Η κατανόηση της παρουσίας του Αλή πασά και ο θεσμός των αρματολικιών είναι καθοριστική για την κατανόηση της επανάστασης του 1821, των αντιφάσεών της και των πρωταγωνιστών της. Ο Αλή δημιούργησε αυτόνομο κρατίδιο με συγκεντρωτική εξουσία και ανεξιθρησκία. Η σύγκρουσή του με τον σουλτάνο ήταν αποφασιστικής σημασίας για την εδραίωση της Επανάστασης. Βασική δομή αποτελούσαν τα αρματολίκια. Οι αρματολοί ήταν Αλβανοί και Ρωμιοί που αποκτούσαν ιδιαίτερα προνόμια, ήταν τοπάρχες με ήθος και φρόνημα αντίστοιχο του Αλή. Η ήττα του Αλή και η Επανάσταση θα δημιουργήσουν διλήμματα στους Ρωμιούς αρματολούς τα οποία θα ενταθούν από την παρουσία ξενόφερτων φορέων νέων ιδεών και, κυρίως, του Αλ. Μαυροκορδάτου. Η σύγκρουση θα καθορίσει την πορεία τους και θα επηρεάσει την εξέλιξη και τα χαρακτηριστικά της Επανάστασης.

Αρχή

Το όνομα του Αλή πασά των Ιωαννίνων κατέχει περίοπτη θέση στους μύθους και τους θρύλους, στα δημοτικά τραγούδια και στη λογοτεχνία. Κυριαρχεί ολοκληρωτικά η εικόνα ενός αιμοσταγούς τυράννου που εξόντωνε με κάθε τρόπο χριστιανούς, που έπνιγε στη λίμνη των Ιωαννίνων όμορφες χριστιανές, όπως την κυρά Φροσύνη, και είχε σκοπό της ζωής του να εξοντώσει τους ηρωικούς Σουλιώτες που, υποτίθεται, πολεμούσαν για την ελευθερία του «Γένους». Αυτή την εικόνα, σε μεγάλο βαθμό, ενστερνίστηκε και αναπαρήγαγε το επίσημο ιστορικό αφήγημα του νεοπαγούς ελληνικού κράτους συσκοτίζοντας ενοχλητικές πτυχές και αποφεύγοντας να τοποθετηθεί σε κρίσιμα ερωτήματα.

Η πραγματικότητα είναι πως τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του, ουσιαστικά αυτόνομου, κράτους του Αλή πασά επηρέασαν βαθύτατα τη διαμόρφωση μεγάλου τμήματος των πρωταγωνιστών της Επανάστασης, ειδικά των αρματολών της Ρούμελης και της Ηπείρου. Επηρέασαν τη διαδρομή του καθενός αλλά και τις σχέσεις μεταξύ τους. Κυρίως επηρέασαν τη σχέση με τους, εκ Δυσμών προερχόμενους, φορείς ιδεών κεντρικής κρατικής οργάνωσης στο μόρφωμα που θα προέκυπτε από την Επανάσταση˙ μιας Επανάστασης που χωρίς την παρουσία του Αλή θα ήταν πολύ δύσκολο να ξεσπάσει στο νότιο άκρο της Βαλκανικής και, κυρίως, θα ήταν αδύνατον να ριζώσει. Η προσπάθεια κατανόησης του πλέγματος αυτού είναι καθοριστική για την κατανόησή της, των διαδρομών και των αντιφάσεών της.

Ο ληστής από το Τεπελένι

Η μορφή του Αλή κυριαρχεί στο νότιο άκρο της Βαλκανικής στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο ληστής από το Τεπελένι ανάγκασε την οθωμανική εξουσία να τον διορίσει αρχικά επόπτη των διόδων (δερβεντάτ ναζίρ), και τελικά βεζίρη και Ρούμελη βαλεσί. Η πορεία του ήταν βουτηγμένη κυριολεκτικά στο αίμα. Στο έργο του Σπ. Αραβαντινού «Ιστορία του Αλή Πασά του Τεπελενλή» παρατίθεται ένας αληθινά ανατριχιαστικός κατάλογος των εγκλημάτων του. Δημιούργησε ένα αυτόνομο κρατίδιο, ο χαρακτηρισμός «ανεξάρτητο» δεν θα απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Στη μεγαλύτερη ακμή του περιελάβανε την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Δυτική Μακεδονία, τη Στερεά (εκτός της Αττικής) και την Πελοπόννησο· κρατίδιο μεγαλύτερο από το σημερινό Βέλγιο ή την Ολλανδία και διπλάσιο από την Ελλάδα του 1830. Είχε δικό του στρατό, αστυνομία, θησαυροφυλάκιο, εξωτερική πολιτική.

