«Δάσκαλε, σου τ’ ορκίζομαι, θα μελετήσω ό,τι και να μου βάλεις, θα το παίξω τέλεια, αρκεί, δάσκαλε, να ζει αυτός που έγραψε το τραγούδι»… Αυτό αναφώνησε νεαρός σπουδαστής του μπουζουκιού στον έκπληκτο δάσκαλό του που του είχε βάλει προς μελέτη ένα παλιό λαϊκό τραγούδι. Και σαφώς έχει πολλές αναγνώσεις και δημιουργεί ακόμη περισσότερες σκέψεις η γεμάτη αγωνία επιθυμία του μαθητή.

Ο λόγος για το λαϊκό τραγούδι την σήμερον ημέραν. Άραγε να ήταν σωστά τα λόγια του μαθητή; Το λαϊκό τραγούδι πέθανε κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ανάμεσα στα βαρελάδικα, τα ελληνάδικα και αφού το δάγκωσαν κάμποσοι λυσσασμένοι σκύλοι, ή απλώς έχει περιπέσει σε βαριά χειμερία νάρκη, όπως και όλο το σύστημα του πολιτισμού σ’ αυτό τον τόπο;

Χειμώνας βαρύς λοιπόν… «Με πούλησες για χρήμα», που τραγουδούσε κάποτε ένας λαϊκός βάρδος.

Το λαϊκό τραγούδι

Κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στη ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, θα σταθούμε μόνο στο τραγούδι του 20ού αιώνα, στο λεγόμενο «αστικό τραγούδι», γιατί στον 20ό αιώνα το κατά βάση ερωτικό τραγούδι απέκτησε μορφή και τη δυναμική να εκφράζει βαθύτατους κοινωνικούς προβληματισμούς και ταξικές αντιθέσεις, που λειτουργούν μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Ποτέ άλλοτε ένα πολιτιστικό εργαλείο δεν ήταν τόσο κοντά στα κοινωνικά γεγονότα και φαινόμενα − πόλεμοι, εμφύλιοι σπαραγμοί, κοινωνικοί αγώνες, μετανάστευση… Το τραγούδι στα χείλη του κόσμου.

Στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισαν οι μεγάλες πληθυσμιακές ανακατατάξεις. Οι Βαλκανικοί και ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος συνέτειναν  στην αναδιαμόρφωση των Βαλκανίων, μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι πρόσφυγες άρχισαν να εισρέουν στην «κυρίως Ελλάδα» πολύ πριν τη Μικρασιατική καταστροφή. Τα μεγάλα λιμάνια, οι πόρτες εισόδου δηλαδή των πληθυσμών, άρχισαν να αστικοποιούνται. Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Βόλος, τα πρώτα κέντρα άφιξης. Ο κόσμος που κατέφθανε, δεν έφερνε μαζί του μόνο βασικά είδη, αλλά προπάντων  μια βαλίτσα με όνειρα και μια σακούλα με τραγούδια. Γιατί ο κάθε άνθρωπος φέρνει πάντοτε μαζί του, ένα και το αυτό με την ύπαρξή του, τον πολιτισμό του.

Πρωτοφανής η πρόσμειξη διαφορετικών πολιτισμών που συντελέστηκε τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα σ’ αυτό τον τόπο. 2.500.000 πρόσφυγες, μαζί με τον πόνο του ξεριζωμού, έφεραν μαζί τους καινούργια ήθη, έθιμα, καινούργιους δρόμους μουσικούς (μακάμια) από την Ανατολή.

Το ρεμπέτικο τραγούδι υπήρξε ο πρώτος σταθμός δημιουργίας και επέφερε τις πρώτες αντιδράσεις της εξουσίας: το σπάσιμο των μπουζουκιών, τους βανδαλισμούς, τις φυλακίσεις, την περιθωριοποίηση. Ασυμβίβαστος ο φασισμός και ο φιλελευθερισμός με ό,τι λαϊκό και δη το τραγούδι, όπως και με όλο τον πολιτισμό γενικά.

Η Αριστερά κωφή, τυφλή και αυτή. Ό,τι δεν το ελέγχω το απαξιώνω. Η Αριστερά πάντα στον κόσμο της, στο δικό της περιθώριο που τα όρια τα καθόριζε η ίδια σύμφωνα πάντα με τη δική της πολιτική μικρονοητικότητα… Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι ο Φοίβος Ανωγιαννάκης στο Ριζοσπάστη το 1947 και ο Μάνος Χατζιδάκις το 1949, με την περίφημη διάλεξή του, να αποκαταστήσουν την τιμή του τραγουδιού. Έστω και έτσι το ρεμπέτικο, το λαϊκό τραγούδι, μεγαλούργησε και ίσως η ομορφιά του να έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι ήταν τελείως ελεύθερο, αχαλιναγώγητο, εκφράζοντας το ντέρτι και τους καημούς των απόκληρων, φυσικά και του περιθωρίου.

Και τι δεν άκουσε ο Μίκης Θεοδωράκης που τόλμησε να βάλει μπουζούκια στον «Επιτάφιο». Τους περισσότερους λιβέλους τους δέχτηκε από την «Αυγή», τότε στην δεκαετία του 60΄. Λαϊκό τραγούδι, τα σκοτεινά υπόγεια μονοπάτια της γραφής και της δημιουργίας.

