ. Γεννάδιο, Θ. Καΐρη, Γ. Καλαρά και Αναγν. Διδασκάλου «δια να θεωρήσωσι το ήδη συνταχθέν οργανισμού σχολείων» σχέδιο, δηλαδή το σχέδιο της επιτροπής Γαζή (Μαυροσκούφης, 1996:38). Δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες για το έργο της, αλλά τον Ιανουάριο του 1825 συγκροτήθηκε νέα επιτροπή αποτελούμενη από τους λόγιους και βουλευτές Λυκ. Κρεστενίτη, Νικ. Μιλιάνη, Σπυρ. Τρικούπη, Θεόφ. Καΐρη και Ιω. Δημητρίου «δια να επεξεργαστεί οργανισμόν επαρχιακών σχολείων». Η επιτροπή υπέβαλε στις 16 Μαρτίου 1825 «σχέδιον περί συστάσεως σχολείων», σύμφωνα με το οποίο περιλαμβάνονται όσα στις περιστάσεις μπορούσαν να υλοποιηθούν: Η στοιχειώδης εκπαίδευση να εξαπλωθεί σε όλους τους νέους, όλων των κοινωνικών στρωμάτων και για τούτο ήταν απαραίτητο να διαδοθεί η αλληλοδιδακτική μέθοδος. Η Διοίκηση να δεχθεί τη συντήρηση δέκα νέων στο διδασκαλείο του Άργους, οι οποίοι όταν αποφοιτήσουν να διοριστούν σε κεντρικά μέρη της χώρας, να μαθητέψουν άλλους στη μέθοδο, ώστε εύκολα και χωρίς δαπάνες να διαδοθεί παντού η μέθοδος. Έτσι θα γενικευτεί «η μάθησις του αναγινώσκειν, γράφειν και αριθμείν, η κατήχησις της ιεράς ημών πίστεως, αι θεμελειώδεις αρχαί της ηθικής και ό,τι άλλο σύνηθες να διδάσκεται εις της Ευρώπης τα προκριτώτερα σχολεία». Η επιτροπή πρότεινε, επίσης, να ιδρυθεί ένα Λύκειο στο κεντρικό σχολείο του Άργους (σχολή δασκάλων μέσης εκπαίδευσης), στο οποίο πέντε δάσκαλοι να διδάσκουν «την Ελληνικήν και Λατινικήν φιλολογίαν, τα στοιχεία της μαθηματικής φιλοσοφίας και φυσικής, της γεωγραφίας, την ιστορίαν και τας αρχάς της νομικής». Να ιδρυθούν ανώτερα σχολεία στα κεντρικά μέρη και δύο δάσκαλοι να διδάσκουν την αρχαία, παραβαλλόμενη με τη νέα γλώσσα, τη γαλλική, αν είναι δυνατόν τη λατινική και τα στοιχεία της γεωγραφίας και της ιστορίας. Το σχολείο του Άργους, από το οποίο θα αποφοιτούν οι δάσκαλοι των ανώτερων σχολείων, να συντηρείται από το κληροδότημα του Βαρβάκη, τα ανώτερα σχολεία να συντηρούνται από μοναστηριακούς πόρους και να συμπληρώνονται οι ελλείψεις από εθνικές προσόδους. Το σχέδιο δημοσιεύτηκε στα Ελληνικά Χρονικά, υπογραμμένο από τα μέλη της επιτροπής, αλλά στη θέση του Θ. Καΐρη, που είχε πάρει άδεια, είχε τοποθετηθεί ο Ν. Χρυσόγελως (Ελληνικά Χρονικά, αρ. 31).