Όπως εξόντωσε χιλιάδες ανθρώπους, αδιαφορώντας για την εθνικότητα, τη θρησκεία, την κοινωνική θέση ή το φύλο τους, αντίστοιχα δεν έκανε κάποια διάκριση και σε αυτούς που αξιοποιούσε. Είχε κατανοήσει την πολυμορφία και τις ιδιαιτερότητες των πληθυσμών του κράτους του, κυρίως την εθνολογική σύνθεση, την κυριαρχία των Ρωμιών και των Αλβανών. Επέβαλε ανεξιθρησκία, σταδιακά στις θέσεις του κράτους του κυριάρχησαν αντί των Οθωμανών οι χριστιανοί Ορθόδοξοι και οι Αλβανοί μουσουλμάνοι μπεκτασήδες.

Αυτή η μορφή ανεξιθρησκίας επέτρεψε σε χριστιανικούς πληθυσμούς να αναπτύξουν δραστηριότητες όπως το εμπόριο, οι ντόπιοι έμποροι δρούσαν και δημιούργησαν μια, υποτυπώδη έστω, αγορά. Ταυτόχρονα, ενίσχυσε την πνευματική κίνηση ώστε να συμπληρωθεί το τρίπτυχο «Γιάννενα πρώτα στ’ άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα». Τα «γράμματα» τα έλεγχαν οι Ρωμιοί, το ήξερε φυσικά ο Αλή. Είναι αξιοσημείωτο πως αυτός ο αμόρφωτος, κτηνώδης δεσπότης «γοήτευσε» τη δυτική διανόηση: Ουγκώ, Γκαίτε, Μπαλζάκ, Δουμάς, Μότσαρτ και άλλοι ασχολήθηκαν με τον μύθο του, ορισμένοι τον ενέταξαν στη «φωτισμένη δεσποτεία».

Στη συγκυρία των αρχών του 19ου αιώνα οι επιδιώξεις του, σε σημαντικό βαθμό, συμβάδισαν με τους σχεδιασμούς της Φιλικής Εταιρείας, την ύπαρξη της οποίας φυσικά και γνώριζε. Εκπρόσωποί της, όπως ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, δραγουμάνος του ρωσικού προξενείου στην Πάτρα φρόντισαν να του επιβεβαιώσουν την υπόνοια ρωσικής ανάμιξης ώστε να προχωρήσει σε ανοιχτή σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη, εξέλιξη αποφασιστικής σημασίας για το ξέσπασμα και την εδραίωση της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Η ανταρσία του εκτιμήθηκε ως πολύ πιο σοβαρός κίνδυνος για την Υψηλή Πύλη από τις φήμες για ζορμπαλίκι των ραγιάδων, τα στρατεύματα της Πελοποννήσου ήταν στα Γιάννενα με επικεφαλής τον ίδιο τον Χουρσίτ πασά. Η επίσημη ιστορία υποβαθμίζει, για λόγους εθνικής «υπερηφάνειας», την προφανή αλήθεια: Αν δεν υπήρχε η ανταρσία του Αλή, δεν ήταν δυνατόν να ριζώσει επαναστατική διαδικασία στην Πελοπόννησο.

Τα αρματολίκια

Τα αρματολίκια δεν ήταν διοικητική ή πολιτική καινοτομία του Αλή. Η πρώτη μορφή «καπετανάτου» ανάγεται στην εποχή του Κάρολου Α΄ Τόκκου (1372 -1429), παλατιανού κόμη Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Λευκάδας και δεσπότη της Ηπείρου (1411 -1429). Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει την μάστιγα των αλβανικών ληστρικών ομάδων (Μπουαίοι, Σπαταίοι, Μαζαρακαίοι, Ζενεβισαίοι), συγκρότησε τα λεγόμενα «ρυμπαρικά σώματα» (rubare = αρπάζω, λεηλατώ) από ανθρώπους του σχοινιού και του παλουκιού που πλέον θα δρούσαν με την κάλυψη της εξουσίας του ώστε να εξοντώσουν τις αλβανικές συμμορίες.