Το λαϊκό τραγούδι κατατρεγμένο τόσο από την «επίσημη» εξουσία, όσο και από την άλλη, την «κρυφή», που λέγεται αριστερά.

Οι μεταρρυθμιστές του λαϊκού τραγουδιού, όπως αυθαίρετα θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε:

Ο πρώτος μεγάλος μεταρρυθμιστής. Ο Μάρκος ήταν ένας αγράμματος άνθρωπος που ήρθε από τη Σύρα μικρό παιδί. Πάμφτωχος γαλουχήθηκε από την σκληρή βιοπάλη. Ο αναμορφωτής του τραγουδιού της εποχής του. Σαφώς και ο Μάρκος ήτανε περιθωριακός και χασικλής, σαφώς και έγραψε και χασικλίδικα τραγούδια, αλλά  σε μια εποχή που το λαϊκό τραγούδι ήταν τιμωρία στο περιθώριο. Υπήρξε  όμως ο πατριάρχης του λαϊκού τραγουδιού. Ακόμη και σήμερα η δωρική του πενιά είναι μάθημα για τους μουσικούς. Πέθανε φυσικά στην ψάθα, Γ’ θέση στον Ευαγγελισμό. «Καραβοτσακίσματα»

Ο Βασίλης Τσιτσάνης εμφανίζεται και χαράζει καινούργιους δρόμους. Σπουδάζει στην αρχή βιολί στο Ωδείο και γίνεται φοιτητής της Νομικής. Τα εγκαταλείπει όλα και ασχολείται με το λαϊκό τραγούδι. Ο βασικός δημιουργός του κοινωνικού τραγουδιού.

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ένα παιδί γεννήθηκε στα πορνεία της Θεσσαλονίκης. Η καταγωγή του από τη συνοικία Πρόνοια του Ναυπλίου όπου και μεγάλωσε. Ο Μανώλης Χιώτης λένε οι ερευνητές ότι ίσως είναι ο μεγαλύτερος μεταρρυθμιστής του τραγουδιού. Αυτός που δίδαξε στον Μίκη Θεοδωράκη τους λαϊκούς δρόμους. Ήταν αυτός που μετέτρεψε το μπουζούκι από τρίχορδο σε τετράχορδο για να παίζεται με μεγαλύτερη ευχέρεια. Ο Χιώτης κατηγορήθηκε ότι διαστρέβλωσε το χαρακτήρα του λαϊκού τραγουδιού, ότι έβαλε το μπουζούκι στα σαλόνια και για πολλά άλλα…

Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις. Οι άνθρωποι που συνέβαλαν στην απογείωση όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας μουσικής. Οι μουσικές και τα τραγούδια τους πλημμύρισαν τον κόσμο, τον παγκόσμιο κινηματογράφο, το θέατρο και εισέβαλαν στις μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου. Οι σπουδαιότεροι ποιητές μελοποιήθηκαν και χιλιοτραγουδήθηκαν «εξαιτίας» τους. Δεν ήταν μόνο η μεγάλη μουσική τους προσφορά, αλλά και η ενασχόλησή τους με τα πολιτικά δρώμενα  και τον ευρύτερο πολιτισμό ο λόγος που φώλιασαν στις καρδιές των ανθρώπων και ανέβηκαν στην υψηλότερη βαθμίδα της σύγχρονης δημιουργίας και σκέψης. Το έργο τους ίσως είναι η σπουδαιότερη πολιτιστική  κληρονομιά για τις ερχόμενες γενιές.

Σαφώς και δεν παραγνωρίζονται δημιουργοί όπως ο Δημήτρης Γκόγκος – Μπαγιαντέρας, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Θόδωρος Δερβενιώτης, ο Βασίλης Καραμπατάκης, ο Μπάμπης Μπακάλης, ο Γιώργος Λαύκας, ο Απόστολος  Καλδάρας, ο Γιώργος Μητσάκης. Και οι πιο σύγχρονοι: Γιώργος Ζαμπέτας,  Άκης Πάνου, Σταύρος Ξαρχάκος. Αν έγινε μια  ειδική αναφορά σε πέντε πρόσωπα ήταν μόνο γιατί αυτοί θεωρούνται οι μεγάλοι σταθμοί του δρομολογίου της ιστορίας του τραγουδιού και οι μεγάλοι μεταρρυθμιστές, ο καθένας από την πλευρά του.

Τραγούδι σημαίνει και στίχος. Ο στίχος στο τραγούδι συνεχίζει μια παράδοση από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Σε χρόνια και καταστάσεις τρομερά δύσκολες με το κυνήγι του τραγουδιού ανελέητο. Η λογοκρισία να σαρώνει τα πάντα. Πόσες φορές δεν αναγκάστηκαν οι στιχουργοί να αλλάξουν τη λέξη κελί με τη λέξη κερί. Όταν το τραγούδι αντάμωνε με τους εξόριστους, τους φυλακισμένους, τους μετανάστες, τους ανθρώπους της βιοπάλης, αυτουργοί αυτής της αντάμωσης ήταν: ο Κώστας Μάνεσης, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης ή Τσάντας, ο Χρήστος Κολοκοτρώνης, ο Πυθαγόρας και λίγο αργότερα οι ποιητές στιχουργοί: Νίκος Γκάτσος, Δημήτρης Χριστοδούλου, Μάνος Ελευθερίου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, το «φαινόμενο» Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, η Σώτια Τσώτου. Για τη «γριά» αδυνατεί να περιγράψει κανείς με λέξεις την κατάθεση ψυχής που έκανε στο στίχο της και αρκείται στην ακρόαση μόνο και στην καταγραφή μερικών τίτλων τραγουδιών της. Δυο πόρτες έχει η ζωή, σε μουσική Βασίλη Καραπατάκη. Όποια και να ’σαι, Είμαι αετός χωρίς φτερά, Γυάλινος κόσμος. Άνθρωπος των παθών η Ευτυχία πούλαγε για εκατό δραχμές στίχους της για να χαρτοπαίζει. Τα τραγούδια της φωτεινοί σηματοδότες, ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη μας θα δείχνουν την πορεία του Ελληνικού τραγουδιού για πάντα.

