Το παρόν κείμενο είναι ένα από τα κεφάλαια που αποτελούν το βιβλίο του Bertell Ollman με τίτλο Ο χορός της διαλεκτικής. Βήματα με τη μέθοδο του Μαρξ.1 Το άρθρο εξετάζει τον καπιταλισμό ως σύνολο που αποτελείται από μέρη όχι εξωτερικά συσχετισμένα μεταξύ τους, αλλά έτσι ώστε το σύνολο να συμβάλλει στη δομή του κάθε μέρους. Αυτή ακριβώς η διαλεκτική των εσωτερικών σχέσεων επιτρέπει τη μελέτη του καπιταλισμού που ορίζεται ο ίδιος ως διαλεκτικός. Αυτή η νοητική αναδόμηση του καπιταλισμού επιτρέπει την ανακάλυψη των εγγενών αντιφάσεών του που καθιστούν τον κομμουνισμό όχι απλώς μια ηθική επαγγελία ή μια ουτοπία που βασίζεται σε ελπίδες και επιθυμίες, αλλά δυνατότητα που ενυπάρχει στο καπιταλιστικό παρόν. Αναγκαία προϋπόθεση για να δει κανείς το κομμουνιστικό μέλλον στο παρόν είναι το ξεπέρασμα της «δειλίας για το μέλλον» που διακρίνει την Αριστερά, συνεπεία της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης.
1
ή τη γυναίκα
που κλέβει μια χήνα
από τον δημόσιο χώρο,
αλλά αφήνει ελεύθερο
τον μεγαλύτερο εγκληματία,
αυτόν που κλέβει τον δημόσιο χώρο
κάτω από τη χήνα.Ανώνυμος, 15ος αιώνας, Αγγλία
Ο δημόσιος χώρος, φυσικά, ήταν η γη που ανήκε σε όλους στο χωριό. Προς τα τέλη του Μεσαίωνα, οι φεουδάρχες διεκδικούσαν αυτή τη γη ως δική τους ιδιοκτησία. Στα πανεπιστήμια σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε δύο αντίθετα είδη σπουδής: αυτήν που μελετά αυτούς που κλέβουν τη χήνα από τον δημόσιο χώρο («χήνα από δημόσιο χώρο» ή ΧΑΔΧ για συντομία) και αυτήν που μελετά όσους κλέβουν τον δημόσιο χώρο κάτω από τη χήνα («δημόσιο χώρο κάτω από τη χήνα» ή ΔΧΚΧ για συντομία). Αν η επίσημη γραμμή σε κάθε επιστημονικό κλάδο κυρίως ασχολείται με το πρώτο, ο μαρξισμός είναι το κύριο δικό μας παράδειγμα του δεύτερου.
Αλλά ενώ το να δεις κάποιον που κλέβει μία χήνα από τον δημόσιο χώρο είναι σχετικά εύκολη υπόθεση –πρέπει μόνο να είσαι εκεί, να ανοίξεις τα μάτια σου και να κοιτάξεις– το να δεις αυτόν που κλέβει τον δημόσιο χώρο κάτω από τη χήνα δεν είναι εύκολη υπόθεση, ούτε τότε, ούτε τώρα (η Ρωσία σήμερα αποτελεί μία πιθανή εξαίρεση). Εδώ η κλοπή εκτελείται σταδιακά και αυτός που την εκτελεί συχνά ενεργεί για λογαριασμό κάποιου άλλου. Επίσης ασκείται βία αλλά ταυτόχρονα έχουμε τη συμβολή των νόμων και της ιδεολογίας. Εν συντομία, για να αναγνωρίσεις μία περίπτωση ΔΧΚΧ, πρέπει να συλλάβεις την ευρύτερη εικόνα αλλά και ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος για τη διαμόρφωση αυτής της ευρύτερης εικόνας. Δεν είναι εύκολη υπόθεση αλλά είναι και ό,τι πιο σημαντικό έχουμε να μελετήσουμε. Επομένως, και ανεξαρτήτως των όσων συνέβησαν στη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα, ο μαρξισμός θα συνεχίσει να είναι επίκαιρος μέχρι να ανακτήσουμε τον δημόσιο χώρο από εκείνους που μας τον έκλεψαν και που συνεχίζουν να τον ιδιοποιούνται χωρίς να τιμωρούνται μέχρι και αυτή την στιγμή.
Το πόσο δύσκολο είναι συλλάβει κανείς την ευρύτερη εικόνα πρόσφατα μας κατέστη σαφές όταν μία ομάδα αστρονόμων ανακοίνωσαν ότι είχαν ανακαλύψει αυτό που ονόμασαν «Μέγα Ελκυστή». Είναι μία γιγάντια δομή που αποτελείται από πολλούς γαλαξίες και που ασκεί έντονη έλξη στον γαλαξία μας και επομένως και στο ηλιακό μας σύστημα και στον πλανήτη όπου ζούμε. Όταν ρωτήθηκαν πώς δεν είχε ανακαλυφθεί νωρίτερα κάτι τόσο μεγάλο, ένας αστρονόμος απάντησε ότι για την καθυστέρηση ευθυνόταν το ίδιο του το μέγεθος. Οι επιστήμονες αυτοί είχαν εστιάσει τόσο στα μέρη του που δεν μπορούσαν να δουν το σύνολο.
Ο καπιταλισμός είναι μία γιγάντια δομή παρόμοια με τον Μέγα Ελκυστή. Επίσης ασκεί κύρια επίδραση σε ό,τι συμβαίνει μέσα του αλλά είναι τόσο μεγάλος και τόσο πανταχού παρών που ελάχιστοι τον βλέπουν. Στον καπιταλισμό το σύστημα αποτελείται από ένα σύνθετο πλέγμα σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, των δραστηριοτήτων τους (ιδίως της υλικής παραγωγής) και των προϊόντων. Αλλά αυτή η αλληλεπίδραση επίσης εξελίσσεται έτσι το σύστημα περιλαμβάνει την ανάπτυξη της αλληλεπίδρασης αυτής στο πέρασμα του χρόνου, ξεκινώντας από τις απαρχές του και προς την όποια μορφή αποκτά στην πορεία. Το πρόβλημα που έχουμε να δούμε τον καπιταλισμό –και να διακρίνουμε τις περιπτώσεις μελετών με αντικείμενο ΔΧΚΧ– προέρχεται από τη δυσκολία να κατανοήσουμε ένα τόσο σύνθετο πλέγμα σχέσεων που αναπτύσσονται με αυτό τον τρόπο και σε αυτή την κλίμακα.
Κανείς, φυσικά, δεν θα αρνηθεί ότι τα πάντα στην κοινωνία συσχετίζονται με κάποιον τρόπο και ότι αυτό το σύνολο αλλάζει, και πάλι με κάποιον τρόπο και με κάποιον ρυθμό. Ωστόσο, οι πιο πολλοί προσπαθούν να αντιληφθούν τι συμβαίνει εστιάζοντας σε κάποιο τμήμα της κοινωνίας κάθε φορά, απομονώνοντας, διαχωρίζοντάς το από τα υπόλοιπα και θεωρώντας ότι παραμένει στατικό. Οι σχέσεις μεταξύ των τμημάτων αυτών, όπως η ιστορία τους και η δυναμική που έχουν για περαιτέρω εξέλιξη, αντιμετωπίζονται ως εξωτερικοί παράγοντες και επομένως θεωρούν ότι δεν είναι καν απαραίτητο να τις κατανοήσουν πλήρως ή έστω επαρκώς. Ως αποτέλεσμα, η μελέτη αυτών των σχέσεων και της ιστορίας τους γίνεται πιο δύσκολη απ’ όσο θα έπρεπε να είναι. Μένουν στο τέλος ή και εντελώς εκτός και σημαντικές πλευρές τους διαφεύγουν, διαστρεβλώνονται ή αντιμετωπίζονται ως ασήμαντες λεπτομέρειες. Είναι σαν να σπάει ένα πορσελάνινο πιάτο και να προσπαθείς μάταια να το συναρμολογήσεις πάλι χωρίς να είσαι καν σίγουρος πού πάνε τα κομμάτια. Αυτό συμβαίνει όταν τα κομμάτια της καθημερινής μας εμπειρίας θεωρούμε ότι υπάρχουν ανεξάρτητα από τον χώρο και τον χρόνο τους, όποτε το μέρος αποκτά αυθύπαρκτη αξία, ανεξάρτητη από το σύνολο.