Τα πρακτικά αποτελέσματα

Αν εξετάσουμε την πρακτική πλευρά της εκπαίδευσης την περίοδο της Επανάστασης πρέπει να αναγνωρίσουμε, πέρα από την έκρυθμη κατάσταση λόγω του πολέμου, τρεις αντικειμενικές δυσκολίες για την ίδρυση και τη λειτουργία σχολείων: Η πρώτη αφορά τα οικονομικά των σχολείων. Χρήματα δεν υπήρχαν στο κράτος, καθώς φορολογικό σύστημα δεν είχε θεσμοθετηθεί και υπηρεσία φορολογίας και διαχείρισης των φόρων δεν είχε οργανωθεί. Επομένως, δεν ήταν δυνατό με κρατικές δαπάνες να ανεγερθούν, να επισκευαστούν ή να εξοπλιστούν και να συντηρηθούν σχολικά κτίρια, ούτε να μισθοδοτηθούν δάσκαλοι. Κατά τον υπουργό των Εσωτερικών Γρ. Δικαίο το 1824, «Η ανωμαλία των πραγμάτων της Ελλάδος και εξαιρέτως η ανοικονομησία των χρηματικών μέσων εμπόδισαν και εμποδίζουν έως τώρα την σύστασιν των αφεύκτως αναγκαιοτάτων εις την Ελλάδα της παιδείας καταστημάτων» (Δασκαλάκης, 1968: 46). Ωστόσο, έγιναν προσπάθειες και ιδρύθηκαν σχολεία δημοτικά και ελληνικά. Από τα στοιχεία που μας δίνουν οι εκθέσεις του Γρ. Κωνσταντά (1825) και του H. Dutrone, γνωρίζουμε ότι μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια λειτούργησαν 22 σχολεία στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα και 70 στις Κυκλάδες και στις Σποράδες (Δασκαλάκης, 1968: 70-74 και 178-185, αντίστοιχα).

Ωστόσο, πρέπει να λειτουργούσαν πολύ περισσότερα μικρά σχολεία που δεν καταγράφτηκαν. Μας πείθουν γι’ αυτό οι πολλές αναφορές και τα αιτήματα δημογεροντιών, μονών και δασκάλων προς την κυβέρνηση για σχολικά ζητήματα (Δασκαλάκης, 1968: 27-156). Επίσης, πολλοί ξένοι ταξιδιώτες, πράκτορες ή στρατιωτικοί αναφέρονται στα σχολεία που συνάντησαν. Παραθέτουμε εδώ ενδεικτικές περιπτώσεις. Ο James Emerson γράφει ότι στην Ύδρα λειτουργούσαν πολλά σχολεία για στοιχειώδη εκπαίδευση και ένα για μέση (Σιμόπουλος, 2004, τ. Δ΄: 336). Ο ίδιος πρόσεξε ότι λειτουργούσαν σχολεία σε πολλά χωριά. Οι μαθητές άφηναν τα παπούτσια τους έξω από την πόρτα, κάθονταν χάμω και με την επίβλεψη ενός μαθητή διάβαζαν φωναχτά από διαφορετικά βιβλία (Σιμόπουλος, 2002, τ. Δ΄: 378-379), ενώ στον Ελβετό Francois Marcet, που ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1826, προκάλεσε εντύπωση η φιλομάθεια των Ελλήνων: «Παπάδες, πατεράδες με τα παιδιά τους, όλοι τρέχουν στα αλληλοδιδακτικά σχολεία» (Σιμόπουλος, 2004, τ. Ε΄: 91). Τέλος, ο Γάλλος J. Mangeart γράφει ότι «λίγες μέρες μετά την αποχώρηση των Τούρκων από την Πάτρα άνοιξαν τέσσερα σχολεία, το καθένα με 60 μαθητές. Ύστερα από λίγους μήνες είχαν γίνει δέκα» (Σιμόπουλος, 2004, τ. Ε΄: 492).

Την πρωτοβουλία για την ίδρυση σχολείων έπαιρναν κατά κανόνα οι δημογεροντίες, φιλανθρωπικές και ιεραποστολικές εταιρείες, ιδιώτες ή μοναστήρια, ενώ μερικά σχολεία συντηρούνταν με δωρεές Ελλήνων και φιλελλήνων και με εράνους. Η κυβέρνηση συναινούσε να χρησιμοποιηθούν οι πρόσοδοι μοναστηριακών και εθνικών κτημάτων ή παραχωρούσε εθνικές οικίες για την ανέγερση σχολείων.