Στράτος Παγιουμτζής, Πρόδρομος Τσαουσάκης, Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ρόζα Εσκενάζυ, Στέλα Χασκήλ, Μαρίκα Νίνου, Σωτηρία Μπέλλου, Βίκυ Μοσχολιού… Μερικά μόνο ονόματα ΕΡΜΗΝΕΥΤΩΝ…

Τα χρόνια της δικτατορίας το τραγούδι ημιπαράνομο. Η τηλεόραση ανθίζει μέσα σε ευτράπελες καταστάσεις. Το ινδοαραβικό τραγούδι στο φόρτε. Νομική, Πολυτεχνείο, το αποκορύφωμα της αντιδικτατορικής πάλης και αντίστασης. 1974 ο κόσμος στους δρόμους τραγουδώντας απαιτεί Δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Το τραγούδι ξανά στους δρόμους, στις διαδηλώσεις, στα γήπεδα των μεγάλων συναυλιών. Έντονες οι πολιτικές συγκρούσεις. Το πολιτικό τραγούδι στον ουρανό της Ελλάδας. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Ηλίας Ανδριόπουλος, ο Γιάννης Μαρκόπουλος δημιουργούν αριστουργήματα. Λίγο πριν ΄΄Ό μεγάλος ερωτικός΄΄ του Χατζιδάκι. Η τελευταία χρυσή πενταετία του τραγουδιού.

Και έπειτα ήρθε το ΠΑΣΟΚ…. Δεν νομίζω να μεταλλάχθηκε μια κοινωνία τόσο αποτελεσματικά, όσο μεταλλάχθηκε η ελληνική, στα 20 χρόνια διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Τα ελληνάδικα και τα βαρελάδικα φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια. Οι εταιρείες δίσκων για να έχουν υπερκέρδη λανσάρουν τα εβδομαδιαία σουξεδάκια και η νύχτα απαστράπτουσα και χλιδάτη μας προσφέρει απλόχερα ένα «δήθεν», που μας βυθίζει στο απόλυτο χάος μιας εθνικής αναλγησίας. Τραγουδιάρηδες κα τραγουδιάρες με το κορμί ημίγυμνο μας διδάσκουν νέα ήθη. Επί Μητσοτάκη αποκτήσαμε επιτέλους «ελεύθερη» ραδιοτηλεόραση. Τώρα οι χοροί καλά κρατούν από πρωίας στα πρωινάδικα και στα μεσημερινάδικα των δήθεν τηλεοπτικών εκπομπών. Τα φώτα των πλατό των καναλιών μας θαμπώνουν. Γκλαμουριά με μια λέξη. Συνένοχοι για την αποθέωση της ασχήμιας, είμαστε όλοι. Σε έναν τόπο που αδυνατούμε να διαφυλάξουμε όποια ιερά και όσια μας έχουν απομείνει, έχουμε περιέλθει σε ένα πολιτισμικό και πνευματικό τέλμα, με συνέπειες απρόβλεπτες για την ίδια μας την ύπαρξη σαν λαός. Πριν από μερικά χρόνια κάποιος ονόματι Γιώργος Βουλγαράκης κατ’ ευφημισμόν υπουργός του πολιτισμού, «δεν το κατάλαβε ότι γκρεμίστηκε το εργοστάσιο της Coloumbia»! Μήπως είχε καταλάβει ότι ήταν υπουργός πολιτισμού;

Κάνω τη ρίζα μου φτερό

Χρόνια ολόκληρα γνωρίζουμε τον τροβαδούρο Χρήστο Κωνσταντίνου να μας ταξιδεύει με τις μουσικές του καταθέσεις. Από τα νυχτερινά κέντρα, τους συναυλιακούς χώρους, μέχρι το Ηρώδειο και από τη δισκογραφία μέχρι τη συμβολή του στη δημιουργία μουσικών ντοκιμαντέρ.

Νομίζω πως το τραγούδι είναι ένα πολύ καλό φτερό για να πετάξεις. Η ρίζα είναι η καταγωγή σου, τα βιώματα σου, γενικά ο βαθύτερός σου εαυτός ο ακατανόητος.

Έλεγε ο λαϊκός βάρδος.

Το Ζεϊμπέκικο της Εξουσίας


Της εξουσίας τα σχολειά σου τα ‘πανε παιδεία
Και των εμπόρων τα σκαλιά σου τα ‘πανε εκκλησία
Μα λέξη δεν σου είπανε και σκόπιμα σου κρύψανε
Το ζεϊμπέκικο του νου που φέρνει ελευθερία
Γιατί το ξέρουνε καλά κρυμμένη είν’ η ουσία

Οι μεν σου τάζουνε στη γη οι άλλοι στα ουράνια
Και της ελπίδας τίμημα περίσσια περηφάνια
Κι οι μάγκες εκ του ασφαλούς έχουνε πονηρέψει
γιατί δε γύρισε κανείς ρέστα να τούς γυρέψει
γιατί κανένας δεν γυρνά ρέστα για να γυρέψει.