Το όνομα των Καρόλων Τόκκων (Α΄ και Β΄) κράτησαν οι Οθωμανοί όταν κατέλαβαν το 1497 τη δυτική Στερεά Ελλάδα την οποία ονόμασαν «Κάρλελι», δηλαδή «τόπο του Καρόλου». Την όρισαν ως «σαντζάκι» και τη χώρισαν σε 6 «καζάδες», μικρότερη διοικητική βαθμίδα. Η διοικητική αδυναμία της κεντρικής οθωμανικής εξουσίας είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελέγξει την ύπαιθρο, πόσο μάλλον τη συγκεκριμένη με τους εμπειροπόλεμους πληθυσμούς. Την περίοδο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520 -1556) επιλέγεται ως λύση η νομιμοποίηση του θεσμού των αρματολών. Η Ήπειρος και η δυτική Στερεά χωρίστηκαν σε 5 «καπετανάτα»: Μαλακάσι, Τσουμέρκον, Ξηρόμερον, Λιδορίκι και Βενέτικο.

H διαδικασία αυτή κορυφώνεται την περίοδο του Αλή πασά όταν όλα τα αρματολίκια ελέγχονται από τα Γιάννενα. Θα αποτελέσουν τη βάση για την προσωποκρατική εξουσία του Αλή, που στηρίζεται στον απόλυτο έλεγχο των επαρχιών και την ασφάλεια. Οι αρματολοί είναι Αλβανοί Γκέκηδες, όπως οι Γ. Αράπης, Χ. Τσαπάρης, Σ. Μπόντα, Μπ. Τζογαδούρος, Χ. Μπέντος, Μ. Μπόνο κ.λπ. από τη μια, χριστιανοί από την άλλη: Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης, Βαρνακιώτης, Διάκος, Δυοβουνιώτης, Πανουργιάς, Γρίβας, Βαλτινός, Ρούκης, Σκαλτσοδήμος κ.ά. Η συνύπαρξή τους είναι ένα ακόμη στοιχείο που θα επηρεάσει την Επανάσταση.

Ο «κλέφτης» που γινόταν αρματολός

Ο δρόμος για το αρματολίκι στην πραγματικότητα ήταν ο ίδιος που είχε ακολουθήσει ο Αλή για να γίνει πασάς: Ο «κλέφτης» καπετάνιος με τη δράση του έπρεπε να αμφισβητήσει την οθωμανική εξουσία στη συγκεκριμένη περιοχή, να καταστήσει αδύνατη την αντιμετώπισή του και να απειλεί την ασφάλεια των πληθυσμών και της οικονομικής ζωής, είναι προφανώς μύθος πως επιτίθεντο μόνο στην οθωμανική εξουσία. Όσοι καπετάνιοι το κατόρθωναν, οι περισσότεροι αναγνωρίζονταν ως αρματολοί και η επαρχία ησύχαζε.

Ήταν ουσιαστικά ένας αναγκαστικός και εύθραυστος συμβιβασμός. Συνεργάζονταν με την κεντρική εξουσία και προστάτευαν την επαρχία από τους άλλους κλέφτες, μέχρι την εμφάνιση ισχυρότερου κλέφτη που διεκδικούσε το αρματολίκι. Πλέον, η αντιπαράθεση σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι μεταξύ της οθωμανικής κεντρικής εξουσίας και των ραγιάδων αλλά μεταξύ των αρματολών και των ανυπότακτων που διεκδικούσαν τα προνόμια του αρματολού. Προνόμια αδιανόητα για τη συντριπτική πλειοψηφία των ραγιάδων: να είναι οπλισμένος, να μην πληρώνει φόρο, να νέμεται μέρος του πλούτου της επαρχίας από τα δοσίματα, το εμπόριο, την κτηνοτροφία. Ήταν, λοιπόν, απόλυτα δεμένοι με τον τόπο, από εκεί πληρώνονταν και από εκεί επάνδρωναν τα στρατιωτικά σώματά τους. Σημαντικός ήταν και ο ρόλος του «σογιού», ανάγκη η συνεχής διεύρυνση του, κυρίως με γάμους συμφερόντων και κουμπαριές.