Η έλλειψη βιβλίων αποτελούσε, επίσης, σημαντικό πρόβλημα για τη λειτουργία των σχολείων, ενώ δεν είχε προσδιοριστεί το είδος των σχολικών βιβλίων από την κυβέρνηση. Για τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ήταν γνωστή η χειρόγραφη Ερμηνεία της μεθόδου και οι πίνακες του Γεωργ. Κλεόβουλου, το Εγχειρίδιον αλληλοδιδακτικής μεθόδου για τα σχολεία της Επτανήσου του Αθ. Πολίτη, που είχε εκδοθεί το 1820, η χειρόγραφη, επίσης, Ερμηνεία της αλληλοδιδακτικής μεθόδου του Συνέσιου Κυριακίδη, ενώ το 1827 εκδόθηκε στη Μάλτα το Σύστημα Αγγλικόν διά τα σχολεία. Όμως, ούτε όλοι οι δάσκαλοι γνώριζαν τη μέθοδο, ούτε να προμηθευτούν τα βιβλία ήταν εύκολο. Η πρόταση του Κωνσταντά να ιδρυθεί τυπογραφείο στο Άργος για να τυπώνονται σχολικά βιβλία δεν ευοδώθηκε (Δασκαλάκης, 1968: 73-74). Λίγες δωρεές και λίγες εκδόσεις των δυτικών ιεραποστολών που κυκλοφόρησαν, κυρίως για τα αλληλοδιδακτικά σχολεία, δεν έσωναν την κατάσταση.

Το πρόβλημα, τέλος, της έλλειψης δασκάλων ήταν ανυπέρβλητο. Το κράτος ίδρυσε κεντρικό αλληλοδιδακτικό σχολείο (Διδασκαλείο) στο Άργος, που λειτούργησε το έτος 1824-1825, μέχρι την επέλαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

Την ίδρυση και τη λειτουργία του σχολείου αμφισβήτησαν οι περισσότεροι ιστοριογράφοι, αλλά στην έκθεση του Κωνσταντά προς τον Ιταλό φιλέλληνα Cte Peccio διαβάζουμε «Διά τους λόγους τούτους η κυβέρνησις εψήφισε: 1) Την ίδρυσιν εις το Άργος μιας σχολής αλληλοδιδακτικής μεθόδου, εις την οποίαν θ’ αποστέλλωνται εξ εκάστης επαρχίας δύο ή τρεις νέοι. (…) Το σχολείον αυτό ιδρύθη και ευρίσκεται ήδη εις ανθούσαν κατάστασιν» (Δασκαλάκης, 1968:71). Ο Ιταλός φιλέλληνας Giuseppe Pecchio, που επισκέφθηκε την άνοιξη του 1825 το Άργος, γράφει: «Ο έπαρχος έδειξε στους ξένους τον χώρο –το παλιό τουρκικό παζάρι– όπου θα χτιζόταν το Πανεπιστήμιο, δωρεά του πλούσιου εμπόρου Βαρβάκη (100.000 φράγκα). Από τον Δεκέμβριο του 1824 λειτουργούσε στο Άργος σχολείο Αλληλοδιδακτικής. Ο δάσκαλος είχε σπουδάσει στο Βουκουρέστι, μαθητής του Κλεόβουλου» (Σιμόπουλος, 2004, τ. Δ: 128). Τέλος, στο Μουσείο Λαογραφικής Εταιρείας της Μυκόνου εντοπίστηκε αποφοιτήριο από το κεντρικό σχολείο του Άργους με χρονολογία 26 Μαΐου 1825, στο οποίο αναφέρεται ότι ο κάτοχος μπορεί να ιδρύσει, να διδάξει και να διοικήσει αλληλοδιδακτικό σχολείο (Καλαφάτη, 1988:43). Οι πρώτοι Έλληνες δάσκαλοι εκπαιδεύτηκαν στο Ιάσιο και στο Διδασκαλείο του Άργους (Τζήκας, 1996: 43-49).