2
Η εναλλακτική, η διαλεκτική εναλλακτική, είναι να ξεκινήσουμε παίρνοντας ως δεδομένο το σύνολο, ώστε να δούμε τις αλληλεπιδράσεις και αλλαγές που αποτελούν το σύνολο σαν να μην διαχωρίζονται, να είναι εσωτερικά του στοιχεία και επομένως αναγκαία στοιχεία για την πλήρη κατανόησή του. Στην ιστορία των ιδεών, συχνά αναφέρεται ως «η φιλοσοφία των εσωτερικών σχέσεων». Δεν έχουν εμφανιστεί νέα δεδομένα. Απλά αναγνωρίσαμε την αξία των σύνθετων σχέσεων και αλλαγών, των οποίων την παρουσία ομολογούν όλοι, αντί να τις απορρίψουμε ή να ελαχιστοποιήσουμε τη σημασία τους. Ο κόσμος των ανεξάρτητων και βασικά νεκρών «πραγμάτων» αντικαταστάθηκε στην σκέψη μας από τον κόσμο των «διαδικασιών σε σχέσεις αμοιβαίας αλληλεπίδρασης». Αυτό είναι το πρώτο βήμα στη διαλεκτική σκέψη. Αλλά ακόμη δεν γνωρίζουμε τίποτα συγκεκριμένο για τις σχέσεις αυτές.
Για να προσεγγίσουμε περισσότερο το θέμα της μελέτης, το επόμενο βήμα είναι να εξάγουμε αφαιρετικά τα κύρια μοτίβα των αλλαγών και αλληλεπιδράσεων. Πολλοί εξειδικευμένοι όροι της διαλεκτικής, όπως «αντίφαση», «ποσοτικές-ποιοτικές αλλαγές», «αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων», «άρνηση της άρνησης» αναφέρονται σε αυτό το καθήκον. Αντανακλώντας μοτίβα αλλαγών και αλληλεπιδράσεων, αυτές οι κατηγορίες επίσης συμβάλλουν στην οργάνωση της σκέψης και της έρευνας, ανεξάρτητα του αντικειμένου μελέτης. Με τη βοήθειά τους, μπορούμε να μελετήσουμε τις συγκεκριμένες συνθήκες, τα γεγονότα και τα προβλήματα που μας απασχολούν χωρίς να χάνουμε ποτέ τον τρόπο που εμφανίζεται το σύνολο σε κάθε μέρος του, πώς το σύνολο συμβάλλει στη δομή του μέρους, προσφέροντάς του συντεταγμένες, έννοια και κατεύθυνση. Αργότερα, όσα μάθαμε για το μέρος μάς βοηθούν να καταλάβουμε βαθύτερα το σύνολο, πώς λειτουργεί, πώς έχει εξελιχθεί και προς τα πού τείνει. Και η ανάλυση και η σύνθεση παρουσιάζουν αυτή τη διαλεκτική σχέση.
Αυτό που αποκαλούμε «διαλεκτική μέθοδο» μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε έξι διαδοχικές στιγμές. Υπάρχει η οντολογική στιγμή, που έχει σχέση με το τι πραγματικά είναι ο κόσμος (ένα άπειρο πλήθος αλληλεπιδρώντων διαδικασιών –χωρίς σαφές ή σταθερό όριο– που συνενώνονται για να σχηματίσουν ένα χαλαρά δομημένο όλο). Υπάρχει η επιστημολογική στιγμή που έχει σχέση με το πώς οργανώνουμε τη σκέψη μας ώστε να ερμηνεύσουμε έναν τέτοιο κόσμο (επιλογή της φιλοσοφίας των εσωτερικών σχέσεων και εξαγωγή των κύριων μοτίβων των αλλαγών και αλληλεπιδράσεων όπως επίσης και μέσα σε ποια μέρη και μεταξύ ποιων μερών τείνουν να σημειώνονται αυτές οι αλλαγές και αλληλεπιδράσεις). Υπάρχει η στιγμή της έρευνας (όπου με βάση το ότι υπάρχουν εσωτερικές σχέσεις μεταξύ όλων των μερών, αξιοποιούμε για τη μελέτη μας τις κατηγορίες αυτών των μοτίβων μαζί με κάποιες αρχές από τις θεωρίες του Μαρξ). Υπάρχει η στιγμή της νοητικής αναδόμησης ή της αυτεπεξήγησης (όπου συνθέτουμε τα αποτελέσματα της μελέτης για τον εαυτό μας). Ακολουθεί η στιγμή της έκθεσης (όπου με μία στρατηγική που επίσης λαμβάνει υπ’ όψιν πώς σκέφτονται οι άλλοι αλλά και τι γνωρίζουν, προσπαθούμε να εξηγήσουμε αυτή τη διαλεκτική σύλληψη των «δεδομένων» σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο). Τέλος, υπάρχει η στιγμή της πράξης (όπου με βάση τον βαθμό κατανόησης που έχει επιτευχθεί, δρούμε συνειδητά στον κόσμο και με τον τρόπο αυτό ταυτόχρονα αλλάζουμε και δοκιμάζουμε και βαθαίνουμε αυτή την κατανόησή μας).
Αυτές οι έξι στιγμές δεν περνούν μόνο μία και μοναδική φορά αλλά επαναλαμβάνονται διαρκώς, καθώς κάθε απόπειρα να κατανοήσουμε και να αναπτύξουμε διαλεκτικές αλήθειες και να ενεργήσουμε με βάση αυτές βελτιώνει την ικανότητά μας για διαλεκτική οργάνωση της σκέψης μας, βελτιώνει την ικανότητά μας για ευρύτερη και βαθύτερη κατανόηση των αλληλεξαρτώμενων διαδικασιών στις οποίες εντασσόμαστε κι εμείς οι ίδιοι. Γράφοντας για τη διαλεκτική, επομένως, πρέπει να προσέχουμε να μην ξεχωρίζουμε ιδιαίτερα καμία στιγμή σε βάρος κάποιας άλλης, όπως κάνουν πολλοί στοχαστές. Μόνο με τις εσωτερικές τους διασυνδέσεις, αυτές οι έξι στιγμές συγκροτούν μία λειτουργική και απείρως χρήσιμη διαλεκτική μέθοδο.
Επομένως, γιατί διαλεκτική; Επειδή είναι ο μόνος λογικός τρόπος για να μελετήσουμε έναν κόσμο που αποτελείται από διαδικασίες που αλληλοεξαρτώνται και εξελίσσονται συνεχώς και επίσης για να παραφράσουμε τον Μαρξ που είναι ο μεγαλύτερος ερευνητής στον κόσμο. Η διαλεκτική είναι αναγκαία απλά για να καταφέρουμε να δούμε τον καπιταλισμό, με δεδομένο ότι είναι αχανής και πολυσύνθετος και ο μαρξισμός μάς βοηθάει να τον κατανοήσουμε, μας εκπαιδεύει στη μελέτη ΔΧΚΧ ώστε να αναπτύξουμε την πολιτική στρατηγική για την ανάκτηση του δημόσιου χώρου. Ο καπιταλισμός είναι πάντα και εντελώς διαλεκτικός, έτσι ο μαρξισμός θα παραμείνει πάντα αναγκαίος για την κατανόηση του καπιταλισμού και η διαλεκτική πάντα αναγκαία για την ορθή κατανόηση του μαρξισμού.
3
Γιατί τώρα; Η τρέχουσα φάση του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται από πολύ μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και πολύ ταχύτερες αλλαγές και αλληλεπιδράσεις σε σχέση με παλαιότερα. Αλλά ενώ η κοινωνία ποτέ δεν ήταν τόσο εμποτισμένη με τη διαλεκτική, ταυτόχρονα ποτέ δεν γίνονταν και τόσο συστηματικές και αποτελεσματικές προσπάθειες για να μας αποτρέψουν από το να κατανοήσουμε τι συμβαίνει. Όλα αυτά καθιστούν τη διαλεκτική κατανόηση πιο αναγκαία τώρα παρά ποτέ.