Ο Αλβανός ποιητής Χατζή Σεχρέτης, υμνητής του Αλή, γράφει: «Η κλεφτουριά της Ρούμελης εδώ είναι μαζεμένη, μερόνυχτα για πόλεμον αυτοί είναι λυσσασμένοι», εννοώντας τις συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ των αρματολών και των διεκδικητών του αρματολικιού. Κατά κανόνα, ποτέ ο πόλεμος δεν στρεφόταν κατά του Αλή. Οι απροσκύνητοι, όπως ο Κατσαντώνης, ο Νικοτσάρας ή ο Βλαχάβας, πέθαναν με φρικτό τρόπο. Όλοι οι υπόλοιποι υποτάχτηκαν στον Αλή, διεκδικώντας ως έπαθλο το μεγαλύτερο και πλουσιότερο αρματολίκι. Αποτέλεσμα να «παίζει ο λύκος με τα αρνί κι ο γκιώνης με τα αηδόνι», για να μνημονεύσουμε πάλι τους –άτεχνους αλλά ενδεικτικούς του κλίματος– στίχους του Χατζή Σεχρέτη που ποιητικά αποδίδει το εμπεδωμένο αίσθημα ασφάλειας.

Το φρόνημα των αρματολών

Κόντρα στην ιστορική αλήθεια αλλά και στην κοινή λογική, το επίσημο αφήγημα του ελληνικού κράτους υποστήριξε πως όλη αυτή η διεργασία άφησε ανεπηρέαστα τόσο το φρόνημα όσο και τα ήθη των αρματολών, παραγνωρίζοντας τη θέση των αρματολών στο σύστημα της οθωμανικής εξουσίας, το γεγονός δηλαδή πως ήταν αξιωματούχοι της. Για να διατηρηθεί το αξίωμα και τα προνόμια που συνεπαγόταν επιβαλλόταν η υπακοή στα κελεύσματα του Αλή αλλά και η διαμόρφωση ήθους παρόμοιου με αυτό του αφέντη τους.

Ασύδοτοι, μικροί ηγεμόνες στην επαρχία τους δεν δίστασαν να μεταχειριστούν κάθε μέσο κατά οποιουδήποτε θα αμφισβητούσε τη θέση τους ή απλώς υποψιάζονταν πως θα μπορούσε. Περίφημοι πολεμιστές αλλά και με κύριο χαρακτηριστικό την αγριότητα και την ωμότητα, το βασικό γνώρισμα του Αλή. Άλλωστε, οι περισσότεροι είχαν θητεύσει στα Γιάννενα στην καλύτερη σχολή άτακτου πολέμου στα Βαλκάνια, που δεν ήταν άλλη από την αλβανική, διδάχτηκαν τα πάντα αλλά και εγκολπώθηκαν το ήθος που κυριαρχούσε στο σαράι του τύραννου.

Στο ερώτημα για τον «πατριωτισμό» τους, η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη. Ελληνικά μιλούσαν, χριστιανοί ήταν. Κοινωνικά όμως ήταν στη θέση ενός Τούρκου παρά ενός ραγιά, όπως στην Πελοπόννησο οι κοτζαμπάσηδες ήταν στη θέση ενός μπέη ή αγά. Χριστιανού και ελληνόγλωσσου, αλλά μπέη. Η έννοια του Γένους ήταν το ενοποιητικό τους στοιχείο, αντίθετα έννοιες όπως Έθνος, κεντρική διοίκηση ή τακτικός στρατός τούς ήταν εντελώς ανοίκειες. Δεν διανοούνταν φυσικά πως τα προνόμιά τους μπορούσαν να χαθούν καθαυτά στο πλαίσιο μιας κεντρικής διοίκησης ή, ακόμα χειρότερα, να περάσουν σε άλλους διεκδικητές. Πάνω από όλα, δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν με τους «κωλοπλυμένους», τους «ξένους», τους Ρωμιούς που είχαν έρθει από τη Δύση, φορείς ιδεών κεντρικής κρατικής συγκρότησης.