Στην ίδρυση και τη λειτουργία σχολείων συνέβαλαν και συλλογικότητες, όπως η «Φιλόμουσος Εταιρεία» της Αθήνας, που ίδρυσε σχολεία στην Αθήνα και έστειλε νέους στο εξωτερικό για σπουδές, και η «Φιλανθρωπική Εταιρεία» του Ναυπλίου, που ίδρυσε νοσοκομείο, το οποίο μετατράπηκε σε σχολείο, ενώ επεδίωξε την ίδρυση σχολείων και σε άλλες περιοχές. Εκπαιδευτική δράση ανέπτυξαν και ξένες εταιρείες, φιλανθρωπικές, ιεραποστολικές, βιβλικές και φιλελληνικά κομιτάτα33Οι κυριότερες ήταν: British and Foreign School Society, Society of Friends, Education Committee, Société pour l’ Instruction Elémentaire, Société de la Morale Chrétienne, Société Philanthropique en Faveur des Grecs, Church Missionary Society, London Missionary Society, Society of Ladies, American Board of Commissioners for Foreign Mission, London Greek Committee Comité Grec., που έστειλαν Ελληνόπαιδα στο εξωτερικό, ίδρυσαν σχολεία, εξέδωσαν βιβλία (Μαυροσκούφης, 1996: 65-69· Dimaras,1972: 133-221). Ωστόσο, οι εταιρείες έπαιζαν και ρόλο πολιτικό ή θρησκευτικό. Οι ελληνικές συνδέονταν με πολιτικά κόμματα, ενώ οι ξένες επιχειρούσαν να επηρεάσουν την πολιτική των χωρών τους στο ελληνικό ζήτημα και να εξασφαλίσουν προσβάσεις για τη χώρα τους στον τόπο ή να επηρεάσουν θρησκευτικά τον πληθυσμό.

Επιλογικά

Η ιδεολογία, που διατρέχει τις διακηρύξεις και τα σχέδια για την εκπαίδευση την περίοδο της Επανάστασης, απηχεί τις ιδέες του Διαφωτισμού για το ρόλο της παιδείας στη συγκρότηση μιας νεωτερικής δημοκρατικής κοινωνίας.

Πέρα από τα όποια πρακτικά αποτελέσματα, σημαντική για την εκπαίδευση την περίοδο της Επανάστασης είναι η ιδεολογία που διέτρεχε τα κείμενα για τη σημασία και τον ρόλο της εκπαίδευσης στην ατομική, την πολιτική και την κοινωνική ζωή.

Το γεγονός ότι στα συνταγματικά και διακηρυκτικά κείμενα δεν παραλείπεται η πρόνοια για τη δημόσια εκπαίδευση, αποδεικνύει τη σημασία που αποδίδεται στη μόρφωση του λαού για την οργάνωση μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Ακόμη και η αλληλοδιδακτική μέθοδος, που προβάλλεται για τη στοιχειώδη εκπαίδευση, δεν είναι η σιδερένια φορεσιά στο δάσκαλο και στο μαθητή και η διαμόρφωση του υπάκουου και υποτακτικού πολίτη που επέβαλε το σύστημα του Ch. Sarazin, το οποίο εισάχθηκε από τον Καποδίστρια με πρόταση του Ι. Π. Κοκκώνη (Τζήκας, 1999:72-94).