Μες στο μυαλό σου όποιος μπει σε κάνει ό,τι θέλει
κι αντί για ζεϊμπέκικο χορεύεις τσιφτετέλι
σαν την αρκούδα με τριχιά
στου κόσμου το παζάρι
και γίνεται η αλήθεια σου λιμαρισμένο ζάρι

Και το κελί που σ’ έριξαν σαν τη θηλιά στενεύει
το βολεμένο σου μυαλό άλλο κελί γυρεύει
γυρεύει μεγαλύτερο γεμάτο με καλούδια
και μένω απ’ έξω σαν τρελό
λεύτερο να σου τραγουδώ
της φυλακής τραγούδια
της φυλακής που σ’ έριξαν γεμάτη με καλούδια.

Στα λεύτερα τα βήματα χαίρεται ο θεός
Χορεύει ένας άνθρωπος απλά αληθινός
Άκου λοιπόν το μυστικό κι αγάπα την ουσία
Να δεις πως τούτος ο χορός είναι αυτογνωσία
Κι άντε να δούμε ύστερα πως θα ‘χουν εξουσία.

Στίχοι – μουσική: Χρήστος Κωνσταντίνου

Ένας χρόνος έκλεισε στις 21 Μαρτίου από τότε που ο Χρήστος Κωνσταντίνου είπε το μεγάλο αντίο. 21 Μαρτίου 2015, ακριβώς την ημέρα που είχε γεννηθεί και είχε πεθάνει ο μεγάλος δάσκαλος Μανώλης Χιώτης. Και είναι αυτά τα περίεργα συμπλέγματα της τύχης που κάνουν τους ανθρώπους να γνωρίζονται… Εκεί κάπου ανάμεσα στη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ για τον μεγάλο μεταρρυθμιστή του λαϊκού τραγουδιού ‘’τον μάγκα που έβαλε κολόνια στο τραγούδι’’. Ηρώδειο, συναυλία: «Ο Χιώτης απόψε μας βασάνισε, μας βασάνισε πολύ και στα χέρια και στο μυαλό…» Και έκτοτε άρχισε η βαθιά συζήτηση, ανάλυση, περισυλλογή γι’ αυτό που λέγεται λαϊκό τραγούδι, η στάση ζωής, η φιλία. Το «Σταμάτα να μιλάς και πες κάτι».

Εαρινή ισημερία λοιπόν το αποφάσισε το φευγιό ο Χρήστος, … Την στιγμή που η μέρα και η νύχτα παλεύουν ποια θα επικρατήσει. Τα σκοτάδια ή το φως το άπλετο; Ο καθείς εφ ώ ετάχθη. Εκλεκτός ο γενναιόδωρος… Εκλεκτός αυτός που κρατώντας την αξίνα της τέχνης, σκάβει βαθιά πολύ βαθιά μέσα του για να αυτοπροσδιορισθεί και να χαρίσει τα χρυσά μήλα των εσπερίδων σε ώτα ακουόντων… Εκλεκτός ο ταπεινός…

Ο Μάρκος, ο Παπαϊωάννου, ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης, ο Ζαμπέτας, ονόματα βαριά που τα κουβαλάμε στους ώμους της ύπαρξης, που και παράδοση λέγονται πια…

Το λαϊκό τραγούδι, της καρδιάς, των σχέσεων, του ακουμπήματος, του αγγίγματος των ψυχών, των ερώτων… Κάπως έτσι κατοχές και εμφύλιοι, φυλακές και εξορίες απαλύνθηκαν. Φτώχιες και μετανάστευση, νταλκάδες και ντέρτια, έρωτες και βράδια αξημέρωτα… Και σήμερα τον καιρό της άλλης, της μεγάλης, κρίσης ψάχνουμε απεγνωσμένα να ξαναβρούμε τα χαμένα όνειρα, τα τραγούδια του είναι μας και όσοι μια στάλα μυαλό κατέχουν αντιλαμβάνονται πρωτίστως ότι το πρόβλημα είναι ΠΟ – ΛΙ – ΤΙ – ΣΤΙ – ΚΟ… Όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις: «Η αιχμή του δόρατος του πολιτισμού μας είναι το τραγούδι και οφείλουμε να το διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού». Τα λόγια του όμως τα πήρε πια το κύμα.