Ρούμελη και Πελοπόννησος: δύο διαφορετικοί κόσμοι

Αξίζει να παρατηρήσουμε πως το σύστημα αυτό, που σύμφωνα με τον Σπ. Τρικούπη είχε ως αποτέλεσμα η Στερεά Ελλάδα να είναι ένα «απέραντο στρατόπεδο», δεν υπήρξε στην Πελοπόννησο. Αντικειμενικές συνθήκες, όπως η μορφολογία του εδάφους, δημιουργούσαν άλλα δεδομένα. Στην Πελοπόννησο δεν υπήρχαν τα απρόσιτα βουνά της κεντρικής Ελλάδας που θα επέτρεπαν τη δράση μεγάλων ομάδων και κυρίως την προστασία τους από την εξουσία. Επίσης, η Πελοπόννησος ήταν ουσιαστικά μια κλειστή περιοχή, προστατευμένη από επιδρομές, η ανάγκη προστασίας μικρότερη.

Υπήρχαν όμως και θεμελιώδεις πολιτικές και κοινωνικές διαφορές. Το πασαλίκι της Πελοποννήσου, από τη συγκρότησή του, δεν είχε ποτέ τον ρόλο αυτόνομου κρατιδίου, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν. Στην Πελοπόννησο υπήρχε τυπικό κέντρο, η Τρίπολη, που έλεγχε με ευκολία όλη την περιφέρεια. Τα Γιάννενα, και για τους γεωγραφικούς λόγους που προαναφέρθηκαν αλλά και για εθνολογικούς και κοινωνικούς, δεν μπορούσαν αντικειμενικά να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο. Ο Αλή, θέλοντας να ελέγχει απόλυτα τους καζάδες, εμπιστεύτηκε τα ένοπλα σώματα των αρματολών αναβαθμίζοντάς τους σε κυρίαρχη θέση έναντι των τοπικών προκρίτων, ακόμη και των πιο σημαντικών όπως οι Τσολάκογλου, Μεγαπάνος, Ζαβογιάννης, Καρούσος, Μπαρλάς κ.λπ.

Αντίθετα, στην κοινωνία των Ρωμιών στην Πελοπόννησο, πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι πρόκριτοι – κοτζαμπάσηδες. Μάλιστα, επί δεσποτείας του γιου του Αλή, του Βελή, ευνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, ακόμη και έναντι των μουσουλμάνων αγάδων και μπέηδων. Παρ’ όλα αυτά, μόνο η Μάνη στην πραγματικότητα ελεγχόταν από Ρωμιούς στρατιωτικά. Οι κλέφτες της Πελοποννήσου υπηρετούσαν ως «κάποι» στους Ρωμιούς κοτζαμπάσηδες και εξοντώθηκαν τόσο στα Ορλωφικά (1770), όσο και στους διωγμούς του 1806. Οι ελάχιστοι που γλύτωσαν πέρασαν στα Επτάνησα με πρώτον τον Θ. Κολοκοτρώνη. Σημειολογικά, η διαφορά αποτυπωνόταν στην προσφώνηση που θεωρούνταν η πιο τιμητική: Στην Πελοπόννησο ο αξιοσέβαστος αποκαλούνταν «κύριος», στη Ρούμελη η προσφώνηση που λαχταρούσαν να ακούσουν όλοι ήταν «καπετάνιε»!