Οι δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν το σύστημα του Γεώργιου Κλεόβουλου, το οποίο είχε δημοκρατική δομή και διαδικασίες. Αν και το χειρόγραφο κείμενο του Κλεόβουλου λανθάνει, έχουμε μια πολύ καλή περιγραφή του τρόπου οργάνωσης του σχολείου με βάση τη μέθοδό του. To 1825 o Νεόφυτος Νικητόπουλος, μαθητής του Κλεόβουλου στο Ιάσιο, δίδαξε στο σχολείο του Παρθενώνος στην Αθήνα. Ο δάσκαλος υπέβαλε αναφορά στην εφορία του σχολείου, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Αθηνών. Οι κανόνες λειτουργίας του σχολείου θεσπίζονται από τους μαθητές και ακολουθούν τη διαίρεση των εξουσιών. Η επίβλεψη της τήρησης των κανόνων και η τιμωρία των παραβάσεων αναθέτονται, επίσης, στους μαθητές: «Σεβαστοί έφοροι, ηξεύρετε ότι ένα Σχολείον τοιούτον παραστένει Έθνος ολόκληρον, δια τούτο πρέπει να ήναι οργανισμένον κατά πολιτικόν σύστημα ενός Έθνους, όπου ο μαθητής συνειθίζη από μικρός να διοική και να διοικείται κατά τους Νόμους.

Επρόβαλλον κατά πρώτον εις το κοινόν του Σχολείου, ότι κάθε Έθνος έχει Νόμους, και όπως γράφει ο νόμος πορεύονται οι άνθρωποι, δια τούτο και ημείς εις το Σχολείον μας πρέπει να γράψωμεν Νόμους, και όπως γράφει ο Νόμος να πορευώμεθα, είτα επρόβαλλον και εκλέχθησαν από το κοινόν του σχολείου δια ψήφων εννέα Νομοθέται, και εγώ δέκα, καθώς φαίνεται εις το Σχολείον η τοιαύτη προκήρυξις, και ούτω εσυστήσαμεν τους Νόμους του Σχολείου τούτου, και αφού τους εδιαβάσαμεν παρρησία εις το Σχολείον και έστερξαν όλοι, τότε τους υπέγραψαν οι διωρισμένοι Νομοθέται, καθώς φαίνονται εις το Σχολείον.

Έπειτα κατ’ εκλογήν του κοινού μας εδιώρισα τους Διοικητάς, οι οποίοι συστένουν την Διοίκησιν του Σχολείου τούτου» [ακολουθούν τα ονόματα των μαθητριών που αποτελούσαν τη διοίκηση, δηλαδή τους πρωτόσχολους παιδονόμους, λογοθέτες, υπαγορευτές, ερμηνευτές κ.λπ. και τα καθήκοντα καθενός].

«Αφ’ ου οι διωρισμένοι Νομοθέται εσύνταξαν τους νόμους, και εκλέχθησαν οι Διοικηταί του Σχολείου, έπειτα εκλέχθησαν δια ψήφων από την α΄, β΄ και γ΄ τάξιν οι Κριταί [δικαστές] δέκα τον αριθμόν» [ακολουθούν τα ονόματα των μαθητριών] (Νικητόπλος, 1826).

Η αντίληψη του Διαφωτισμού, ότι με τη γνώση και τη χρήση του λογικού μπορεί ο άνθρωπος να κάνει καλύτερο τον εαυτό του και την κοινωνία, από όπου και προκύπτει η πίστη περί της συνεχούς προόδου του ανθρώπινου είδους, είναι η βασική λογική που οδηγεί τους συντάκτες των κειμένων να περιλαμβάνουν την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την παιδεία του λαού. Επιπλέον, η παιδεία συνδέεται με την ίδια την υπόσταση του έθνους, καθώς δηλώνεται ότι ήταν ο βασικός παράγοντας που οδήγησε τους Έλληνες στην Επανάσταση, ενώ αποτελούσε το ασφαλές θεμέλιο για τη διατήρηση της ελευθερίας.