Ωστόσο, η αιφνίδια απώλεια φερεγγυότητας του σοσιαλισμού ως βιώσιμης εναλλακτικής στον καπιταλισμό, μία απώλεια που κατά κύριο λόγο οφείλεται στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, δίνει στους μαρξιστές άλλον έναν, ακόμη πιο σημαντικό λόγο να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο στη διαλεκτική, καθώς πολλοί σοσιαλιστές, ακόμη και κάποιοι που εξ αρχής κρατούσαν κριτική στάση έναντι της Σοβιετικής Ένωσης, αντέδρασαν σε αυτή την πρόσφατη στροφή της ιστορίας καταλήγοντας να αμφισβητούν αν είναι δυνατόν να υπάρξει οποιαδήποτε μορφής σοσιαλισμός. Δεν πρέπει ίσως να μας εκπλήσσει ότι ένα αποτέλεσμα ήταν μία «δειλία για το μέλλον» που έχει επηρεάσει τα γραπτά πολλών στην Αριστερά σήμερα. Με τι μοιάζει μία κριτική ανάλυση του καπιταλισμού που δεν συνοδεύεται από μία έννοια σοσιαλισμού; Περιγράφουν πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός, δείχνει αυτούς που «την πατάνε», καταδικάζουν ηθικά τις ρεφορμιστικές λύσεις και καθώς δεν υπάρχει λύση, κατρακυλούν προς τη συναισθηματική απόγνωση και τον κυνισμό. Σας ακούγεται γνώριμη η περιγραφή αυτή;
Ο Μαρξ δεν θα ήταν ικανοποιημένος καθώς αν και δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο έργο του που να αφορά εξ ολοκλήρου τον σοσιαλισμό/κομμουνισμό, ταυτόχρονα δεν υπάρχει ούτε το πιο μικρό γραπτό του όπου να μην μας δίνει κάποιαν ένδειξη γι’ αυτό το μέλλον. Μπορεί η γλαύκα της Αθηνάς του Χέγκελ να πετάει μόνο το σούρουπο, αλλά η γλαύκα του Μάρξ τριγυρνάει ώσπου να προαναγγείλει τη νέα αυγή. Αυτή η φανταστική αναδόμηση του μέλλοντος έχει δεχθεί έντονη επίθεση όχι μόνο από αντιπάλους αλλά και από οπαδούς του Μαρξ, όπως ο Έντουαρντ Μπέρνσταϊν (Bernstein, 1961: 204-5 και 209-11) και πιο πρόσφατα ο Έρικ Όλιν Ράιτ (Wright, 1995) που τη θεωρούν ως εκτροπή προς την ουτοπία που επιμολύνει το κατά τα άλλα επιστημονικό έργο του. Γιατί, όμως, κάθε συζήτηση για το μέλλον πρέπει να είναι «ουτοπική»; Όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και άλλοι, έτσι κι εγώ, δεν θεωρώ ότι είναι ουτοπικό να πιστεύεις ότι είναι δυνατόν να υπάρξει μία κοινωνία ποιοτικά καλύτερη ή το να ελπίζεις ότι θα έρθει. Ουτοπικό είναι να οικοδομείς αυτή την κοινωνία με ελπίδες, με άλλα λόγια να πιστεύεις ότι είναι δυνατόν να υπάρξει μία τέτοια κοινωνία χωρίς άλλο λόγο ή στοιχεία, μόνο και μόνο επειδή το επιθυμείς εσύ.
Αντίθετα με την ουτοπική αυτή προσέγγιση, ο Μαρξ επιμένει ότι ο κομμουνισμός «κρύβεται» μέσα στον καπιταλισμό και ότι μπορεί να τον αποκαλύψει με την ανάλυσή του (Μαρξ, 1990). Αλλού λέει, «θέλουμε να βρούμε τον νέο κόσμο μέσω της κριτικής στον παλιό» (Marx, 1978). Αντί για ηθικές καταδίκες, «η κριτική στο παλιό» του Μαρξ δείχνει ότι ο καπιταλισμός δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να αναπαράγει τις συνθήκες που απαιτούνται για την ίδια του την ύπαρξη, ότι σταδιακά αυτό γίνεται αδύνατον, ταυτόχρονα δημιουργώντας με τις ίδιες διαδικασίες τους όρους για τη νέα κοινωνία που θα ακολουθήσει. Ο νέος κόσμος υπάρχει μέσα στον παλιό με τη μορφή ενός τεράστιου, ανεκμετάλλευτου αποθέματος. Ο Μαρξ αναλύει τον καπιταλισμό με τρόπο που παρουσιάζει ανάγλυφα αυτή τη δυναμική του να μετατραπεί στο αντίθετο. Στο πλαίσιο αυτό περιγράφει έστω και γενικά πώς θα είναι η υλοποίηση αυτής της δυναμικής.
Πολλοί στοχαστές έχουν σημειώσει την κεντρική θέση της δυναμικής στη διαλεκτική σκέψη. Ο C.L.R. James αναφέρεται στην εσωτερική σχέση μεταξύ της πραγματικότητας και της εν δυνάμει πραγματικότητας ως «το όλο μυστικό» της διαλεκτικής του Χέγκελ (εννοώντας και του Μαρξ) (James, 1992: 129). Ο Μαρκούζε ισχυρίζεται ότι βρίσκει έναν άλυτο δεσμό ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον στο ίδιο το νόημα των εννοιών με τις οποίες αναλύει το παρόν ο Μαρξ (Μαρκούζε, 1985). Ο Maximilien Rubel διατυπώνει μία παρόμοια θέση όταν προτείνει, μισοσοβαρά, ότι ο Μαρξ εφηύρε μία νέα γραμματική μορφή τη «μελλοντική οριστική», όπου κάθε προσπάθεια να αναδείξει κάτι μπροστά του, τελικά αναδεικνύει κάτι άλλο που δεν είναι ακόμη εκεί (Rubel, 1987: 25). Αλλά και πάλι αυτό δεν εξηγεί πώς τα καταφέρνει ο Μαρξ. Πού ακριβώς στο παρόν κρύβεται το μέλλον; Και πώς τον βοηθάει τον Μαρξ η διαλεκτική του μέθοδος για να το ανακαλύψει;
Εν συντομία: τα περισσότερα στοιχεία για το ότι είναι εφικτός ο σοσιαλισμός/ κομμουνισμός μάς περιστοιχίζουν σε κοινή θέα. Είναι στις συνθήκες που ήδη έχουν μία σοσιαλιστική χροιά όπως τα σωματεία και οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, η δημόσια εκπαίδευση, τα δημόσια νοσοκομεία, η πολιτική δημοκρατία και –στις ημέρες μας– οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις. Ωστόσο είναι συνθήκες που δεν φαίνεται να έχουν τίποτα σοσιαλιστικό, όπως είναι οι ανεπτυγμένες επιχειρήσεις, ο τεράστιος υλικός πλούτος, το υψηλό επίπεδο της επιστήμης, οι επαγγελματικές δεξιότητες, οι οργανωτικές δομές, η εκπαίδευση και η κουλτούρα. Στοιχεία περί σοσιαλισμού επίσης απαντώνται σε κάποια από τα χειρότερα προβλήματα του καπιταλισμού όπως η ανεργία και η επιδεινούμενη ανισότητα. Για τον Μαρξ και τους υποστηρικτές του είναι σαφές ότι το καπιταλιστικό πλαίσιο στο οποίο είναι ενσωματωμένες οι συνθήκες αυτές δεν επιτρέπει την εκπλήρωση της δυναμικής τους ώστε να εξυπηρετούν αληθινά την ανθρώπινη ύπαρξη. Αφαιρώντας τα από το πλαίσιο αυτό, οι μαρξιστές δεν δυσκολεύονται να δουν το τέλος των υλικών αναγκών στον τεράστιο πλούτο και στη δυνατότητα να παράγουμε όλο και περισσότερα, ή κοιτώντας την περιορισμένη και δυσλειτουργική πολιτική δημοκρατία να δουν τη δημοκρατική διαχείριση όλης της κοινωνίας από όλους ή κοιτώντας την αυξανόμενη ανεργία να δουν τη δυνατότητα να μοιράζονται οι δουλειές που πρέπει να γίνουν μεταξύ των ανθρώπων, να δουλεύουν όλοι λιγότερες ώρες και μετά να απολαμβάνουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο κοκ. Δυστυχώς, οι περισσότεροι άλλοι που έρχονται αντιμέτωποι με τα ίδια στοιχεία δεν βλέπουν αυτή τη δυναμική, ούτε καν στα σημεία όπου όντως υπάρχει σοσιαλιστική διάσταση. Κι έχει σημασία να καταλάβουμε γιατί δεν το βλέπουν.
Η διερεύνηση της δυναμικής σημαίνει να κοιτάς μακριά, όχι μόνο προς αυτό στο οποίο θα εξελιχθεί κάτι αλλά και προς τα πίσω, στο πώς εξελίχθηκε ως τώρα. Αυτή η μακρινή θεώρηση, ωστόσο, πρέπει να ακολουθεί μία ευρύτερη θεώρηση, καθώς τίποτα και κανείς δεν αλλάζει από μόνο(ς) του αλλά μόνο σε στενή σχέση με άλλους ανθρώπους και άλλα πράγματα, δηλαδή ως τμήμα ενός συστήματος αλληλεπιδράσεων. Επομένως, όσο περιορισμένο και αν είναι το αντικείμενο της μελέτης μας, για να διερευνήσουμε τη δυναμική του πρέπει να προβάλλουμε την εξέλιξη του σύνθετου ενσωματωμένου όλου στο οποίο ανήκει. Η έννοια της δυναμικής συσκοτίζεται όποτε εφαρμόζεται σε τμήμα που έχει αποκοπεί από το σύνολο που ανήκει ή όποτε το σύστημα αυτό έχει αποκοπεί από τις ρίζες του. Όποτε συμβεί αυτό, η «δυναμική» καταλήγει πιθανότητα με την έννοια του τυχαίου, καθώς έχει αφαιρεθεί κάθε αναγκαιότητα από τον σχετικό και εξελικτικό χαρακτήρα της πραγματικότητας και επομένως δεν υπάρχει λόγος να είναι πιο πιθανό το ένα αποτέλεσμα έναντι του άλλου.