Οι «αληπασαλήδες» στις αρχές της Επανάστασης

Αυτή η πραγματικότητα, ελάχιστα ηρωική και πολύ διαφορετική από τα εθνικά αφηγήματα, διαμόρφωσε τη συνείδηση μιας ολόκληρης γενιάς αρματολών. Οι περισσότεροι πολέμησαν στο πλευρό του Αλή Πασά στην ανταρσία του κατά του σουλτάνου. Όταν τελείωσε με την καταστολή της και το κεφάλι του Αλή στάλθηκε στον σουλτάνο, στάθηκαν επιφυλακτικοί απέναντι στη νέα κατάσταση που διαμορφωνόταν. Ο Κ. Παπαγιώργης σημειώνει στο έργο του «Τα καπάκια»: «Δεν είναι λοιπόν περίεργο το γεγονός ότι, πανέτοιμοι στρατιωτικά, οι αρματολοί της Ρούμελης είναι λιγότερο αποφασισμένοι να προσχωρήσουν στην Επανάσταση. […] Δεν ήξεραν τι τους επιφύλασσε η ανατροπή, τι μπορούσε να σημαίνει η “εθνική ιδέα”, η κεντρική διοίκηση, ο τακτικός στρατός. Την εθνική επανάσταση μπορούσαν να τη δεχτούν ως εδραίωση των ήδη κεκτημένων τοπικών τους δικαιωμάτων. Ο Βαρνακιώτης με την εδραίωσή του στο Ξηρόμερο. Ο Καραϊσκάκης ποτέ δε λησμόνησε τη διεκδίκηση του αρματολικίου των Αγράφων. Ο Ανδρούτσος τον έλεγχο της Ανατολικής Στερεάς»(Παπαγιώργης, 2003: 101).

Το δίλημμα τέθηκε σε όλους: Θα τάσσονταν με τους «ξενόφερτους καλαμαράδες» της Φιλικής και τους Φαναριώτες, που δεν τους έδιναν κάποια εγγύηση, στρατιωτική ή προσωπική; Θα άλλαζαν την εξουσία του Αλή με αυτήν του σουλτάνου, διατηρώντας τα αρματολίκια τους; Με βάση το φρόνημα και τις αξίες τους ήταν λογική η διστακτικότητά τους. Τον Ιανουάριο του 1821 οι αληπασαλήδες αρματολοί κλήθηκαν σε σύσκεψη στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα) και έδωσαν όρκο να ξεσηκώσουν τις επαρχίες τους. Δεν τον τήρησαν. Για αρκετό χρονικό διάστημα παρέμειναν αναποφάσιστοι, «στραβοδίβουλοι», όπως τους χαρακτηρίζει ο Παπαγιώργης. Κατέφυγαν στα περίφημα «καπάκια», τις μυστικές προσωρινές συμφωνίες με τους Τούρκους ώστε να κερδίσουν χρόνο.

Οι σχέσεις τους με τους Αλβανούς αρματολούς και οι εσωτερικές συγκρούσεις για τα αρματολίκια επηρεάζουν τις αποφάσεις τους. Ακριβώς σε αυτή τη φάση θα συγκροτηθεί (1 Σεπτέμβρη 1821 στο Πέτα) η βραχύβια ελληνοαλβανική συμμαχία. Ψυχολογική βάση της αποτέλεσε το κοινό αληπασαλήδικο παρελθόν τους, ορισμένοι όπως ο Βαρνακιώτης με τον Ομέρ Βρυώνη ήταν αδερφοποιητοί. Στρατιωτικά η σημασία της θα ήταν τεράστια, αν μακροημέρευε, επρόκειτο για ενότητα των πιο ισχυρών στρατιωτικών σωμάτων της Βαλκανικής, το δε πνεύμα της προσέγγιζε το διεθνιστικό πνεύμα του Ρήγα και έθετε τις βάσεις για την προοπτική ενός πολυεθνικού, πολυπολιτισμικού και πολυθρησκευτικού βαλκανικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο πως και ο Κολοκοτρώνης είχε εκφραστεί θετικά απέναντι σε μια τέτοια προοπτική.