Η εκπαίδευση θα επιτύχει την πολιτική αγωγή του λαού και –κατά συνέπεια– την οργάνωση μιας ευνομούμενης δημοκρατικής πολιτείας (Δασκαλάκης, 1968: 29-30· Ελληνικά Χρονικά, αρ. 18· Φίλος του Νόμου, αρ. 47). Η εκπαίδευση όλων των κοινωνικών τάξεων θα διαμορφώσει καλούς χριστιανούς, πατριώτες και χρηστούς πολίτες, που θα συμβάλουν στην ευημερία της κοινωνίας (Δασκαλάκης, 1968: 29-30, 46, 54, 90, 115, 142· Ελληνικά Χρονικά, αρ. 18, 31· Φίλος του Νόμου, αρ. 35, 66, 86, 100, 143). Οι επαναστατημένοι Έλληνες θέλουν να διαμορφώσουν μια κοινωνία σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Παράλληλα, θέλουν να αποκτήσουν μια εθνική ταυτότητα, η οποία θα βασίζεται στην αρχαιοελληνική προγονική κληρονομιά (Δημαράς, 1977: 73-86). Αυτό, βέβαια, μαζί με τις επιδράσεις του νεοανθρωπισμού, οδηγεί στην πρόκριση των θεωρητικών κλασικών σπουδών έναντι των θετικών. Χωρίς να απουσιάζει η διάθεση για ομοιομορφία και η διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης, στην εκπαιδευτική ιδεολογία κυριαρχεί, όπως και την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η πολιτική, η κοινωνική και η οικονομική διάσταση της εκπαίδευσης.

Αργότερα, όταν συγκροτηθεί το εθνικό κράτος και σταθεροποιηθεί η κοινωνική δομή, το σχολείο θα προτάξει την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης, την πειθάρχηση των πολιτών στην εξουσία και την επίτευξη της κοινωνικής συνοχής.

Βιβλιογραφία

Βούλγαρης Ευγένιος (απξστ΄) Λογική εκ παλαιών τε και νεωτέρων συνερανισθείσα…, (Λειψία: Βρέιτκοφ).

Βουλή των Ελλήνων (2000) Ρήγα Βελεστινλή Άπαντα τα Σωζόμενα, Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας, τόμ. Ε΄ (Αθήνα).

Δασκαλάκης, Απ. (1968) Κείμενα – Πηγαί της Ιστορίας της Επαναστάσεως Σειρά Τρίτη. Τα περί Παιδείας, Μέρος Πρώτον, (Αθήνα).

Δημαράς, Α. (1974) Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, (Αθήνα: Ερμής).

Δημαράς, Θ. Κ. (1977) Νεοελληνικός Διαφωτισμός, (Αθήνα: Ερμής).

Dimaras, A. (1972) Foreign and particular English Influence on Educational Policies in Greece during of Independence and their Development under Capodistrias, 1821-1831, (University of London).

Εφημ. Ελληνικά Χρονικά, αρ. 18, 1 Μαρτίου 1824· αρ. 31, 16 Απριλίου 1825.

Εφημ. Φίλος του Νόμου, αρ. 35, 14 Ιουλίου 1824· αρ. 47, 25 Αυγούστου 1824· αρ. 66, 31 Οκτωβρίου 1824· αρ. 86, 9 Ιανουαρίου 1825· αρ. 100, 27 Φεβρουαρίου 1825 και αρ. 143, 14 Αυγούστου 1825.

Καλαφάτη Ελένη (1988) Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης 1821-1929. Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό, (Αθήνα: Ι.Α.Ε.Ν.- Γ.Γ.Ν.Γ.).

Κοραής Α., (1815) Τα εις διαφόρους συγγραφείς εκδοθέντας από τον Κοραήν Προλεγόμενα, Δεύτερον εκδιδόμενα δια συνδρομής των ομογενών, Βιέννη.

Κοραής, Α. (1933) Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος του 1822 έτους, υπό Θεμ. Π. Βολίδου, (Αθήνα).

Κούμας, Μ. Κ. (1819) «Παιδαγωγία: Περί παιδείας και σχολείων», Ερμής ο Λόγιος, αρ. 18, 15 Σεπτεμβρίου. Κούμας, Κ. (ΑΩΚ) Σύνταγμα Φιλοσοφίας υπό…. Τόμος τέταρτος περιέχον την πρακτικήν Φιλοσοφίαν, ήγουν Περί Δικαίου, Ηθικήν Θεολογίαν, και επίμετρον αυτών την Παιδαγωγικήν. (Βιέννη: Ιωάννης Σνειρέρος).