Η ουσία του προβλήματος που έχουν οι περισσότεροι αντιμετωπίζοντας στοιχεία για τον σοσιαλισμό μέσα στον καπιταλισμό, επομένως, είναι ότι λειτουργούν με μία έννοια του παρόντος που είναι ερμητικά σφραγισμένο από το μέλλον, τουλάχιστον από ένα μέλλον με την έννοια ότι βγαίνει οργανικά μέσα από το παρόν. Δεν υπάρχει αίσθηση του παρόντος ως μίας στιγμής μέσω της οποίας η ζωή, και η λοιπή πραγματικότητα ως συνθήκες ζωής, περνάει από κάπου καθ’ οδόν για κάπου αλλού. Όταν κάποιος έχει χαθεί παντελώς στο παρελθόν ή το μέλλον, δεν δυσκολευόμαστε να το χαρακτηρίσουμε αυτό ως πνευματική νόσο. Ωστόσο, το παρόν απομονωμένο εντελώς από το παρελθόν ή το παρόν (ή και από τα δύο) μπορεί επίσης να αποτελεί φυλακή για την σκέψη, αν και ορθότερος όρος για κάτι τέτοιο θα ήταν «αποξένωση» και όχι «νεύρωση». Όσοι πάσχουν από αυτό, ταυτίζουν το πώς φαίνεται κάτι τώρα με αυτό που είναι, με την πλήρη του έννοια, με το τι μπορεί να είναι. Έτσι, με την εξαίρεση μικροσυσκευών που βλέπουμε σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας, αυτό που οι περισσότεροι αποκαλούν «μέλλον» έχει τα συνήθη κοινωνικά χαρακτηριστικά με ελάχιστη τροποποίηση από όσα φαίνεται να ισχύουν στο παρόν.
Με αυτό τον τρόπο σκέψης, δεν υπάρχει ανάγκη να εντοπιστούν οι σχέσεις μεταξύ των τμημάτων του συνόλου –αν και ομολογούν ότι υπάρχει το σύνολο αυτό– καθώς υποτίθεται ότι δεν υπάρχει κάτι ουσιώδες για να μάθουμε κάνοντάς το. Παρομοίως, εξετάζοντας στενά, ανεξάρτητα τμήματα που είναι επίσης στατικά, δεν είναι δύσκολο να ομολογήσουμε ότι υπήρξε παρελθόν και θα υπάρξει μέλλον και να τα αγνοήσουμε και τα δύο προσπαθώντας να κατανοήσουμε οτιδήποτε στο παρόν. Αν δεν μπορούν οι άνθρωποι να δουν τα στοιχεία για τον σοσιαλισμό παντού τριγύρω τους, δεν φταίει κυρίως ότι δεν μπορούν να εξάγουν αφαιρετικά στοιχεία από τον καπιταλισμό και να φανταστούν πώς θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αλλιώς. Κυρίως φταίει ότι οι συνθήκες που βλέπουν γύρω τους δεν φαίνονται να ανήκουν σε κάποιο κοινωνικό σύστημα, άρα δεν μπορούν να εξαχθούν από ένα κοινωνικό σύστημα και να ενταχθούν σε κάποιο άλλο. Πολύ απλά λείπουν τα συστημικά και ιστορικά χαρακτηριστικά τόσο του καπιταλισμού όσο και του σοσιαλισμού.
4
Η διαλεκτική εισέρχεται στο προσκήνιο ως ο τρόπος του Μαρξ να συστηματοποιήσει και να δει ιστορικά όλες τις συνθήκες του καπιταλισμού ώστε να γίνουν στοιχεία ενός οργανικού συνόλου με εσωτερικούς συσχετισμούς όπου αυτό το σύνολο είναι η πιο εμφανής εικόνα στο πώς κατέληξαν έτσι τα στοιχεία αυτά και πώς μπορούν να εξελιχθούν. Με την κίνηση αυτή, το παρόν παύει να φυλακίζει την σκέψη και, όπως το παρελθόν και το μέλλον, γίνεται μία φάση στη διαδικασία του χρόνου με αναγκαίες σχέσεις με την υπόλοιπη διαδικασία που μπορούμε να ανακαλύψουμε. Αναλύοντας το παρόν με την έννοια αυτή, ο Μαρξ πιστεύει ότι μπορεί να διακρίνει τα αδρά περιγράμματα των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κοινωνιών που ακολουθούν.
Η διαλεκτική μέθοδος με την οποία ο Μαρξ μελετά αυτό το μέλλον μέσα στο καπιταλιστικό παρόν αποτελείται από τέσσερα κύρια βήματα: (1) Αναζητά σχέσεις ανάμεσα στα κύρια καπιταλιστικά στοιχεία της κοινωνίας μας αυτή τη στιγμή στον χρόνο. (2) Αναζητά τις αναγκαίες προϋποθέσεις αυτών ακριβώς των σχέσεων –βλέποντάς τις ως αλληλεξαρτώμενες διαδικασίες– στο παρελθόν, αντιμετωπίζοντας τις προϋποθέσεις που ανακαλύπτει ως την αρχή στο ξετύλιγμα της κίνησης που οδήγησε στο παρόν. (3) Κατόπιν προβάλλει αυτές τις αλληλοσυνδεόμενες διαδικασίες, που επαναδιατυπώνονται ως αντιφάσεις, από το παρελθόν, μέσω του παρόντος ώς το μέλλον. Αυτές οι προβολές πάνε από το άμεσο μέλλον, ως την πιθανή λύση των αντιφάσεων αυτών στο μετέπειτα μέλλον ως τον τύπο της κοινωνίας που πιθανώς θα ακολουθήσει στο μακρινό μέλλον. (4) Ο Μαρξ κατόπιν αντιστρέφει τον εαυτό του και χρησιμοποιεί τα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά στάδια του μέλλοντος στα οποία έχει καταλήξει ως παρατηρητήριο απ’ όπου επανεξετάζει το παρόν και προχωρά πίσω στον χρόνο για να φτάσει στο παρελθόν που τώρα εμφανίζεται ως το σύνολο των αναγκαίων προϋποθέσεων για ένα τέτοιο μέλλον.
Πριν αναλύσουμε αυτά τα βήματα, υπάρχουν δύο προϋποθέσεις και μία διευκρίνιση που πρέπει να κάνουμε. Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να είναι καθαρό ότι το να εξηγούμε πώς να μελετάμε το μέλλον δεν είναι το ίδιο με το να κάνουμε αυτή καθ’ εαυτή τη μελέτη. Στην πρώτη περίπτωση, που είναι η δική μας εδώ, οι λεπτομέρειες έχουν στόχο να φωτίσουν την προσέγγιση και δεν αποτελούν αποτελέσματα μίας ολοκληρωμένης ήδη μελέτης, αν και προσπάθησα να συμπεριλάβω μόνο ρεαλιστικά παραδείγματα. Η δεύτερη προϋπόθεση έχει να κάνει με την προειδοποίηση του Αριστοτέλη ότι δεν μπορούμε να προσδοκούμε από καμία μελέτη μεγαλύτερη ακρίβεια από αυτήν που επιτρέπει το αντικείμενο της μελέτης. Η δυναμική του σοσιαλισμού μέσα στον καπιταλισμό είναι αρκετά πραγματική, αλλά συχνά δεν φαίνεται καθαρά και ποτέ δεν φαίνεται με ακρίβεια και όσον αφορά στις ακριβείς μορφές με τις οποίες θα εξελιχθεί και όσον αφορά στη χρονική εξέλιξη ή στην στιγμή που θα σημειωθούν οι αναμενόμενες αλλαγές. Εν συντομία, μελετώντας το μέλλον μέσα στο παρόν, πρέπει να προσέξουμε ώστε να μην επιμένουμε να έχουμε μη ρεαλιστικές απαιτήσεις.
Η επεξήγηση έχει σχέση με το γεγονός ότι το μέλλον που αποκαλύπτει ο Μαρξ προβάλλοντας τις αντιφάσεις της κοινωνίας δεν είναι όλο σε ένα. Οι ποικίλες προβολές του Μαρξ το καθιστούν αναγκαίο να κατατμηθεί το μέλλον σε τέσσερα διαφορετικά στάδια, όπου ο κομμουνισμός δεν είναι παρά το τελευταίο. Με την ανάλυσή του για τον καπιταλισμό ως σύστημα στο παρόν που αναδύεται από τις προϋποθέσεις του παρελθόντος, ο Μαρξ επίσης κάνει προβολή στο άμεσο μέλλον (ή στην εξέλιξή του τα επόμενα χρόνια), στο κοντινό μέλλον ή μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, αυτό που αποκαλούμε «σοσιαλισμό» και τέλος στο μακρινό μέλλον ή τον κομμουνισμό. Ανάλογα με το ποιο στάδιο του μέλλοντος ασχολείται, έχουμε μία παραλλαγή στο πώς χρησιμοποιεί τη διαλεκτική του μέθοδο για να διερευνήσει το τι ακολουθεί. Εμάς μεν μας ενδιαφέρει εδώ κυρίως τι ακολουθεί στο «ενδιάμεσο» και στο «μακρινό» μέλλον, αλλά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε εντελώς τη θεώρηση του Μαρξ για το «άμεσο» και το «κοντινό» μέλλον, αφού αυτές οι προβολές που κάνει υπεισέρχονται στις προσδοκίες του για σοσιαλισμό και κομμουνισμό.