Η συμμαχία αυτή δεν μακροημέρευσε λόγω σοβαρών εσωτερικών αδυναμιών και αντιθέσεων που με στοχευμένη παρέμβαση του Μαυροκορδάτου και γενικότερα των συντηρητικών κύκλων παροξύνθηκαν. Πολιτικά επιχειρήθηκε η συμμαχία αυτή να κατηγορηθεί πως αλλοιώνει την εικόνα της Επανάστασης στην Ευρώπη καθώς, υποτίθεται, πως τη συμπάθεια της Ιεράς Συμμαχίας αλλά και της κοινής γνώμης θα προκαλούσε ένας αμιγώς «ελληνοχριστιανικός» χαρακτήρας της. Ιδεολογικά υπήρχε αυτή η άποψη, ήταν έντονη στους συντηρητικούς κύκλους και της Φιλικής Εταιρείας. Βασική επίσης αιτία της υπονόμευσής της ήταν πως μια τέτοια συμμαχία διαμόρφωνε εντελώς νέα δεδομένα και σε αυτά ο Μαυροκορδάτος και γενικά ο «κύκλος της Πίζας» θα είχαν πολύ μικρά περιθώρια παρέμβασης. Οι φορείς των «φιλελεύθερων», «συνταγματικών» ιδεών που προέρχονται από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, τις προβάλλουν όσο αυτές εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Όταν απειληθεί η υπέρβαση τόσο των συμφερόντων τους όσο και των ιδίων, οι «ιδέες» ξεχνιούνται και επιστρατεύονται άλλα μέσα.

Η σύγκρουση με τον Μαυροκορδάτο

Ο παράγοντας που θα επιδράσει καταλυτικά στην πορεία των αληπασαλίδων αρματολών είναι η άφιξη στο Μεσολόγγι του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και της συνοδείας του. Ο Φαναριώτης πρίγκιπας, τυπικά εκπρόσωπος του «κύκλου της Πίζας», θα εμφανιστεί ως φορέας φιλελεύθερων ιδεών και θα αποτελέσει το σημείο αναφοράς των εξελίξεων. Στην αντιπαράθεσή του σχεδόν με το σύνολο των αρματολών μπορούμε να διακρίνουμε τη σύγκρουση μεταξύ της επιδίωξης δημιουργίας κεντρικής, συγκεντρωτικής εξουσίας με τον θεσμό των αρματολικιών, τις τοπαρχίες. Φυσικά, σε αυτή τη σύγκρουση αξεδιάλυτες είναι και οι προσωπικές επιδιώξεις, ο Μαυροκορδάτος διεκδικούσε για τον εαυτό του κυρίαρχο ρόλο ενώ οι αρματολοί τη διατήρηση – και στην περίπτωση του Καραϊσκάκη τη διεύρυνση– των προνομίων τους.

Ο μεγαλοφυής κι αδίσταχτος Φαναριώτης θα χρησιμοποιήσει κάθε μέσο: πολιτική, συκοφαντία, διχόνοια, φυσική εξόντωση, εξαγορά. Αρματολοί με μεγάλες στρατιωτικές ικανότητες και κύρος όπως ο Βαρνακιώτης, ο Ανδρούτσος, ο Καραϊσκάκης, ο Μπακόλας θα αποδειχθούν εύκολοι αντίπαλοι στο πολιτικό παιχνίδι. Ο Μαυροκορδάτος, που δεν έριξε ούτε έναν πυροβολισμό στη διάρκεια της Επανάστασης, θα εκμεταλλευτεί στο έπακρο την αδυναμία των αρματολών να δουν τον ρόλο τους στη νέα κατάσταση και θα τους στιγματίσει όλους ως «προδότες». Ο Μπακόλας όντως τελικά θα προδώσει, ο Καραϊσκάκης κι ο Ανδρούτσος αρχικά θα ασχοληθούν να διαφυλάξουν τα καπετανάτα τους και τελικά θα δολοφονηθούν, ο Βαρνακιώτης θα κρατήσει επαμφοτερίζουσα στάση, είναι εντυπωσιακό πως το όνομά του θα καταγραφεί ως συνώνυμο του προδότη, ο Κάλβος θα γράψει «Ωδή» με αυτόν τον τίτλο. Κι όμως, μόλις ο Καποδίστριας επισκεφθεί τη δυτική Στερεά στις αρχές τους 1828, ο «προδότης» όχι μόνο θα επιστρέψει στην Επανάσταση, στις 29 Φλεβάρη 1828, αλλά σε αυτόν θα παραδοθεί το Μεσολόγγι από τους Τούρκους.