Πώς να αποτυπώσεις τη σιωπή πάνω στο χαρτί…

Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους.
πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών.
γι’ αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων.
Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί.
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος
οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγκους
και το φλασκί των ανέμων αδειάζει.
Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει.
ξυπνώ
σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στα χάσματα της αστραπής,
κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ’ ανθρώπινα σώματα,
κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας
στην αξεδίψαστη γης…

Γ. Σεφέρης

Κάπως έτσι σου κουνάει το μαντήλι συνεχώς η ζωή, η ύπαρξη, μέσα από τα λόγια του ποιητή…

1950. Μία Κύπρος, ένας παππούς ξωμάχος Αργακινός, και ο άλλος ένα μυθικό βιολί της Κύπρου. Ένας πατέρας βιολάρης και αυτός, στους γάμους και στα πανηγύρια του νησιού. Μία παράδοση, συνθέτουν το τοπίο, βουνά ολάκερα του Χρήστου Κωνσταντίνου. «Παππού μου εσύ Αργακινέ, παππού μου Κυπριώτη». «Η αρμονία παράγεται από το αρμόζω», μού ‘λεγε «απ’ το συνταιριάζω», εξ ου και αρμός… σκεφτόμουν! Με τη διαλεκτική αξίνα της σκέτης, έσκαψε πολύ βαθιά μέσα του έβγαλε τις ρίζες του στην επιφάνεια και τις έκανε φτερά να πετάξουν στον αέρα, να περιπλανηθούν στο πέλαγο, ένα χρυσοπράσινο φύλο… Η παράδοση που σε μεταμορφώνει σε δικαιοσύνης ήλιο… Η Ανατολή και η Δύση, η καρδιά και ο νους. Να ψάχνει βαθιά στο είναι του, εκεί που ανακαλύπτει θησαυρούς και να τους μεταμορφώνει σε νότες, διαβατάρικα πουλιά, να πετούν μακριά στους τέσσερις ορίζοντες… Και οι λέξεις ψαγμένες μία – μία στο βάθος τους. Να ψάχνει μαργαριτάρια στα βάθη του πελάγου να τις ανακαλύψει, να τις συνταιριάξει για να συνθέσει ένα τραγούδι.

Οι δρόμοι, τα μακάμια, απλώνονται σωρό. Και εκεί καβάλα στο άτι της αυτογνωσίας να χαράζει ταξίμια χαρισμένα στη ζωή, στον έρωτα και στο θάνατο, γιατί τι άλλο θα έπρεπε να είναι η ζωή, παρά ένας απέραντος αυτοσχεδιασμός που θα προκύπτει από μια βαθιά προσπάθεια για αυτογνωσία, όπως ένας ζεϊμπέκικος χορός… που εναντιώνεται σε κάθε εξουσία.

Και τώρα καλούμαι εγώ να αραδιάσω λέξεις, να μιλήσω για πολιτισμό. Προσπαθώ αυτά που γράφω να είναι λόγια πέρα από κάθε επιτήδευση βγαλμένα μόνο μέσα από την καρδιά, όπως το ήθελε ο βάρδος. Άλλωστε ακόμα μέσα στ’ αυτιά μου, αντίλαλος,  η μεγάλη κουβέντα που μας έλεγε πάντα: «Σταμάτα να μιλάς και πες κάτι», Αυτό το «κάτι»  που μας  στοιχειώνει σ’ ολόκληρη τη ζωή. Πλάνα ζωή, ψεύτη ντουνιά… Και όταν της εξουσίας τα σκολειά σου τα ‘πανε παιδεία, το ζεϊμπέκικο του νου σου φέρνει ελευθερία. Γύρευες πάντα τον χαλκά της γης, ήρθε η ώρα και τον βρήκες.

Τα πάντα τα κινεί το αναίτιο ντέρτι που κρύβει ο καθένας μέσα του, μου είπε κάποια στιγμή, με κάρφωσε με ένα μαχαίρι κι εγώ, παρασυρμένος από τον οίστρο του… Μου ‘δωσε την έμπνευση να γράψω δυο στίχους που τους αφιερώνω τώρα στη μνήμη όλων των φευγάτων, των αγαπημένων, Φευγάτος και ο Χρήστος μας άφησε τις παρακαταθήκες του. Ενώπιος ενωπίω με τα τραγούδια του, τη σκέψη του, τον πολιτισμό του. Το αναίτιο ντέρτι μας λοιπόν:

ΑΝΑΙΤΙΟ ΝΤΕΡΤΙ

Είναι η ψυχή ωκεανός χαμένων οραμάτων
τέρας και σάτυρος μαζί μέσα μου κατοικούν
με σέρνουν μες την άβυσσο παλιών συναισθημάτων
πλωριά γοργόνα αερικά στα μάτια την κοιτούν.

Του δειλινού τα χρώματα τα μάτια έχουν θαμπώσει
για το αναίτιο ντέρτι μου που έχω συντροφιά
ο έρωτας κι ο θάνατος βαθιά θέλουνε γνώση
ν’ ακούς φωνές του σύμπαντος στη φεγγαρολουσιά.

Για το μυστήριο της ζωής αυτό το μέγα πάθος
τι ψάχνεις κι ονειρεύεσαι στο φως των αστεριών
θεός και διάβολος μαζί σε στέλνουνε στο λάθος
η ελπίδα μες τον κόρφο σου κι ο φόβος μενταγιόν.

Τ’ αναίτιο ντέρτι στη ζωή σημαίνει ουτοπία
που το φυλά σαν όνειρο η νύχτα μυστικό
ό,τι κι αν πεις ο έρωτας δεν παίρνει ερμηνεία
αντιπαλεύει θάνατο σε ρίχνει στο κενό.

Για την ουσία που ζητάς μια σκέψη που σκοτώνει
πατρίδα μια Ιθάκη σου που ’γινε ξενιτιά
ψάχνεις να βρεις το λυτρωμό για ό,τι σε πληγώνει
μα το αναίτιο ντέρτι σου σ’ ανάβει τη φωτιά.