5
Κρατώντας υπ’ όψιν αυτές τις προϋποθέσεις και αυτή τη διευκρίνιση, μπορούμε να επιστρέψουμε στα τέσσερα βήματα με τα οποία ο Μαρξ επεδίωξε να αποσπάσει το μυστικό του μέλλοντος από την κρυψώνα του στο παρόν. Το πρώτο βήμα, όπως είπα, ήταν να ιχνηλατήσει τις κύριες κατευθύνσεις της οργανικής αλληλεπίδρασης που χαρακτηρίζει την καπιταλιστική κοινωνία –ιδίως σε σχέση με τη συσσώρευση κεφαλαίου και την πάλη των τάξεων– εκείνη τη χρονική στιγμή. Για να εστιάσει στο διακριτικά καπιταλιστικό στοιχείο στην κατάστασή μας, ο Μαρξ πρέπει να αφαιρέσει (παραλείψει) εκείνες τις ιδιότητες –εξίσου πραγματικές και εξίσου σημαντικές για διαφορετικά, όμως, προβλήματα– που ανήκουν στην κοινωνία μας ως στοιχεία άλλων συστημάτων, όπως η ανθρώπινη κοινωνία (που περιλαμβάνει όλη την ιστορία του είδους) ή η ταξική κοινωνία (που περιλαμβάνει όλη την περίοδο της ιστορίας των τάξεων) ή η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία (που περιλαμβάνει μόνο το πιο πρόσφατο στάδιο του καπιταλισμού) ή η μοναδική κοινωνία που υπάρχει εδώ και τώρα (που περιλαμβάνει μόνο το εδώ και τώρα). Κάθε κοινωνία και κάθε στοιχείο της αποτελείται από ιδιότητες που εμπίπτουν σε αυτά τα διάφορα στάδια γενικότητας. Στο σύνολό τους –έτσι τα προσλαμβάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι– συγκροτούν ένα χαοτικό παζλ από κομμάτια που δεν ταιριάζουν καλά μεταξύ τους κι αυτό δυσχεραίνει την κατανόηση των συστημικών σχέσεων που υπάρχουν σε κάθε επιμέρους επίπεδο. Ξεκινώντας με την απόφαση να εξαιρέσει όλα τα μη καπιταλιστικά στοιχεία της γενικότητας και να εστιάσει στον καπιταλιστικό χαρακτήρα των ανθρώπων, των δραστηριοτήτων και των προϊόντων, ο Μαρξ, στο κορυφαίο έργο του για τη συστηματοποίηση του καπιταλισμού, καταφέρνει να αποφύγει τα εμπόδια που θέτουν η ανθρώπινη ιστορία, ή η ιστορία των τάξεων ή τα άλλα επίπεδα που αναφέρθηκαν.
Η ευρέως διαδεδομένη θεώρηση του καπιταλισμού ως το σύνολο των πάντων στην κοινωνία μας αντί για την καπιταλιστική του «φέτα» ευθύνεται για τα επαναλαμβανόμενα παράπονα, πιο πρόσφατα από τους μεταμοντερνιστές και τους θεωρητικούς των κοινωνικών κινημάτων, ότι ο Μαρξ αγνοεί τον ρόλο της φυλής, του γένους, του έθνους και της θρησκείας. Αγνοεί τα στοιχεία αυτά, τουλάχιστον στα συστηματικά γραπτά του, επειδή όλα αυτά τα στοιχεία προηγούνται χρονολογικά του καπιταλισμού και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελούν μέρος της διακριτικής του ουσίας. Αν και όλες αυτές οι συνθήκες παίρνουν καπιταλιστική μορφή παράλληλα με τη μορφή που παίρνουν στην ιστορία των τάξεων ή στην ιστορία του είδους, οι πιο σημαντικές τους ιδιότητες εμπίπτουν στα άλλα επίπεδα γενικότητας και εκεί έχουν σοβαρή επίδραση (και σ’ εμάς στον βαθμό που υποκείμεθα στα επίπεδα αυτά). Η αποκάλυψη, όμως, των νόμων κίνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που ήταν ο κύριος στόχος της ερευνητικής προσπάθειας του Μαρξ, απλά απαιτούσε πιο περιορισμένη εστίαση.
Εστιάζοντας στις χαρακτηριστικές ιδιότητες του καπιταλισμού, ο Μαρξ προχωράει στην ανάλυση των πιο σημαντικών αλληλεπιδράσεων στο παρόν από διαφορετικά σημεία οπτικής, αν και οι οικονομικές διαδικασίες ιδίως στην παραγωγή αποτελούν και προνομιακά σημεία οπτικής και προνομιακό αντικείμενο μελέτης. Για να αποφύγει την υπερανάλυση και την ενασχόληση με τη λεπτομέρεια που χαρακτηρίζουν τις περισσότερες μονόπλευρες μελέτες, η σχέση μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου εξετάζεται εναλλάξ από κάθε πλευρά και το ίδιο ισχύει για όλες τις σημαντικές σχέσεις που επεξεργάζεται ο Μαρξ. Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι εσωτερικές σχέσεις θεωρούνται δεδομένες μεταξύ όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων και έτσι στο έργο του Μαρξ ποτέ δεν εμφανίζονται συνθήκες χωρίς τον ομφάλιο λώρο τους με τους ανθρώπους που επηρεάζουν τις συνθήκες και επηρεάζονται από αυτές και το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους – πάντα αντιμετωπίζονται ως σύνολο με τις συνθήκες που καθορίζουν το ποιοι και τι είναι. Το κεφάλαιο, όπως λέει ο Μαρξ, «είναι ταυτόχρονα και ο καπιταλιστής» (Μαρξ, 1990).
Αφού ολοκληρώνει την ανασύσταση του καπιταλιστικού παρόντος κατά τον τρόπο αυτό, το δεύτερο βήμα που κάνει ο Μαρξ για να ξεκλειδώσει το μέλλον είναι να εξετάσει τις προϋποθέσεις αυτού του παρόντος στο παρελθόν. Αν η διαλεκτική μελέτη του παρόντος αντιμετωπίζει το αντικείμενό της ως ένα σύνολο σχέσεων, η διαλεκτική μελέτη του παρελθόντος απαιτεί να δούμε αυτές τις σχέσεις ως διαδικασίες επίσης. Η ιστορία τελικά είναι η διαρκής, έστω και ασταθής, εξέλιξη αμοιβαία αλληλεπιδρώντων συνθηκών. Φυσικά, το παρελθόν προηγείται του παρόντος και συνήθως όταν κάποιος ξαναλέει μία ιστορία ξεκινάει από την αρχή και προχωράει προς τα εμπρός. Αλλά στην έρευνα η σωστή σειρά είναι να ξεκινάς με το παρόν και αυτό που ανακαλύπτει ο Μαρξ κατά την ανασύσταση του παρόντος τον καθοδηγεί στην έρευνά του στο παρελθόν, τον βοηθά να αποφασίσει τι ψάχνει αλλά και πόσο πίσω πρέπει να πάει για να το βρει. Το ερώτημα που τίθεται είναι: Τι έπρεπε να γίνει στο παρελθόν για να εξελιχθεί έτσι το παρόν; Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξέλιξη που είχαμε ήταν προκαθορισμένη (αν και αυτή η άποψη έχει ισχυρά επιχειρήματα) αλλά ότι όντως είχαμε αυτή την εξέλιξη που είχε αυτά τα αποτελέσματα. Ακολουθώντας αυτή την προσέγγιση ο Μαρξ οδηγείται στην ύστερη φεουδαρχία ώς την περίοδο που τέθηκαν πρώτη φορά οι περισσότερες σημαντικές προϋποθέσεις για τον καπιταλισμό.