Ο στόχος όμως έχει επιτευχθεί, ο Μαυροκορδάτος θα κυριαρχήσει. Η βασική αιτία ήταν πως ήταν ο μόνος που παρουσίαζε πολιτικό σχέδιο για την επόμενη μέρα, σχέδιο για τη συγκρότηση εθνικού κράτους που ήταν η επιταγή της ιστορικής στιγμής. Η πολιτική του συγκρότηση και υπεροχή έναντι των πολιτικά αναλφάβητων οπλαρχηγών επέτρεπε να αποκομίζει κέρδη που κατοχύρωνε με τον αμοραλισμό του. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των Σουλιωτών: επαγγελματίες πολεμιστές, βρέθηκαν χωρίς τόπο, αντικείμενο προστασίας και αφέντη μετά το τέλος της ανταρσίας του Αλή. Ο Μαυροκορδάτος θα τους μετατρέψει σε προσωπικό στρατό, θα τους χρησιμοποιήσει σαν πολιορκητικό κριό έναντι των Ρουμελιωτών οπλαρχηγών και τελικά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, θα τους αφήσει να σφαγιαστούν στην προσχεδιασμένη καταστροφή του Ανάλατου, τον Απρίλη του 1827, στον προσχεδιασμό της οποίας είχε καθοριστική συμμετοχή.

Κλείνοντας, μια παράμετρος που έχει υποτιμηθεί από την ιστορική έρευνα είναι ο ρόλος ενός νέου παράγοντα, του Τύπου. Στην περίπτωση που εξετάζουμε αναφερόμαστε ιδιαίτερα στην εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά, που εκδιδόταν στο Μεσολόγγι από τον Ελβετό Ζαν Ζακ Μάγερ από το 1824 ως τον Φλεβάρη του 1826. Ελεγχόταν πολιτικά από τον Μαυροκορδάτο και στις σελίδες της γράφτηκαν τερατώδη ψέματα για τους αντιπάλους του Φαναριώτη πρίγκιπα, ειδικά στις περιπτώσεις του Βαρνακιώτη και του Καραϊσκάκη. Το κλίμα που διαμόρφωνε η εφημερίδα υπήρξε καθοριστικό για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, πραγματικότητα που άργησαν φυσικά να καταλάβουν οι οπλαρχηγοί. Επρόκειτο για μια νέα πραγματικότητα, οι περισσότεροι από αυτούς δεν ήξεραν καν ανάγνωση. Ακόμα κι όταν κάποιοι κατάλαβαν δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Θα μπορούσαμε να πούμε πως και σε αυτό τον τομέα, ο Μαυροκορδάτος ήταν σκηνή από το μέλλον. Ο χαρακτηρισμός για την ποιότητα του μέλλοντος αυτού, είναι μια μεγάλη συζήτηση που πρέπει να συνεχιστεί.

Βιβλιογραφία

Αινιάν Δ. (1962), Άπαντα: Απομνημονεύματα Καραϊσκάκη και άλλων αγωνιστών, Αθήνα, Άτλας.

Ανωνύμου του Έλληνος (1980), Ελληνική Νομαρχία, Αθήνα, Κάλβος.

Βλαχογιάννης Γ. (1935), Οι κλέφτες του Μοριά, Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων.

Θεοδωρίδης Κ. (2012), Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Αθήνα, Ε.Ι.Ε.

Κασομούλης Ν. (1998), Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων, Αθήνα, Δημιουργία.

Κόκκινος Δ. (1963), Η Ελληνική Επανάστασις, Αθήνα, Μέλισσα.

Παπαγιώργης Κ. (2003), Τα καπάκια, Αθήνα, Καστανιώτης.

Περραιβός Χρ. (1836), Απομνημονεύματα πολεμικά, Αθήνα, Εκ της Τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά

Πετρόπουλος Ι. (1985), Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου «Ιωάννης Καποδίστριας – 170 χρόνια μετά 1827-1997», 2627 Σεπτεμβρίου 1997.

Τρικούπης Σ. (2007)., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Φωτιάδης Δ. (1966), Καραϊσκάκης, Αθήνα, Μέλισσα.

Φωτιάδης Δ. (1987), Μεσολόγγι, Αθήνα, Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.

Ψιμούλη Β. (2005), Σούλι και Σουλιώτες, Αθήνα, Εστία.