Αντώνης Κασίτας

Μου είχε αφηγηθεί κάποτε, μια συνομιλία του με τον Νίκο τον Γκάτσο. Όταν ρώτησε τον ποιητή: «κύριε Γκάτσο, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ; Ούτε ένα ερωτηματικό, ούτε μια άνω στιγμή στο τέλος;» Του είχε απαντήσει ο ποιητής: «Βάλε εσύ ό,τι θέλεις παιδί μου»

Είμαι σίγουρος τώρα, ότι μόλις τον αντίκρισε, θα του ‘πε γελώντας: «Κύριε Γκάτσο, το έβαλα το σημείο στίξεως» Μόνο που δεν μας το είπε και εμάς να το ξέρουμε και μας απαντά χαμογελώντας «Βάλτε το μόνοι σας, τελεία ή ερωτηματικό ή όποιο άλλο σημείο στίξεως θέλετε κατά το δοκούν σας»…

Το αεράκι της θάλασσας θα μας αποκαλύπτει πάντα τα μεγάλα μυστικά της ζωής που μας ταχυδρόμησε με τους ανέμους…

Η μουσική είναι απλά ένα ενδιάμεσο για να ενώνει τους ανθρώπους, να κάνει δράση ομαδική. Αυτό πιστεύω ότι είναι το λειτουργικό και το ζητούμενο του τραγουδιού. Προσπαθώντας να βρεις αυτό που είναι όμορφο, διερωτάσαι κατά πόσον καταλαβαίνεις τι είναι όμορφο και ωραίο. Δεν έχουμε μέτρα και σταθμά για να το μετρήσουμε, η κρίση μας για την ομορφιά είναι υποκειμενική, αλλά πιστεύω ότι η ομορφιά έχει αξίες αιώνιες και αντικειμενικές. Αρκεί να ξέρει κανείς το ζητούμενο της πορείας του ανθρώπου για να έχει κρίση της αξίας της ομορφιάς.

Οι δεξιοτεχνικές ικανότητες του Χρήστου Κωνσταντίνου, από πολύ μικρό, τον φέρνουν σε διάφορες ορχήστρες. Στη διάρκεια της χούντας βρίσκεται στο εξωτερικό. Νεαρός συναντιέται με τον Μάνο Λοϊζο και ηχογραφούν παράνομα τραγούδια στο Λονδίνο. Στη συνέχεια, βρίσκεται στην ορχήστρα του Μίκη Θεοδωράκη. Οργώνουν την Ευρώπη και συμμετέχουν στην αντιδικτατορική πάλη.

Είχα φύγει από την Κύπρο γύρω στα δώδεκα. Ήταν μια μεγάλη ευκαιρία για μένα, μπαίνοντας στην ορχήστρα του Μίκη επί χούντας, που γυρνούσαμε σ’ όλον τον κόσμο και ειδικά τα πανεπιστήμια, να συνειδητοποιηθώ. Οι συναυλίες τότε απέκτησαν μία άλλη διάσταση. Πέρα από τη μουσική υπήρχε και η τεράστια πάλη για τις αξίες της Ελευθερίας, ατομικών και κοινωνικών ελευθεριών. Όταν γνώρισα τον Μίκη στα δεκαοχτώ μου, άρχισε και η μουσική για μένα να αποκτά έναν άλλον σκοπό. Ήμουν πολύ τυχερός τόσα χρόνια γιατί οι συνεργασίες μου ήτανε καλές. Γνώρισα πολύ μεγάλους δασκάλους στη μουσική αλλά και για την ματιά τους στη ζωή.

Όταν κουβαλάει «αμφισβήτηση», ένας σύγχρονος δημιουργός, σημαίνει ότι στέκεται όρθιος απέναντι σε όλα τα σύγχρονα προβλήματα, ότι πάει κόντρα στον καιρό. Αντιλαμβάνεται τις αιτίες, τις κάνει τραγούδι και το αφιερώνει και στις δικές του μνήμες.

Η βαθιά αγωνία του καλλιτέχνη είναι η αυτογνωσία. Αυτό το καταφέρνεις παίζοντας ένα ταξίμι, χορεύοντας ένα χορό, γράφοντας ένα στίχο, κάνοντας γενικά τέχνη. Νομίζω ότι είναι μια βαθιά ανάγκη να κοινοποιήσεις αυτό που είσαι, το πώς βλέπεις τα πράγματα και να τσεκαριστείς απέναντι στους άλλους, κατά πόσον μπορείς να είσαι ένας μέσα στους άλλους και ταυτόχρονα να είσαι εσύ. Μία ακροβασία πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί. Πιστεύω ότι αν θέλει κανείς να είναι ευτυχισμένος, να έχει χαρά δηλαδή μέσα του, θα πρέπει να είναι αληθινός και να μη φοβάται να αντικρίσει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Το τραγούδι που ακούμε είναι ακριβώς ο καθρέφτης του εαυτού μας, αν είμαστε ειλικρινείς.

Όταν κάνεις κατάθεση ψυχής στη δουλειά σου, δημιουργείς σκέψεις. Ο κόσμος προχωράει μέσα από τις αντιθέσεις για να ανακαλυφθεί η κοινή αλήθεια… βαθιά λαϊκά τα τραγούδια του Χρήστου αναδύουν μνήμες και αρώματα, καταδεικνύουν σύγχρονα  και αρχέγονα φιλοσοφικά προβλήματα: «τι ψάχνεις το χαλκά της γης και τον καιρό σου χάνεις; κι ανέρθει η ώρα και τον βρεις πες μου τι θα τον κάνεις»  και συνάμα ερωτικά: «Αγγελοκαμωμένη μου… από το δάκρυ των ματιών και από τ’ αλάτι των φιλιών νάμα το δάκρυο να ‘πινα δυο χαμομήλια ταπεινά να μεγαλώνει η καρδιά για να χωρέσει τον ντουνιά». Ο καλλιτέχνης οφείλει να εκλαμβάνει να αναλύει και να καταθέτει την άποψή του για όλα τα τεκταινόμενα γύρω του.