6
Μετά την ανασύσταση των οργανικών αλληλεπιδράσεων του καπιταλιστικού παρόντος και την τεκμηρίωση της προέλευσής του στο παρελθόν, ο Μαρξ είναι έτοιμος να προβάλλει τις κύριες τάσεις που εντοπίζει εκεί στο ένα ή το άλλο μελλοντικό στάδιο. Στο πλαίσιο αυτό του τρίτου βήματος στη μέθοδό του, ο Μαρξ παρουσιάζει σε νέο αφαιρετικό επίπεδο (οργανώνει εκ νέου, συλλογίζεται εκ νέου) αυτές τις τάσεις ως «αντιφάσεις», κι αυτό δίνει έμφαση στον τρόπο με τον οποίο ως διαδικασίες ταυτόχρονα αλληλοϋποστηρίζονται και αλληλοϋποσκάπτονται. Με την πάροδο του χρόνου, επικρατεί η διαβρωτική διάσταση. Το θεμελιώδες αξίωμα του Μαρξ είναι ότι η πραγματικότητα είναι ένα σύνολο με εσωτερικές σχέσεις με χωρικές και χρονικές διαστάσεις. Τα πράγματα, που είναι χωριστά και ανεξάρτητα (αν έτσι τα αντιλαμβάνεται κάποιος), δεν μπορεί να βρίσκονται σε αντίφαση μεταξύ τους, καθώς η ίδια η έννοια της αντίφασης συνεπάγεται ότι μία σημαντική αλλαγή σε ένα οποιοδήποτε τμήμα θα επιφέρει ανάλογης εμβέλειας αλλαγές σε όλο το σύστημα, όπως ακριβώς και τα πράγματα, που είναι στατικά (και πάλι αν έτσι τα αντιλαμβάνεται κάποιος), δεν μπορεί να βρίσκονται σε αντίφαση εφόσον η ίδια η έννοα της αντίφασης συνεπάγεται ότι επέρχεται σύγκρουση. Η χρήση της «αντίφασης» στην τυπική λογική και η αναφορά σε σχέσεις μεταξύ των κατηγοριών της καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας (η ηγεμονία της Συστηματικής Διαλεκτικής – βλ. κεφάλαιο 11) δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά αποδεικνύει την προθυμία του Μαρξ –εμφανή σε όλα τα γραπτά του– να κάνει χρήση μίας έννοιας για να μεταδώσει μόνο ένα μέρος όλων όσων αυτή η έννοια μπορεί να σημαίνει γι’ αυτόν. Τέλος, με βάση όσα έχει πετύχει ώς τώρα ήδη μελετώντας το παρόν και το παρελθόν, οι αντιφάσεις του Μαρξ επίσης έχουν αντικειμενικές και υποκειμενικές διαστάσεις όπως και επίσης και οικονομικό περιεχόμενο υψηλού βαθμού.
Οι αντιφάσεις του Μαρξ οργανώνουν την παρούσα τάξη πραγμάτων στον καπιταλισμό, όπως και τους ανθρώπους που εμπλέκονται, με τρόπο που αναδεικνύει πώς αναπτύχθηκε αυτό το σύμπλεγμα σχέσεων, αναδεικνύει τις πιέσεις που υποσκάπτουν την υφιστάμενη ισορροπία και τις πιθανές αλλαγές που επίκεινται στο μέλλον. Με τις αντιφάσεις, το παρόν περιέχει και το πραγματικό του παρελθόν και το πιθανό του μέλλον με έναν τρόπο που επιτρέπει σε κάθε στάδιο της ιστορίας να φωτίζει τα υπόλοιπα. Νωρίς στην σταδιοδρομία του, ο Μαρξ συνέκρινε τα προβλήματα στην κοινωνία με αυτά στην άλγεβρα, όπου μπορείς να βρεις τη λύση στα προβλήματα εφόσον διατυπωθεί σωστά ο ορισμός τους (Marx, 1978). Πίστευε ότι θα φανεί καθαρά και η λύση στα προβλήματα του καπιταλισμού μόλις επαναδιατυπωθεί ο ορισμός τους με όπλο τις αντιφάσεις. Ο Μαρξ καταφέρνει να δει αδρά τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό κυρίως με την προβολή τέτοιων αντιφάσεων στο μέλλον ως το σημείο της επίλυσής τους και ακόμη πιο πέρα, εκεί όπου ο χαρακτήρας της επανάστασης δίνει μορφή στο τι θα ακολουθήσει. Η επίλυση μίας αντίφασης μπορεί να είναι μερική και προσωρινή ή πλήρης και μόνιμη. Στην πρώτη περίπτωση, όπως φαίνεται στην περίπτωση μίας τυπικής καπιταλιστικής κρίσης, τα εμπλεκόμενα στοιχεία απλά αναδιατάσσονται ώστε να αναβληθεί η έλευση της δεύτερης (της πλήρους και μόνιμης επίλυσης). Εμάς εδώ μας απασχολεί η επίλυση που θα μεταμορφώσει πλήρως και μόνιμα όλες τις κύριες αντιφάσεις του καπιταλισμού.
Ο Μαρξ θεωρεί ότι ο καπιταλισμός είναι πλήρης από αντιφάσεις που τέμνονται κι αλληλοεπικαλύπτονται (Μαρξ, 1984). Από τις πιο σημαντικές είναι οι αντιφάσεις ανάμεσα στην αξία χρήσης και στην ανταλλακτική αξία, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία στην παραγωγική διαδικασία (και ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους εργάτες στην ταξική πάλη), ανάμεσα στις καπιταλιστικές δυνάμεις και τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, ανάμεσα στον ανταγωνισμό και τη συνεργασία, ανάμεσα στην επιστήμη και την ιδεολογία, ανάμεσα στην πολιτική δημοκρατία και την οικονομική υποταγή και –ίσως η πιο καθοριστική– ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την ιδιοποίησή της (ή αυτό που κάποιοι έχουν μετονομάσει σε «η λογική της παράγωγης αντιμέτωπη με τη λογική της κατανάλωσης»). Σε όλες αυτές τις αντιφάσεις μπορούμε να βρούμε αναδιοργανωμένο ως πολλές αμοιβαία αλληλεξαρτώμενες τάσεις που εξελίσσονται μέσα στον χρόνο αυτό στο οποίο αναφέρθηκα νωρίτερα ως «αποδείξεις του σοσιαλισμού» μέσα στον καπιταλισμό. Αν τις δούμε ως τμήματα των κύριων αντιφάσεων του καπιταλισμού η τωρινή μορφή τους εκφράζει μόνο μία στιγμή στο ξετύλιγμα της ευρύτερης δυναμικής τους.
Η όποια αναγκαιότητα για τη σοσιαλιστική επανάσταση στο άμεσο μέλλον απαντάται στις προβολές του Μαρξ (καλύτερα την αντιλαμβανόμαστε ως πιθανότητα) είναι αποτέλεσμα του ότι ο ίδιος έδειξε ότι οι συνθήκες των θεμελίων του καπιταλισμού είναι τέτοιες που γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να αναπαραχθούν ενώ ωριμάζουν οι συνθήκες που καθιστούν δυνατό τον σοσιαλισμό. Όλα αυτά εμπεριέχονται στις κύριες αντιφάσεις του καπιταλισμού. Σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ, αυτές οι αντιφάσεις εμφανίζουν τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα που γίνεται όλο και πιο καταστροφικό, ανεπαρκές, παράλογο και τελικά αδύνατον να υπάρχει, ενώ ταυτόχρονα ο σοσιαλισμός παρουσιάζεται ως ολοένα πιο πρακτικός, λογικός, διανοητός, αναγκαίος, ακόμη και προφανής – για να μην μιλήσουμε για τις αποξενωτικές συνθήκες ζωής και την τεράστια βιομηχανία συνειδήσεων με στόχο τη διαστρέβλωση αυτών των γεγονότων. Συνεπώς, για τον Μαρξ, είναι μόνο θέμα χρόνου και ευκαιρίας μέχρι η ανερχόμενη τάξη να οργανωθεί, να συνειδητοποιηθεί και να χαράξει τακτική ώστε να επέλθει ο αναμενόμενος μετασχηματισμός.