Κυριακόπουλος, Ηλ. (επιμ.) (1960) Τα Συντάγματα της Ελλάδος, (Αθήνα).

Μαυριάς, Κ. – Παντελής, Α. (1981) Συνταγματικά κείμενα ελληνικά και ξένα, (Σάκκουλας: Αθήνα- Κομοτηνή).

Μαυροσκούφης, Δ. (1996) Εκπαίδευση και εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα 1821- 1832, διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη: Φιλοσοφική Σχολή.

Μοισιόδαξ Ιώσηπος (1761) Ηθική Φιλοσοφία, μεταφρασθείσα εκ του ιταλικού ιδιώματος… (Βενετία: Α’μπόμιος Βόρτολι), τ. Α΄.

Νικητόπλος, Ν. «Σεβαστοί Έφοροι της Φιλομούσου Εταιρείας», Εφημερίς Αθηνών, αρ. 17, 20 Ιανουαρίου 1826. «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» (Τροιζήνα, 1 Μαΐου 1827), Ανακτήθηκε στις 24 Μαΐου 2021.

Σιμόπουλος Κυριάκος (2004) Πώς είδαν οι ξένοι ταξιδιώτες την Ελλάδα του ’21, (Αθήνα: Πολιτιστικές εκδόσεις), τ. Δ΄, Ε΄.

Στασινόπουλος. Δ. Μιχαήλ (1970) «Η περί παιδείας μέριμνα του αγωνιζόμενου έθνους και το πρώτον πανεπιστήμιον», Νέα Εστία, Αφιέρωμα στο Εικοσιένα, τ. 1043, Χριστούγεννα.

Τζήκας, Χ. (1996) Το Βασιλικό Διδασκαλείο 1834-1864, Το Δημοτικό Σχολείο και η γένεση του Διδασκαλικού Επαγγέλματος στην Ελλάδα, Διδ. Διατριβή στο Π.Τ.Δ.Ε – Α.Π.Θ.

Τζήκας, Χ. (1999) Ι. Π. Κοκκώνης. Ο ρόλος του στη θεμελίωση και τα πρώτα βήματα της Δημοτικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα (Αθήνα: Gutenberg.

Φαρμακίδης, Θ. (1840) Απολογία, Αθήνα: Αγ. Αγγελίδης.

Φιλήμων Ι. (1834) Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας (Ναύπλιο: Θ. Κονταξής και Ν. Λουλάκης).

Notes:
  1. Βλ. ενδεικτικά την Πραγματεία περί παίδων αγωγής, του Μοισιόδακα, 1779, τις εργασίες του Καταρτζή, 1783, μια ομιλία του Θεοτόκη, 1796, την Παιδαγωγία, του Καλλονά, 1800. Σχετικά με τις απόψεις των Ελλήνων διανοουμένων για την αγωγή και την εκπαίδευση την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού βλ. Τζήκας, 1996:30-42.
  2. Δεν θα αναφερθούμε εδώ στην αντίδραση παραδοσιακών διανοουμένων και της επίσημης Εκκλησίας στο δυτικότροπο νεωτερικό και ορθολογικό πνεύμα με βιβλία, άρθρα, νουθεσίες, απαγορεύσεις, αφορισμούς, ακόμη και με κλείσιμο σχολείων, γιατί ξεφεύγει από το θέμα μας.
  3. Οι κυριότερες ήταν: British and Foreign School Society, Society of Friends, Education Committee, Société pour l’ Instruction Elémentaire, Société de la Morale Chrétienne, Société Philanthropique en Faveur des Grecs, Church Missionary Society, London Missionary Society, Society of Ladies, American Board of Commissioners for Foreign Mission, London Greek Committee Comité Grec.