Γερονέος ήτανε το παρατσούκλι του άλλου μου  παππού  που ήταν  ξωμάχος, και μου μάθαινε τα ωραία πράγματα. Όταν κάποτε τον ρώτησα πως γίνεται να είσαι και γέρος και νέος ταυτόχρονα, μου είχε πει: γέρος είναι αυτός ο εαυτός μου που δεν θέλει να αλλάζει και νέος είναι ο εαυτός μου που θέλει να αλλάζει συνεχώς, δηλαδή να επαναστατεί. Αυτό είναι κάτι που χαράχτηκε πολύ βαθιά μέσα μου. Όλοι είμαστε σπουδαίοι αν ξεφοβηθούμε και ψάξουμε βαθιά μέσα μας…

Κάπως έτσι όρισε και ο Φρόιντ την έννοια του καλλιτέχνη.

Η κάκιστη διακυβέρνηση του κόσμου από τα μεγάλα κέντρα εξουσιών έχει φέρει σήμερα αυτά τα αποτελέσματα. Προσπαθώ να βρω την δικιά μου ευθύνη σ’ αυτό ως εξουσιαζόμενος. Ξέρω να ακούω ή έμαθα να υπακούω; Αν ξέρω να ακούω θα έχω κρίση. Αν μου αρέσει να υπακούω αποποιούμαι ενός μεγάλου μέρους της ευθύνης του να είμαι ελεύθερος. Νομίζω ότι είναι δύσκολο να είναι κανείς ελεύθερος, γιατί πρέπει να ξέρει που θα πάει τον εαυτό του και να δώσει ακριβώς το ίδιο δικαίωμα και στους άλλους. Φυσικά οι εξουσιάζοντες αυτό το εκμεταλλεύονται και μας μαθαίνουν «ψεύτικες αλήθειες».

Πολιτισμός, πολίτης, πολιτική, λέξεις ομόριζες. Το τραγούδι είναι πολιτική, με την ευρεία έννοια της λέξης. Ο κόσμος προσδοκά να ακούσει καινούρια πράγματα, να τραγουδήσει ξανά, να συναισθανθεί. Ο παραγόμενος ήχος ένα από τα ζητούμενα. Πρωινή δροσιά, προβάλλει μέσα από το Κάνω τη ρίζα μου φτερό, στο πολιτιστικό σταυροδρόμι ανατολής και δύσης.

Θα προτιμούσα το τραγούδι να ήτανε πολιτισμός και όχι πολιτική. Πολιτισμός είναι ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε, που πολιτευόμαστε και το τραγούδι είναι ο πιο άμεσος τρόπος να ασκεί κανείς πολιτισμό και να λέει τις αλήθειες του. Αν εγώ σου λέω τις αλήθειες μου τότε κάνω λαϊκό πολιτισμό, αν σου λέω αυτά που θέλεις να ακούσεις τότε γίνομαι λαϊκιστής. Εν αρχή ην ο λόγος, δηλαδή υπάρχει λόγος. Γράφεις ένα τραγούδι γιατί κάτι θέλεις να πεις, να κοινοποιήσεις τις απόψεις σου.
Πατάω σε δύο βάρκες και αυτό είναι ακροβασία. Και η ανατολή υπάρχει μέσα μας, βυζαντινή μουσική δημοτικό τραγούδι και η δύση. Η ανατολή νομίζω πως είναι ο δρόμος της καρδιάς και η δύση ο δρόμος της σκέψης. Μπορούν να παντρευτούν; Ίσως.

Με τον δίσκο μου αυτόν ήθελα να κάνω μία πλήρη έκθεση του εαυτού μου, και επειδή όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να τραγουδάνε αποφάσισα να ερμηνεύσω τα περισσότερα τραγούδια μου. Φυσικά δεν είμαι τραγουδιστής. Ανακάλυψα όμως τη χαρά που μπορείς να νιώσεις ΄΄τραγουδώντας΄΄. Όταν παίζεις ένα όργανο, νομίζεις ότι τα πράγματα πηγάζουν από μέσα σου. Με το τραγούδι όμως βγαίνει η ανάσα σου, βγαίνει η ψυχή σου.
Κάνοντας έναν αυτοσχεδιασμό βλέπω τον κόσμο από άλλο πρίσμα. Διερωτάσαι, από πού πηγάζει αυτή η γνώση, γιατί αν παίζεις αυτό που ήδη γνωρίζεις δεν είναι ταξίμι. Το ζητούμενο είναι να ελευθερωθείς και να έχεις την αφοβιά να προσπαθείς να αποκτήσεις αυτογνωσία μέσα από την ελευθερία σου, μέσα από μία πορεία σου προς τον έρωτα. Τα τραγούδια μου είναι οι ανησυχίες μου, οι πνευματικές και μουσικές και προσπαθώ να συνομιλήσω με τον κόσμο. Θέλω να δω κατά πόσον με τον τρόπο που λέω τα πράγματα, ένας μερακλής ακροατής βρίσκει ένα κομμάτι του εαυτού του. Τα τραγούδια είναι λαϊκά και απευθύνονται στον κόσμο που αγωνιά, παλεύει και ψάχνεται. Είναι μια εξομολόγηση.