7
Το όραμα του Μαρξ για το τι ακολουθεί την επανάσταση προκύπτει κυρίως από την προβολή των μορφών που λάβει πιθανώς η επίλυση των κύριων αντιφάσεων του καπιταλισμού στα χέρια μίας νέας άρχουσας τάξης, της εργατικής τάξης, μίας τάξης που θα έχει ήδη αλλάξει σε σημαντικό βαθμό με τη συμμετοχή της σε μία επιτυχημένη επανάσταση και θα κινείται πλέον, κατά κύριο λόγο, με γνώμονα την εξυπηρέτηση των ταξικών της συμφερόντων σε όλες τις σοβαρές αποφάσεις που θα λαμβάνει. Το πιο σημαντικό ταξικό της συμφέρον είναι η κατάργηση της εκμετάλλευσής της ως τάξης μαζί με όλες εκείνες τις συνθήκες που υποστηρίζουν την εκμετάλλευση αυτή. Το πόσο γρήγορα μπορεί να επιτευχθεί αυτό είναι άλλο θέμα. Το ερώτημα επομένως δεν είναι «Γιατί να το κάνουν αυτό οι εργάτες;» αλλά «Γιατί –με δεδομένα τα συμφέροντά τους– να κάνουν οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτό όταν πάρουν την εξουσία;»
Για να σηκώσουν τα συμφέροντα της τάξης αυτό το βάρος των μελλοντικών προοπτικών πρέπει να εξετάσουμε τις σχέσεις μεταξύ διαφόρων τάξεων σε προγενέστερες εποχές και τα συμφέροντά τους στο πλαίσιο των κύριων αντιφάσεων που συνδέουν το παρόν με το παρελθόν και το μέλλον. Μόνο κατανοώντας τον τρόπο που τα ταξικά συμφέροντα στον καπιταλισμό καθορίζουν τις μορφές και λειτουργίες αυτού που αποκάλεσα «αποδείξεις για τον σοσιαλισμό» μέσα στον καπιταλισμό (βήμα ένα) και τον τρόπο που εξελίσσονται όλα αυτά ως απάντηση ακριβώς σε αυτά τα συμφέροντα (βήμα δύο), μπορούμε να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε τον ρυθμό με τον οποίο μπορούν να αλλάξουν αυτές οι μορφές και οι λειτουργίες ως απάντηση στις απαιτήσεις μίας νέας άρχουσας τάξης με διαφορετικά συμφέροντα (βήμα τρία). Με άλλα λόγια, όταν οι καπιταλιστές (και οι φεουδάρχες και οι δουλοκτήτες πριν από αυτούς) απέκτησαν τη δύναμη να διαμορφώσουν την κοινωνία σύμφωνα με τα συμφέροντα της δικής τους τάξης, το έκαναν και το ίδιο θα κάνουν και οι εργάτες. Αν η ανάληψη της εξουσίας από τους εργάτες μαζί με τις υλικές συνθήκες που μας κληροδοτεί ο καπιταλισμός μάς δώσουν τη δυνατότητα για τον σοσιαλισμό, θα είναι τα ιδιαίτερα ταξικά συμφέροντα των εργατών μαζί με την απομάκρυνση κάθε εμποδίου για την αναγνώρισή τους στον καπιταλισμό που θα δώσει στη δυνατότητα αυτή την αναγκαιότητα ως περιεχόμενο.
Ενώ το όραμα του Μαρξ για τον σοσιαλισμό (ή το ενδιάμεσο μέλλον) πηγάζει κυρίως από τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, το όραμά του για τον κομμουνισμό (ή το απώτερο μέλλον) πηγάζει όχι μόνο από τις αντιφάσεις αυτές (δηλαδή από την προβολή της επίλυσης των αντιφάσεων αυτών και πέρα από τα όρια του σοσιαλισμού) αλλά επίσης από τις αντιφάσεις που βλέπει ο Μαρξ στην ιστορία των τάξεων και ακόμη και στον ίδιο τον σοσιαλισμό, δηλαδή τη διακριτή παρουσία τάξεων. Μετά την ανάπτυξη του σοσιαλισμού σε ένα ορισμένο επίπεδο –συγκεκριμένα αφού όλοι γίνουν εργάτες, όλα τα μέσα παραγωγής κοινωνικοποιηθούν και η δημοκρατία επικρατήσει σε κάθε τομέα της ζωής– θα επιλυθούν επίσης όλες οι αντιφάσεις που υπήρχαν από την απαρχή των τάξεων (σε σχέση με τη γενική μορφή των διακρίσεων της εργασίας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους – που ο Μαρξ αποκαλεί «δικτατορία του προλεταριάτου»). Η επίλυση των αντιφάσεων από όλες αυτές τις περιόδους –καπιταλισμός, ταξική κοινωνία, σοσιαλισμός– αλλά και των μορφών αποξένωσης που σχετίζονται μαζί τους σηματοδοτεί το ποιοτικό άλμα από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό. Κι αυτό καθιστά τόσο δυσνόητο το άλμα αυτό για τους περισσότερους σήμερα.
Συνοψίζοντας: ο Μαρξ αρχίζει να μελετά το μέλλον εντοπίζοντας τις κύριες οργανικές αλληλεπιδράσεις στο καπιταλιστικό παρόν. Μετά αναζητά τις προϋποθέσεις τους στο παρελθόν και καταλήγει προβάλλοντας τις κύριες τάσεις από το παρόν και το παρελθόν, που τώρα σε αφαιρετικό επίπεδο είναι οι αντιφάσεις ώς την επίλυσή τους και παραπέρα για το στάδιο του μέλλοντος με το οποίο ασχολείται. Η σειρά των κινήσεων είναι παρόν, παρελθόν και μέλλον (σε αντίθεση με τις πιο πολλές απόπειρες των μελλοντολόγων να δουν μπροστά κάνοντας το άλμα απευθείας από το παρόν στο μέλλον ή σε αντίθεση με τις πιο πολλές ουτοπικές απόπειρες για άλμα απευθείας στο μέλλον παντελώς αγνοώντας το παρόν).
8
Η μέθοδος του Μαρξ για τη μελέτη του μέλλοντος δεν είναι ακόμη πλήρης. Σε ένα τέταρτο και τελικό βήμα, ο Μαρξ αντιστρέφει τον εαυτό του και χρησιμοποιεί τα στάδια του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού από το μέλλον στα οποία έχει φτάσει ως παρατηρητήριο για να επανεξετάσει το παρόν που τώρα φαίνεται (μαζί με το δικό του παρελθόν) ως η αναγκαία προϋπόθεση ενός τέτοιου μέλλοντος. Αυτό το τελευταίο βήμα, αν και το κατανοούν ελάχιστοι, είναι το απαραίτητο εργαλείο για τις «τελευταίες πινελιές» του Μαρξ στην ανάλυσή του για τον καπιταλισμό. Είναι επίσης στοιχείο της μεθόδου του για τη μελέτη του μέλλοντος καθώς η διαδικασία που έχω περιγράψει είναι διαρκής. Οικοδομώντας με βάση όσα έχει μάθει ακολουθώντας μία σειρά βημάτων, ο Μαρξ αρχίζει τον χορό –τον χορό της διαλεκτικής– και πάλι από την αρχή. Γιατί δεν τελειώνει ποτέ το έργο της ανασύστασης του παρόντος, της εύρεσης των προϋποθέσεών του στο παρελθόν, της προβολής στο πιθανό μέλλον και της αναζήτησης των προϋποθέσεων αυτού του μέλλοντος στο παρόν, που τώρα αντιμετωπίζεται ως προέκταση του παρελθόντος.
Σύμφωνα με τον Μαρξ, «η ανατομία του ανθρώπου είναι το κλειδί για την ανατομία του πιθήκου» (Μαρξ, 1989: 70) και το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις μεταξύ μεταγενέστερων και προγενέστερων σταδίων στην κοινωνία. Με τον ίδιο τρόπο που το παρόν μάς παρέχει το κλειδί για την κατανόηση του παρελθόντος, το μέλλον (ή καλύτερα το πιθανό μέλλον, στον βαθμό που μπορούμε να το καθορίσουμε εμείς) παρέχει το κλειδί για την κατανόηση του παρόντος. Για παράδειγμα, η σύλληψη του κομμουνισμού του Μαρξ, όσο ατελής κι αν είναι, τον βοηθάει να δει τον καπιταλισμό ως μία πύλη για την ιστορία του ανθρώπου και όχι το τέλος της και άρα είναι πιο εύκολο να διακρίνει ιδιαίτερες καπιταλιστικές ιδιότητες της σημερινής κοινωνίας (που είναι αυτές που εξυπηρετούν ως προϋποθέσεις του σοσιαλισμού) από ιδιότητες που έχει ως συγκεκριμένη ταξική ή ανθρώπινη κοινωνία. Ο κομμουνισμός επίσης παρέχει στον Μαρξ την στάθμη για να κρίνει ως ανεπαρκή σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή κατάσταση αλλά και το κριτήριο για να καθορίσει προτεραιότητες στην έρευνα και την πολιτική, να διακρίνει ποιες αλλαγές μπορεί να απορροφήσει ο καπιταλισμός και ποιες θέτουν σε κίνηση διαδικασίες μετασχηματισμού.21Για μία απόπειρα ανασύνθεσης του οράματος του Μαρξ για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό από τις διάσπαρτες σημειώσεις του επί του θέματος, δείτε το βιβλίο μου Κοινωνική και Σεξουαλική Επανάσταση (1979), κεφ. 3.
Ο προφανώς ταξικός χαρακτήρας της σοσιαλιστικής κοινωνίας, επιτομή της οποίας είναι «η δικτατορία του προλεταριάτου», επίσης διευκολύνει στην κατανόηση του πιο καλά κρυμμένου ταξικού χαρακτήρα του καπιταλισμού. Δεν πρέπει, επομένως, να μας ξαφνιάζει ότι η πιο αποτελεσματική θωράκιση του λαού από τους κινδύνους των ρεφορμιστικών πολιτικών είναι η επιμονή ότι το καπιταλιστικό κράτος, ανεξαρτήτως δημοκρατικών προσχημάτων, είναι μία δικτατορία της τάξης των καπιταλιστών. Δεν είναι τυχαίες εξάλλου οι απώλειες του γαλλικού και άλλων κομμουνιστικών κομμάτων, όταν αφαίρεσαν κάθε αναφορά στη δικτατορία του προλεταριάτου από τα προγράμματά τους.
Αλλά και πάνω και πέρα απ’ όλα αυτά, επισκεπτόμενοι ξανά το παρόν από το παρατηρητήριο του πιθανού μέλλοντος κάνει πιο συμπαγή και επομένως πιο ευδιάκριτη τη δυναμική που υπάρχει στο παρόν για ένα τέτοιο μέλλον. Στο υποτιθέμενο σχόλιο του Ουίλιαμ Φώκνερ, «το παρελθόν δεν έχει πεθάνει – δεν είναι καν παρελθόν», ο Μαρξ θα μπορούσε να προσθέσει «και το μέλλον δεν είναι αγέννητο – δεν είναι καν στο μέλλον». Το μέλλον υπάρχει στο παρόν με τη μορφή της δυναμικής αλλά ως τώρα είναι μία μορφή χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο επειδή ακριβώς ήταν ανοικτή σε κάθε μορφή περιεχομένου που θα διανοούνταν κανείς. Τώρα, όπου και να κοιτάξει κανείς δεν βλέπει μόνο αυτό που υπάρχει αλλά και αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει, όχι μόνο επειδή απλά το επιθυμεί αλλά επειδή το αποδεικνύει η ανάλυση που προηγήθηκε. Σε πολλά επιχειρήματα για τον σοσιαλισμό πλέον, τα «δεδομένα» του καπιταλισμού εμφανίζονται ως «αποδείξεις του σοσιαλισμού». Επιπλέον, η πληροφόρηση και η ευαισθητοποίηση των εργατών για τις δυνατότητες που κρύβονται στην καταπιεσμένη καθημερινότητά τους αυξάνει σοβαρά τη δύναμή τους, ώστε να δράσουν πολιτικά δείχνοντάς τους πώς και με ποιον να δράσουν (όλους αυτούς που θα ωφελούνταν από την πραγμάτωση αυτών των δυνατοτήτων), όπως επίσης ενισχύει την αυτοπεποίθησή τους ότι μπορούν να τα καταφέρουν. Συνολικά, εμπλουτίζοντας τον καπιταλισμό με την προσθήκη του κομμουνισμού, η διαλεκτική ανάλυση του Μαρξ «απελευθερώνει» τη δυναμική για να παίξει τον αναγκαίο της ρόλο και να μας βοηθήσει να απελευθερώσουμε τον εαυτό μας.
Εντέλει, το μέλλον αποδεικνύεται εξίσου σημαντικό για την κατανόηση του παρόντος και του παρελθόντος με το παρόν και το παρελθόν για την κατανόηση του μέλλοντος. Και πάντα η επιστροφή στο παρόν από το μέλλον πυροδοτεί άλλη μία σειρά βημάτων από το παρόν, στο παρελθόν, στο μέλλον ώστε να χρησιμοποιήσουμε όσα μόλις μάθαμε για να διευρύνουμε και να βαθύνουμε την ανάλυση σε κάθε στάδιο.
9
Πριν το συμπέρασμα, πρέπει να τονιστεί ότι οι προβολές του μέλλοντος μέσω της χρήσης της μεθόδου που αναλύθηκε εδώ έχουν απλά υψηλές πιθανότητες και ακόμη και τότε ο ρυθμός και οι ακριβείς μορφές με τις οποίες σημειώνονται τέτοιες αλλαγές δεν μπορεί να είναι εκ προοιμίου πλήρως γνωστές καθώς καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τον συγκεκριμένο τόπο, τις ιδιαιτερότητες της ταξικής πάλης και το τυχαίο. Ο Μαρξ, όπως ξέρουμε, αναδιέταξε τη «βαρβαρότητα» ως έναν πιθανό διάδοχο του καπιταλισμού, αν και το θεωρούσε πολύ απίθανο και αφιέρωσε πολύ λιγότερη προσπάθεια στη δυνατότητα αυτή, λιγότερη από την απαιτούμενη όπως απέδειξαν τελικά τα τρομακτικά γεγονότα του προηγούμενου αιώνα.
Για να αποφευχθούν άλλες πιθανές παρανοήσεις του στόχου που είχε η προσπάθειά μου στο κεφάλαιο αυτό, θα ήθελα να προσθέσω ότι η προσέγγισή μου για τη μέθοδο του Μαρξ δεν είναι ούτε πλήρης, ούτε τελική αλλά μάλλον μία πρώτη προσέγγιση στο αντικείμενο – σύμφωνα και με την προσέγγιση του ίδιου του Μαρξ κατά την έκθεσή του. Επίσης, δεν πιστεύω ότι ο τρόπος που χρησιμοποίησε ο Μαρξ τις αντιφάσεις για να προβάλει την υπάρχουσα δυναμική είναι το μόνο μέσο που αξιοποιεί για να αποκαλύψει το σοσιαλιστικό/κομμουνιστικό μέλλον μέσα στο καπιταλιστικό παρόν. Απλά είναι το κύριο μέσο που αξιοποιεί. Περαιτέρω, δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση ανάμεσα σε αυτή την προσέγγιση της μελέτης του μέλλοντος και τις στρατηγικές του Μαρξ για την παρουσίαση των ευρημάτων του και επομένως με τις δημοσιεύσεις του. Η δημοσίευση λάμβανε πάντα υπ’ όψιν το κοινό του και γι’ αυτό αναδιοργάνωνε το υλικό του. Ούτε επίσης ισχυρίζομαι ότι έτσι έγινε κομμουνιστής ο Μαρξ. Αυτή είναι μία σύνθετη ιστορία που ένα κομμάτι της είναι η διαλεκτική του Έγελου και ο μοναδικός σφετερισμός της από τον Μαρξ.
Όταν ο Μαρξ οικοδόμησε, ωστόσο, τα κύρια στοιχεία του «μαρξισμού» όπως κατέληξε να αποκαλείται, η προβολή των κύριων αντιφάσεων του καπιταλισμού έγινε η προτιμώμενη προσέγγισή του για τη μελέτη του μέλλοντος και έτσι κατέστησε το μέλλον τόσο καθαρό και αναγκαίο ώστε να μπορεί να το ενσωματώσει στη μελέτη του για το παρόν (η δική του εκδοχή μελέτης δημόσιου χώρου κάτω από τη χήνα). Ακόμη και σήμερα είναι ο καλύτερος τρόπος να μάθουμε για το σοσιαλιστικό μέλλον αντί απλά να προσευχόμαστε γι’ αυτό. Μόνο τότε θα μπορέσει το όραμα του σοσιαλισμού που έχει δεχθεί τόσα πλήγματα προσφάτως να πραγματώσει τη δυναμική του ως ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία στην ταξική πάλη. Τη διαλεκτική σε μεγάλο βαθμό τη χρειαζόμαστε για να θέσουμε το όπλο αυτό στα χέρια των εργατών και των λοιπών καταπιεσμένων, να τους διδάξουμε πώς να το χρησιμοποιούν – σε πείσμα όλων των πιέσεων της εποχής. Κι έτσι όπως ο καπιταλισμός έχει φέρει τον κόσμο στο χείλος της καταστροφής, χρειαζόμαστε τη διαλεκτική τώρα περισσότερο από ποτέ.
Βιβλιογραφία
Bernstein, Edward. 1961. Evolutionary Socialism. Trans. Edith Harvey. New York: Schocken Books.
James, C. L. R. 1992. The C. L. R. James Reader. Ed. Anna Grimshaw. Oxford: Basil Blackwell.
Μαρξ, Καρλ. 1989. Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse), τ. 1. Αθήνα: Στοχαστής
Μαρξ, Καρλ. 1990. Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse), τ. 2. Αθήνα: Στοχαστής
Marx, Karl. 1978. Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου. Αθήνα: Παπαζήση
Μαρξ, Καρλ. 1984. Θεωρίες για την υπεραξία, μέρος πρώτο. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή
Μαρκούζε, Χέρμπερτ. 1985. Λόγος και Επανάσταση. Αθήνα: ύψιλον/βιβλία
Rubel, Maximilien. 1987. Non-Market Socialism in the Twentieth Century, στο Non-Market Socialism in the Nineteenth and Twentieth Centuries. Ed. Maximilien Rubel and John Crump. 10-34. London: Macmillan.
Wright, Erik Olin. 1995. “Class Analysis and Historical Materialism”. Tape-recorded tall, at the New York Marxist School, Feb. 23.
Notes:
- Για μία απόπειρα ανασύνθεσης του οράματος του Μαρξ για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό από τις διάσπαρτες σημειώσεις του επί του θέματος, δείτε το βιβλίο μου Κοινωνική και Σεξουαλική Επανάσταση (1979), κεφ. 3.