Όπως συμβαίνει σε όλα τα κοινωνικά θέματα, έτσι και με το λαϊκό τραγούδι «όσο θα υπάρχουν τράπουλες θα βγαίνουνε ρηγάδες»… δεν είναι μόνο θέμα του κάθε δημιουργού τι έργο θα παράξει, αλλά είναι και θέμα μεγάλων κομματιών της κοινωνίας να συμμετάσχουν στις δημιουργίες αυτές, κατ’ αρχήν αποδεχόμενές τες. Το κακό που έχει συμβεί στον πολιτισμό τεράστιο. Η ίδια η κοινωνία λοιπόν πρέπει να γεννήσει ξανά αυτούς τους ανθρώπους που αποφάσισαν να ψάξουν βαθιά μέσα τους και να αποκαλυφθούν υπαρξιακά, όπως και η ίδια η κοινωνία θα πρέπει καθαρά κινηματικά να δημιουργήσει ξανά τον πολιτισμό που της πρέπει κόντρα σε κάθε επιβουλή, ενάντια σε κάθε εξουσία που για να κυριαρχήσει εξαγριώνει ήθη και δημιουργεί απανθρώπους. Ο πολιτισμός είναι η έννοια που δημιουργεί τις κοινωνικές σχέσεις. Σήμερα που οι μετακινήσεις του κόσμου είναι τεράστιες και εκατομμύρια άνθρωποι αφήνουν τους τόπους τους, για διάφορους λόγους, όσο ισχυρότερο πολιτισμό διαθέτει μία κοινωνία, τόσο λιγότερο θα έχει να φοβηθεί μην αλλοιωθεί πολιτιστικά και πολιτισμικά. Όσο πιο ανοιχτά δεχτεί τον διαφορετικό άνθρωπο και το διαφορετικό, τόσο περισσότερο θα εμπλουτίζει τον πολιτισμό της με καινούρια στοιχεία. Χρέος όλων να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και θα υπάρχουμε ενάντια σε κάθε φασίζουσα και λαϊκίστικη κατάσταση, που θέλει η εξουσία να φτιάξει, για να μπορεί να ελέγχει. Μέχρι τότε μπορούμε να αγαπήσουμε ξανά τα δικά μας τραγούδια της ψυχής, να τα ανακαλύψουμε ξανά και το κυριότερο πατώντας πάνω στην παράδοσή μας να προχωρήσουμε και να δημιουργήσουμε την τέχνη και τον πολιτισμό που θα εμπερικλείουν απελευθερωτικές ιδέες και δυναμική να προχωρήσει η κοινωνία μπροστά.

Ας «σταματήσουμε να μιλάμε» λοιπόν και ας προσπαθήσουμε να υπεισέλθουμε στα βαθύτερα της σκέψης, της ουσίας για να αρχίσουμε να χαράζουμε δρόμους καινούριους στον κοινωνικό χάρτη. Ο κόσμος αλλάζει, μα προχωρά πια χωρίς πυξίδα (δείχνει πάντα το βορά), που είναι ο πολιτισμός. Και ο πολιτισμός αυτός που διεκδικούμε και που οφείλουμε να παράξουμε ας γίνει ένας «επιθετικός» πολιτισμός ενάντια στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού, ενάντια στην κάθε λογής εξουσία, σε δρόμους που οδεύουν προς την πραγματική απελευθέρωση. Πατώντας γερά πάνω στην παράδοση, «Δεν αναπολώ τα περασμένα ούτε προσδοκώ ανάσταση νεκρών μα παραμένω αιώνια ρεμβαστής του ονείρου…». Εν αναμονή των καινούριων γεγονότων, με γνώμονα την ίδια τη ζωή προχωράμε. «Δια των αισθήσεων εφορμώ», όπως είχε γράψει και κάποιος άλλος δικός μας, των δρόμων. Ας αναλογιστεί και ας αναλάβει ο καθένας την προσωπική του ευθύνη για τα πράγματα και ας προσπαθήσει να κάνει κατάθεση της αλήθειας του και του εαυτού του. « Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά».  Τα τραγούδια φωτεινοί σηματοδότες θα υπάρχουν πάντα και θα δείχνουν ότι ο καινούριος πολιτισμός περνά πάντα μέσα από τον παλιό…

Πηγές:

Κασίτας Αντώνης, Μανώλης Χιώτης: Ο μάγκας που έβαλε κολόνια στο τραγούδι, Αθήνα, ΚΨΜ, 2009.

Μάνος Χατζιδάκις. Είδωλο στον καθρέφτη, ντοκιμαντέρ, σκηνοθεσία: Δημήτρης Βερνίκος (διάρκεια: 90΄), 2008

Μανώλης Χιώτης: Ο μάγκας που έβαλε κολόνια στο τραγούδι, ντοκιμαντέρ, σκηνοθεσία: Αντώνης Κασίτας − έρευνα-παρουσίαση: Πάνος Γεραμάνης (διάρκεια: 120΄)

Τα παντελόνια είναι περίεργα ρούχα, εκπομπές του Πάρη Μήτσου, 902 αριστερά στα FM.